Img

Υπόθεση C-254/18 Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας – Περίοδος αναφοράς – Κυλιόμενος ή προκαθορισμένος χαρακτήρας – Παρέκκλιση – Αστυνομικοί υπάλληλοι

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα) της 11ης Απριλίου 2019  «Προδικαστική παραπομπή – Οδηγία 2003/88/ΕΚ – Οργάνωση του χρόνου εργασίας – Προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων – Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας – Περίοδος αναφοράς – Κυλιόμενος ή προκαθορισμένος χαρακτήρας – Παρέκκλιση – Αστυνομικοί υπάλληλοι»

Στην υπόθεση C-254/18,

με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία) με απόφαση της 4ης Απριλίου 2018, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Απριλίου 2018, στο πλαίσιο της δίκης

Syndicat des cadres de la sécurité intérieure

κατά

Premier ministre,

Ministre de l’Intérieur,

Ministre de l’Action et des Comptes publics,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),

συγκείμενο από τους A. Arabadjiev, πρόεδρο τμήματος, T. von Danwitz, E. Levits, C. Vajda (εισηγητή) και P. G. Xuereb, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: G. Pitruzzella

γραμματέας: V. Giacobbo-Peyronnel, διοικητική υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 29ης Νοεμβρίου 2018,

λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:

–        η Syndicat des cadres de la sécurité intérieure, εκπροσωπούμενη από τον P. Gernez, avocat,

–        η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον R. Coesme και τις A.‑L. Desjonquères και E. de Moustier,

–        η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από την C. Valero και τον M. van Beek,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 2019,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1        Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, του άρθρου 16, στοιχείο βʹ, του άρθρου 17, παράγραφος 3, και του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας (ΕΕ 2003, L 299, σ. 9).

2        Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Syndicat des cadres de la sécurité intérieure (Συνδικαλιστικής οργανώσεως προσωπικού ασφαλείας ανωτέρας βαθμίδας, στο εξής: SCSI) και, αφετέρου, του Premier ministre (Πρωθυπουργού, Γαλλία), του ministre de l’Intérieur (Υπουργού Εσωτερικών, Γαλλία) και του ministre de l’Action et des Comptes publics (Υπουργού Δημόσιας Διοικήσεως και Οικονομικών, Γαλλία), σχετικά με την περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας του επιχειρησιακού προσωπικού που υπηρετεί στην εθνική αστυνομία.

 Το νομικό πλαίσιο

 Το δίκαιο της Ένωσης

 Η οδηγία 89/391/EOΚ

3        Το άρθρο 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (EE 1989, L 183, σ. 1), ορίζει τα εξής:

«1.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους δημόσιους ή ιδιωτικούς τομείς δραστηριοτήτων (βιομηχανικές, γεωργικές, εμπορικές, διοικητικές, εκπαιδευτικές, πολιτιστικές δραστηριότητες, δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, αναψυχής κ.λπ.).

2.      Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται όταν δεν το επιτρέπουν εγγενείς ιδιαιτερότητες ορισμένων δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα, π.χ. στις ένοπλες δυνάμεις ή στην αστυνομία, ή ορισμένων συγκεκριμένων δραστηριοτήτων στις υπηρεσίες πολιτικής άμυνας.

Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να εξασφαλίζεται, όσον αυτό είναι δυνατόν, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων, έχοντας υπόψη τους στόχους της παρούσας οδηγίας.»

 Η οδηγία 2003/88

4        Η αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/88 έχει ως εξής:

«Λαμβάνοντας υπόψη τα θέματα που είναι δυνατόν να ανακύψουν από την οργάνωση του χρόνου εργασίας, φαίνεται σκόπιμο να προβλέπεται μια κάποια ελαστικότητα στην εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της παρούσας οδηγίας, εξασφαλίζοντας παράλληλα την τήρηση των αρχών της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.»

5        Το άρθρο 1 της οδηγίας 2003/88 ορίζει τα εξής:

«[...]

2.      [Η παρούσα οδηγία ε]φαρμόζεται:

α)      στις ελάχιστες περιόδους ημερήσιας και εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ετήσιας άδειας, στον χρόνο διαλείμματος και στη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, και

β)      σε ορισμένες πλευρές της νυκτερινής εργασίας, της κατά βάρδιες εργασίας και του ρυθμού εργασίας.

3.      Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους ιδιωτικούς ή δημόσιους τομείς δραστηριοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ, με την επιφύλαξη των άρθρων 14, 17, 18 και 19 της παρούσας οδηγίας.

[...]

4.      Οι διατάξεις της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ εφαρμόζονται πλήρως στα θέματα που αναφέρει η παράγραφος 2, με την επιφύλαξη περιοριστικότερων ή/και ειδικότερων διατάξεων της παρούσας οδηγίας.»

6        Το άρθρο 3 της οδηγίας 2003/88, που αφορά την ημερήσια ανάπαυση, προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά εικοσιτετράωρο, περίοδο ανάπαυσης ελάχιστης διάρκειας ένδεκα συναπτών ωρών.»

7        Το άρθρο 5 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Εβδομαδιαία ανάπαυση», ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κάθε εργαζόμενος να διαθέτει, ανά περίοδο επτά ημερών, μια ελάχιστη περίοδο συνεχούς ανάπαυσης εικοσιτεσσάρων ωρών, στις οποίες προστίθενται οι ένδεκα ώρες ημερήσιας ανάπαυσης οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 3.

[...]»

8        Το άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας», έχει ως εξής:

«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε, σε συνάρτηση με τις επιταγές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων:

[...]

β)      ο χρόνος εργασίας να μην υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες κατά μέσον όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών.»

9        Το άρθρο 16 της ίδιας οδηγίας, με τίτλο «Περίοδοι αναφοράς», προβλέπει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν:

[...]

β)      για την εφαρμογή του άρθρου 6 (ανώτατη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας), περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.

Οι περίοδοι ετήσιας άδειας μετ’ αποδοχών, κατά το άρθρο 7, και οι περίοδοι αδείας ασθενείας δεν συνεκτιμώνται ή είναι ουδέτερες, όσον αφορά τον υπολογισμό του μέσου όρου·

[...]».

10      Το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 προβλέπει, μεταξύ άλλων, τις εξής παρεκκλίσεις:

«[...]

2.      Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 3, 4 και 5 επιτρέπεται να θεσπίζονται μέσω της νομοθετικής, κανονιστικής ή διοικητικής οδού ή με συλλογικές συμβάσεις ή με συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων, υπό τον όρο ότι στους οικείους εργαζομένους χορηγούνται ισοδύναμες περίοδοι αντισταθμιστικής ανάπαυσης ή ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου είναι αντικειμενικώς αδύνατη η χορήγηση ισοδύναμων περιόδων αντισταθμιστικής ανάπαυσης, παρέχεται κατάλληλη προστασία στους οικείους εργαζομένους.

3.      Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3, 4, 5, 8 και 16, είναι δυνατόν να επιτρέπονται:

[...]

β)      για τις δραστηριότητες φύλαξης και επίβλεψης που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας για την προστασία των αγαθών και των προσώπων, ιδίως όταν πρόκειται για φύλακες και θυρωρούς ή επιχειρήσεις φύλαξης·

γ)      για τις δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής, [...]

[...]».

11      Το άρθρο 19 της εν λόγω οδηγίας, με τίτλο «Περιορισμοί παρεκκλίσεων από τις περιόδους αναφοράς», ορίζει, στο πρώτο και στο δεύτερο εδάφιο, τα εξής:

«Η ευχέρεια παρέκκλισης από το άρθρο 16 στοιχείο β) που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3 και στο άρθρο 18 δεν επιτρέπεται να καταλήγει σε περίοδο αναφοράς που να υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται, τηρώντας πάντα τις γενικές αρχές προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, να επιτρέπουν, για αντικειμενικούς ή τεχνικούς λόγους ή για λόγους οργάνωσης της εργασίας, να καθορίζονται από τις συλλογικές συμβάσεις ή συμφωνίες μεταξύ κοινωνικών εταίρων περίοδοι αναφοράς που να μην υπερβαίνουν οπωσδήποτε τους δώδεκα μήνες.»

 Το γαλλικό δίκαιο

12      Το άρθρο 3 του décret nº 2000-815, du 25 août 2000, relatif à l’aménagement et à la réduction du temps de travail dans la fonction publique de l’État et dans la magistrature (διατάγματος 2000-815, της 25ης Αυγούστου 2000, σχετικά με την οργάνωση και τη μείωση του χρόνου εργασίας των δημοσίων υπαλλήλων και των δικαστικών λειτουργών, JORF της 29ης Αυγούστου 2000, σ. 13301), όπως τροποποιήθηκε με το décret nº 2011-184 du 15 février 2011 (διάταγμα 2011-184, της 15ης Φεβρουαρίου 2011, JORF της 17ης Φεβρουαρίου 2011, σ. 2963), ορίζει τα εξής:

«I.–      Για την οργάνωση της εργασίας τηρούνται οι εξής ελάχιστες εγγυήσεις.

Ο πραγματικός εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες εντός της ίδιας εβδομάδας ούτε τις σαράντα τέσσερις ώρες κατά μέσο όρο για οποιαδήποτε περίοδο δώδεκα συναπτών εβδομάδων, η δε εβδομαδιαία ανάπαυση, που κατ’ αρχήν περιλαμβάνει την Κυριακή, διαρκεί τουλάχιστον τριάντα πέντε ώρες.

[...]

ΙΙ.–      Παρέκκλιση από τους κανόνες του σημείου I επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις, μόνο στις εξής περιπτώσεις:

a)      Όταν τούτο παγίως επιβάλλεται από το ίδιο το αντικείμενο της συγκεκριμένης δημόσιας υπηρεσίας, για την προστασία, μεταξύ άλλων, προσώπων και αγαθών, κατόπιν διατάγματος, υποκείμενου στη διαδικασία του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) και εκδιδόμενου κατόπιν γνωμοδοτήσεως της επιτροπής υγιεινής και ασφάλειας –εφόσον κρίνεται απαραίτητο–, της τεχνικής επιτροπής του υπουργείου και του Conseil supérieur de la fonction publique (Ανώτατου Συμβουλίου Δημόσιας Διοίκησης, Γαλλία), το οποίο καθορίζει τις αντισταθμιστικές παροχές που χορηγούνται στις οικείες κατηγορίες υπαλλήλων·

[...]».

13      Το άρθρο 1 του décret nº 2002-1279, du 23 octobre 2002, portant dérogations aux garanties minimales de durée du travail et de repos applicables aux personnels de la police nationale (διατάγματος 2002-1279, της 23ης Οκτωβρίου 2002, σχετικά με τις παρεκκλίσεις από τις ελάχιστες εγγυήσεις όσον αφορά τον χρόνο εργασίας και ανάπαυσης του κάθε είδους προσωπικού της εθνικής αστυνομίας, JORF της 25ης Οκτωβρίου 2002, σ. 17681), όπως τροποποιήθηκε με το décret nº 2017-109, du 30 janvier 2017 (διάταγμα 2017-109, της 30ής Ιανουαρίου 2017, JORF της 31ης Ιανουαρίου 2017), έχει ως εξής:

«Για την οργάνωση της εργασίας του επιχειρησιακού προσωπικού των υπηρεσιών της εθνικής αστυνομίας, επιτρέπεται παρέκκλιση από τις ελάχιστες εγγυήσεις του σημείου Ι του άρθρου 3 του ανωτέρω διατάγματος της 25ης Αυγούστου 2000, όταν τούτο επιβάλλεται από τα καθήκοντα δημόσιας ασφάλειας και ειρήνης, δικαστικής αστυνομίας, ενημέρωσης και παροχής πληροφοριών τα οποία του έχουν ανατεθεί.

Η παρέκκλιση αυτή πρέπει εντούτοις να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1°      Η καταγραφόμενη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, ανά επταήμερο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες κατά μέσο όρο για περίοδο ενός εξαμήνου του ημερολογιακού έτους·

[...]».

 Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα

14      Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι το διάταγμα 2002‑1279, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 2017-109, θεσπίζει τους ειδικούς κανόνες σχετικά με τον χρόνο εργασίας και αναπαύσεως του κάθε είδους προσωπικού της γαλλικής εθνικής αστυνομίας. Στο άρθρο 1 του διατάγματος αυτού προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι η καταγραφόμενη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, ανά επταήμερο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις σαράντα οκτώ ώρες κατά μέσο όρο για περίοδο ενός εξαμήνου του ημερολογιακού έτους.

15      Στις 28 Μαρτίου 2017, η SCSI προσέφυγε ενώπιον του Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας, Γαλλία), ζητώντας την ακύρωση της διατάξεως αυτής. Η SCSI υποστηρίζει, ιδίως, ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει στους κανόνες της οδηγίας 2003/88 καθότι, για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, λαμβάνει υπόψη περίοδο αναφοράς η οποία συμπίπτει με τα εξάμηνα του ημερολογιακού έτους και όχι εξάμηνη περίοδο αναφοράς με κυλιόμενη ημερομηνία ενάρξεως και λήξεως.

16      Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται αν οι διατάξεις των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς ή ότι καταλείπουν στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν αν η περίοδος αυτή θα είναι κυλιόμενη ή προκαθορισμένη.

17      Διερωτάται επίσης, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται μόνο κυλιόμενη περίοδος αναφοράς, αν η εν λόγω περίοδος πρέπει να διατηρεί πάντοτε τον κυλιόμενο χαρακτήρα της όταν η διάρκειά της επιμηκύνεται σε έξι μήνες δυνάμει της παρεκκλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 17, παράγραφος 3, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88.

18      Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το Conseil d’État (Συμβούλιο της Επικρατείας) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1)      Έχουν οι διατάξεις των άρθρων 6 και 16 της οδηγίας [2003/88] την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς ή ότι καταλείπουν στα κράτη μέλη τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν αν η περίοδος αυτή θα είναι κυλιόμενη ή προκαθορισμένη;

2)      Σε περίπτωση που οι διατάξεις αυτές ερμηνευθούν ως έχουσες την έννοια ότι επιβάλλουν κυλιόμενη περίοδο αναφοράς, μπορεί η παρεχόμενη από το άρθρο 17 δυνατότητα παρεκκλίσεων από το στοιχείο βʹ του άρθρου 16 να αφορά όχι μόνον τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, αλλά επίσης τον κυλιόμενο χαρακτήρα αυτής;»

 Επί των προδικαστικών ερωτημάτων

19      Με τα δύο ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι περίοδοι αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας δεν είναι κυλιόμενες, αλλά αρχίζουν και λήγουν σε καθορισμένες ημερομηνίες.

20      Κατά το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας, «ο χρόνος εργασίας [δεν] υπερβαίνει, ανά επταήμερο, τις 48 ώρες, κατά μέσο όρο, συμπεριλαμβανομένων των υπερωριών».

21      Το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, της ίδιας οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν, για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, περίοδο αναφοράς η οποία δεν υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες.

22      Η διάρκεια της περιόδου αναφοράς κατά το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88 μπορεί, βάσει του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, να επιμηκυνθεί, κατά παρέκκλιση, έως το όριο των έξι μηνών, σε ορισμένες περιπτώσεις ή για ορισμένες δραστηριότητες που προβλέπονται ειδικότερα στο άρθρο 17, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, όπως οι «δραστηριότητες φύλαξης και επίβλεψης που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη συνεχούς παρουσίας για την προστασία των αγαθών και των προσώπων» ή οι «δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από την ανάγκη να εξασφαλισθεί η συνέχεια της υπηρεσίας ή της παραγωγής». Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Γαλλική Δημοκρατία εφάρμοσε το ως άνω καθεστώς παρεκκλίσεων για τους υπαλλήλους που ανήκουν στο επιχειρησιακό προσωπικό των υπηρεσιών της εθνικής αστυνομίας.

23      Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει επομένως ότι ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας μπορεί να υπολογίζεται όχι ανά περίοδο επτά ημερών, αλλά βάσει των λεγόμενων περιόδων «αναφοράς» οι οποίες στο πλαίσιο του μεν κοινού καθεστώτος μπορούν να έχουν έως τετράμηνη διάρκεια, του δε κατά παρέκκλιση καθεστώτος έως και εξάμηνη. Ο υπολογισμός του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας βάσει των ως άνω περιόδων αναφοράς αποβλέπει, σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2033/88, στην παροχή κάποιας ευελιξίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας αυτής, ούτως ώστε η τυχόν υπέρβαση της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας σε ορισμένα χρονικά διαστήματα της περιόδου αναφοράς να αντισταθμίζεται από αντίστοιχα μειωμένο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας σε άλλα χρονικά διαστήματα της ίδιας περιόδου. Συνεπώς, δεν απαιτείται ισομερής κατανομή των ωρών εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa, C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 43).

24      Από τις διατάξεις που παρατέθηκαν στις σκέψεις 21 και 22 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι η έννοια «περίοδος αναφοράς», αφενός, είναι ενιαία και έχει το αυτό περιεχόμενο στο πλαίσιο τόσο του κοινού όσο και του κατά παρέκκλιση καθεστώτος και, αφετέρου, δεν περιέχει καμία παραπομπή στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών και πρέπει να νοείται ως αυτοτελής έννοια του δικαίου της Ένωσης και να ερμηνεύεται με ενιαίο τρόπο στο έδαφός της ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού που δίδεται εντός των κρατών μελών, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος των συγκεκριμένων διατάξεων, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται, καθώς και των σκοπών που επιδιώκονται με τη ρύθμιση της οποίας αποτελούν μέρος (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa, C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 38 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

25      Ως εκ τούτου, πρέπει να εξεταστεί, λαμβανομένων υπόψη του γράμματος και του πλαισίου των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2003/88, καθώς και των σκοπών που επιδιώκει η τελευταία, αν ως περίοδοι αναφοράς νοούνται οι περίοδοι που αρχίζουν και λήγουν σε καθορισμένες ημερομηνίες, ήτοι οι προκαθορισμένες περίοδοι αναφοράς, ή οι περίοδοι των οποίων η έναρξη και η λήξη μεταβάλλονται συνεχώς με την πάροδο του χρόνου, ήτοι οι κυλιόμενες περίοδοι αναφοράς.

26      Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 46 των προτάσεών του, τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2003/88 σιωπούν ως προς το ζήτημα αν οι περίοδοι αναφοράς μπορούν να είναι προκαθορισμένες ή κυλιόμενες και ότι, ως εκ τούτου, το γράμμα των άρθρων αυτών δεν αποκλείει τη χρήση καμίας από τις δύο αυτές μεθόδους.

27      Δεύτερον, το ως άνω ζήτημα δεν μπορεί να επιλυθεί ούτε βάσει του πλαισίου στο οποίο εντάσσονται τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2003/88, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 58 των προτάσεών του.

28      Είναι αληθές ότι, όπως τόνισαν με τις παρατηρήσεις τους η Γαλλική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο έκρινε, όσον αφορά την προβλεπόμενη στο σχετικό με την εβδομαδιαία ανάπαυση άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 «περίοδο επτά ημερών», την οποία χαρακτήρισε ως «περίοδο αναφοράς» κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας, ότι ως περίοδος αναφοράς δύναται να οριστεί, στο εν λόγω πλαίσιο, συγκεκριμένη περίοδος εντός της οποίας πρέπει να χορηγείται ορισμένος αριθμός ωρών συνεχούς αναπαύσεως, ανεξαρτήτως του χρονικού σημείου κατά το οποίο χορηγούνται αυτές οι ώρες αναπαύσεως (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa, C-306/16, EU:C:2017:844, σκέψη 43). Η Γαλλική Κυβέρνηση συνάγει από τη χρήση του επιθέτου «συγκεκριμένη» στη σκέψη 43 της αποφάσεως αυτής ότι η περίοδος αναφοράς πρέπει μάλλον να νοείται ως προκαθορισμένη.

29      Εντούτοις, αυτή η ερμηνεία της σκέψεως 43 της αποφάσεως της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844), δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 55 των προτάσεών του. Με τη χρήση του επιθέτου «συγκεκριμένη» στην απόφαση αυτή δεν νοείται «περίοδος που ταυτίζεται οπωσδήποτε με ημερολογιακό διάστημα», αλλά «μια μονάδα μετρήσεως χρόνου», ήτοι, στην εν λόγω απόφαση, χρονικό διάστημα διάρκειας επτά ημερών.

30      Πράγματι, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2017, Maio Marques da Rosa (C-306/16, EU:C:2017:844), το ζήτημα που εξέτασε το Δικαστήριο δεν ήταν αν η περίοδος αναφοράς ήταν προκαθορισμένη ή κυλιόμενη, αλλά μόνον αν η ημέρα υποχρεωτικής εβδομαδιαίας αναπαύσεως που προβλέπει το άρθρο 5 της οδηγίας 2003/88 πρέπει να χορηγείται το αργότερο την ημέρα που έπεται μιας περιόδου έξι συναπτών ημερών εργασίας ή αν μπορεί να χορηγείται εντός κάθε επταημέρου. Επιλέγοντας την τελευταία αυτή λύση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ως «συγκεκριμένη περίοδος» νοείται περίοδος με ορισμένη διάρκεια, χωρίς εντούτοις να αποφανθεί αν αυτή πρέπει να ταυτίζεται με ημερολογιακή περίοδο ή, γενικότερα, να αρχίζει και να λήγει σε τακτές ημέρες, όπως αυτές της ημερολογιακής εβδομάδας.

31      Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, ελλείψει ενδείξεων από το γράμμα και το πλαίσιο των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2003/88, τα κράτη μέλη είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερα να ορίζουν τις περιόδους αναφοράς σύμφωνα με τη μέθοδο της επιλογής τους, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι σκοποί της οδηγίας.

32      Όσον αφορά, τρίτον, τους σκοπούς που επιδιώκει η οδηγία 2003/88, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, αυτή αποσκοπεί στη βελτίωση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, προβλέποντας ιδίως, στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, όριο για τη μέση μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας. Το εν λόγω μέγιστο όριο αποτελεί ιδιαίτερης σπουδαιότητας κανόνα του κοινωνικού δικαίου της Ένωσης, ο οποίος πρέπει να ισχύει για κάθε εργαζόμενο ως ελάχιστη αναγκαία προδιαγραφή προς διασφάλιση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας του (αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß, C‑243/09, EU:C:2010:609, σκέψεις 32 και 33 καθώς και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Federación de Servicios Privados del sindicato Comisiones obreras, C-266/14, EU:C:2015:578, σκέψεις 23 και 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

33      Εξάλλου, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται στο ακέραιο η πρακτική αποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων που απονέμει η οδηγία 2003/88 στους εργαζομένους, πράγμα που έχει ως αναγκαία συνέπεια την υποχρέωση των κρατών μελών να διασφαλίζουν την τήρηση όλων των ελάχιστων προδιαγραφών που θέτει η οδηγία αυτή και να εμποδίζουν ιδίως κάθε υπέρβαση της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 6, στοιχείο βʹ, της εν λόγω οδηγίας. Η ερμηνεία αυτή είναι πράγματι η μόνη σύμφωνη προς τον σκοπό της οδηγίας, η οποία αποβλέπει στην αποτελεσματική προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, διασφαλίζοντας στην πράξη ότι ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας τους δεν υπερβαίνει κατά μέσο όρο τις 48 ώρες καθόλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς (πρβλ. αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C-484/04, EU:C:2006:526, σκέψη 40 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 14ης Οκτωβρίου 2010, Fuß, C-243/09, EU:C:2010:609, σκέψη 51 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

34      Ως προς το ζήτημα αυτό, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο σκοπός αυτός προϋποθέτει τη χορήγηση σε όλους τους εργαζομένους επαρκών περιόδων αναπαύσεως, οι οποίες πρέπει όχι μόνο να είναι αποτελεσματικές, επιτρέποντας στους ενδιαφερομένους να αναλάβουν από την κόπωση που συνεπάγεται η εργασία τους, αλλά και να έχουν χαρακτήρα προληπτικό, δυνάμενο να μειώνει κατά το δυνατό τον κίνδυνο προσβολής της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων τον οποίο μπορεί να συνεπάγεται η σώρευση περιόδων εργασίας χωρίς την αναγκαία ανάπαυση (πρβλ. απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, C-484/04, EU:C:2006:526, σκέψη 41 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

35      Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 15 της οδηγίας 2003/88, η ευελιξία που χαρακτηρίζει τα άρθρα 16 και 19 όσον αφορά την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, τελεί υπό την προϋπόθεση της τηρήσεως των αρχών της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.

36      Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι παρεκκλίσεις που προβλέπει το άρθρο 17 της οδηγίας 2003/88 πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε να περιορίζονται στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των οποίων την προστασία καθιστούν δυνατή (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιουλίου 2017, Hälvä κ.λπ., C-175/16, EU:C:2017:617, σκέψη 31, και της 21ης Φεβρουαρίου 2018, Matzak, C-518/15, EU:C:2018:82, σκέψη 38).

37      Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να εξεταστεί αν τόσο οι προκαθορισμένες όσο και οι κυλιόμενες περίοδοι αναφοράς συνάδουν προς τον σκοπό της οδηγίας 2003/88 που συνίσταται στη διασφάλιση αποτελεσματικής προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων.

38      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι αυτές καθεαυτές οι προκαθορισμένες και οι κυλιόμενες περίοδοι αναφοράς συνάδουν προς τον εν λόγω σκοπό της οδηγίας 2003/88, κατά το μέτρο που καθιστούν δυνατό να εξακριβωθεί ότι ο εργαζόμενος δεν εργάζεται πλέον των 48 ωρών κατά μέσο όρο καθόλη τη διάρκεια της οικείας περιόδου και ότι, ως εκ τούτου, τηρούνται οι επιταγές σχετικά με την υγεία και την ασφάλειά του. Προς τούτο, είναι αδιάφορο αν ως έναρξη και λήξη της περιόδου αναφοράς ορίζονται συγκεκριμένες ημερομηνίες ή αν η έναρξη και η λήξη της μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου.

39      Οι συνέπειες που έχει για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων η χρήση προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς εξαρτώνται εντούτοις από το σύνολο των κρίσιμων περιστάσεων, όπως η φύση και οι συνθήκες της εργασίας, καθώς και, μεταξύ άλλων, η μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας και η διάρκεια της περιόδου αναφοράς τις οποίες έχει ορίσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Πράγματι, όπως συνομολογούν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία, σε αντίθεση με τις κυλιόμενες, οι προκαθορισμένες περίοδοι αναφοράς μπορούν να δημιουργήσουν καταστάσεις στις οποίες ενδεχομένως να μην επιτυγχάνεται ο σκοπός περί προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.

40      Ως προς το ζήτημα αυτό, επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση εφαρμογής προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς, υφίσταται το ενδεχόμενο να επιβάλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο συνεχόμενα διαστήματα αυξημένου χρόνου εργασίας κατά τη διάρκεια δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς με αποτέλεσμα, , παρά την τήρηση των περιόδων αναπαύσεως των άρθρων 3 και 5 της οδηγίας 2003/88, να υπάρξει υπέρβαση, κατά μέσο όρο, της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας επί χρονικό διάστημα το οποίο επιμερίζεται μεν στις δύο αυτές προκαθορισμένες περιόδους, αλλά θα μπορούσε όμως να αντιστοιχεί και σε ισόχρονη προς αυτές κυλιόμενη περίοδο αναφοράς. Τέτοια κατάσταση δεν μπορεί να προκύψει όταν η περίοδος αναφοράς είναι κυλιόμενη, δεδομένου ότι, εξ ορισμού, στο πλαίσιο των κυλιόμενων περιόδων αναφοράς ο υπολογισμός του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας ανανεώνεται συνεχώς.

41      Συνεπώς, μολονότι αυτή καθεαυτή μια μεμονωμένη κυλιόμενη ή προκαθορισμένη περίοδος αναφοράς συνάδει προς τον σκοπό περί προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, εντούτοις ο συνδυασμός δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς μπορεί, ανάλογα με τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας και τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς τις οποίες έχει ορίσει το συγκεκριμένο κράτος μέλος, να δημιουργήσει καταστάσεις όπου η επίτευξη του σκοπού αυτού μπορεί να διακυβευθεί, παρά την τήρηση των περιόδων αναπαύσεως των άρθρων 3 και 5 της οδηγίας 2003/88.

42      Εν προκειμένω, η Γαλλική Δημοκρατία όχι μόνον εξάντλησε το περιθώριο που της παρέχει η οδηγία 2003/88 όσον αφορά τη μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας, ορίζοντάς την σε 48 ώρες, αλλά έκανε επίσης χρήση και της παρεκκλίσεως που προβλέπει το άρθρο 17, παράγραφος 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της ίδιας οδηγίας, προκειμένου να επιμηκύνει στους έξι μήνες την περίοδο αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου όρου της μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας. Υπό τις συνθήκες αυτές, η χρήση προκαθορισμένης περιόδου αναφοράς δεν είναι ικανή να διασφαλίσει την τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

43      Πλην όμως, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 32 και 33 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 2003/88 διακυβεύεται στην περίπτωση που η χρήση προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς μέσω των οποίων διασφαλίζεται η τήρηση της μέσης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

44      Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι, κατά το άρθρο 19, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88, όταν ένα κράτος μέλος επιθυμεί να ορίσει περίοδο αναφοράς διάρκειας άνω των έξι μηνών, απαιτείται προς τούτο συλλογική σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ κοινωνικών εταίρων. Στην περίπτωση που η περίοδος αναφοράς του άρθρου 19, πρώτο εδάφιο, της προμνησθείσας οδηγίας είναι προκαθορισμένη, οι εργαζόμενοι ενδέχεται να εργαστούν, κατά τη διάρκεια εξαμήνου χρονικού διαστήματος που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών περιόδων αναφοράς, άνω των 48 ωρών ανά εβδομάδα κατά μέσο όρο, χωρίς να έχει συναφθεί σχετική συλλογική σύμβαση ή συμφωνία μεταξύ κοινωνικών εταίρων. Συνεπώς, εντός του επιμερισμένου αυτού χρονικού διαστήματος μπορεί να προκύψουν καταστάσεις οι οποίες κανονικά θα επιτρέπονταν μόνο στο πλαίσιο της περιόδου αναφοράς του άρθρου 19, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα υπονόμευε την παρέκκλιση που προβλέπει η διάταξη αυτή.

45      Κατά συνέπεια, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξακριβώσει αν η επίμαχη στην κύρια δίκη εθνική ρύθμιση προβλέπει μηχανισμούς οι οποίοι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 43 της παρούσας αποφάσεως, καθιστούν δυνατό να διασφαλιστεί η τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

46      Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι οι δικονομικοί κανόνες σχετικά με τα μέσα παροχής ένδικης προστασίας που αποσκοπούν στη διασφάλιση των δικαιωμάτων τα οποία οι πολίτες αντλούν από το δίκαιο της Ένωσης δεν πρέπει να είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοια εσωτερικής φύσεως μέσα παροχής ένδικης προστασίας (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν πρέπει να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει η έννομη τάξη της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας) (απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 2018, XC κ.λπ., C-234/17, EU:C:2018:853, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

47      Όσον αφορά, ειδικότερα, την αρχή της αποτελεσματικότητας, το αιτούν δικαστήριο πρέπει ιδίως να εξετάσει την αποτελεσματικότητα των μέσων παροχής ένδικης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι ενδιαφερόμενοι εργαζόμενοι δυνάμει του εθνικού δικαίου, προκειμένου να ζητήσουν την άμεση παύση, ενδεχομένως μέσω ταχείας διαδικασίας ή διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, κάθε πρακτικής που δεν συνάδει προς τις απαιτήσεις του άρθρου 6, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2003/88, όπως αυτές πρέπει να προκύπτουν από την ορθή της μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη.

48      Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88 έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι περίοδοι αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας αρχίζουν και λήγουν σε καθορισμένες ημερομηνίες, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει μηχανισμούς που καθιστούν δυνατό να διασφαλιστεί η τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

 Επί των δικαστικών εξόδων

49      Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 6, στοιχείο βʹ, το άρθρο 16, στοιχείο βʹ, και το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε εθνική νομοθεσία κατά την οποία οι περίοδοι αναφοράς για τον υπολογισμό του μέσου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας αρχίζουν και λήγουν σε καθορισμένες ημερομηνίες, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει μηχανισμούς που καθιστούν δυνατό να διασφαλιστεί η τήρηση της μέσης μέγιστης εβδομαδιαίας διάρκειας εργασίας 48 ωρών σε κάθε εξάμηνη περίοδο που επιμερίζεται μεταξύ δύο διαδοχικών προκαθορισμένων περιόδων αναφοράς.

Πηγή: Taxheaven