Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Οικονομικών

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του υπουργείου Οικονομικών

ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Με το παρόν νομοσχέδιο ρυθμίζεται το πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας. Οι σχετικές διατάξεις του νόμου του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας επικαιροποιούνται ενώ παράλληλα εισάγονται νέες ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην ενίσχυση του ρόλου του Ταμείου ως μηχανισμού ενίσχυσης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Το Ταμείο στους επόμενους μήνες θα συμμετάσχει στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με σημαντικά ποσά και καλείται να διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο αυτή την τελευταία προσπάθεια για την ανάκαμψη της οικονομίας.

Το Ταμείο καλείται να έχει έναν αυξημένο ρόλο στη διακυβέρνηση των τραπεζών, τις διοικήσεις των οποίων θα αξιολογεί συστηματικά προκειμένου να διασφαλίσει ότι αξιοποιούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους πόρους λαμβάνουν από τον έλληνα φορολογούμενο.

Ο νέος ρόλος του Ταμείου απαιτεί τη διασφάλιση της στελέχωσής του, τόσο σε επίπεδο διοίκησης όσο και προσωπικού, με διεθνώς ανταγωνιστικά στελέχη με υψηλότατα προσόντα, τα οποία θα επιλέγονται από ανεξάρτητη επιλογή υψηλού κύρους.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων του ταμείου, η ίδια επιτροπή θα αξιολογεί τα μέλη των οργάνων διοίκησης του Ταμείου, και θα έχει το δικαίωμα απομάκρυνσης όσων δεν μπορούν να ανταποκριθούν. Παράλληλα, θα αξιολογείται και το προσωπικό, ενώ η επιτροπή υποχρεούται να αναφέρεται για τις δραστηριότητές της, μεταξύ άλλων, στον Υπουργό Οικονομικών και το Διοικητικό Συμβούλιο ενημερώνει, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, μεταξύ άλλων, τη Βουλή των Ελλήνων, για την ενίσχυση της διαφάνειας.

Ενα σημαντικό μέρος του νομοσχεδίου αφορά την τροποποίηση των διατάξεων για τις συνεταιριστικές τράπεζες.

Οι συνεταιριστικές τράπεζες, ως συνεταιρισμοί, αποβλέπουν κυρίως στην οικονομική ανάπτυξη των μελών τους. Ο ρόλος των συνεταιριστικών τραπεζών για τη χρηματοδότηση των υγιών και βιώσιμων μελών τους και, κατ' αυτόν τον τρόπο την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας των τοπικών κοινωνιών, για να ενισχυθούν η επιχειρηματικότητα και η απασχόληση και να δημιουργηθούν πραγματικές συνθήκες ανάπτυξης και οικονομικής και κοινωνικής προόδου στις τοπικές οικονομίες, είναι σπουδαιότερος από ποτέ σήμερα που συνεπεία της χρηματοοικονομικής κρίσεως έχει αποδυναμωθεί η λειτουργία των μηχανισμών της αγοράς.

Με τις προτεινόμενες νομοθετικές ρυθμίσεις επιδιώκεται η βελτίωση του θεσμικού πλαισίου για να μπορεί να ενισχυθεί με ιδιωτικά κεφάλαια η κεφαλαιακή βάση των συνεταιριστικών τραπεζών, αλλά και για να καταστεί δυνατή η προσέλκυση θεσμικών και στρατηγικών εταίρων στις συνεταιριστικές τράπεζες.

Το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 12 παρ. 4 επιβάλλει την υποχρέωση του κράτους να μεριμνά για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών, στη βάση της αρχής της αυτοδιοίκησης. Ο ελληνικός νόμος, βασισμένος στις παλαιές συνεταιριστικές αξίες που ήθελαν το προσωπικό στοιχείο να προεξέχει στους συνεταιρισμούς και συνοψίζονταν στην αρχή «ένας συνέταιρος μία ψήφος» επιτρέπει, ειδικά για τις συνεταιριστικές τράπεζες, ένας συνέταιρος, εφόσον έχει συνεισφέρει περισσότερες μερίδες και κεφάλαια, να έχει κατ' ανώτατο όριο πέντε ψήφους και σε καμία περίπτωση να μην διαθέτει ψήφους που υπερβαίνουν το 2% του συνολικού αριθμού των ψήφων.

Οι σημερινές αμείλικτες οικονομικές συνθήκες επιβάλλουν, όμως, την προσέλκυση στους συνεταιρισμούς στρατηγικών εταίρων, σημαντικών κεφαλαιοδοτών οι οποίοι διαθέτουν τεχνογνωσία. Η προσέλκυση τέτοιων προσώπων είναι απαραίτητη για τη διατήρηση στη ζωή των συνεταιριστικών τραπεζών, γιατί, χωρίς τα κεφάλαια και την τεχνογνωσία που θα συνεισφέρουν, οι περισσότερες συνεταιριστικές τράπεζες θα οδηγηθούν σε εκκαθάριση. Τα πρόσωπα αυτά των στρατηγικών εταίρων, καταρχήν ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν στην συνεταιριστική τραπεζική οικογένεια, δεν είναι όμως - και ευλόγως - διατεθειμένα να συμμετάσχουν με μεγάλα κεφάλαια στις συνεταιριστικές τράπεζες - που είναι απαραίτητα για την επιβίωσή τους - ούτε να συνεισφέρουν τη σημαντική τους τεχνογνωσία, χωρίς να έχουν δικαιώματα ψήφου και σύμπραξης σε θέματα διοίκησης, που αναλογούν στην κεφαλαιουχική και εν γένει συμμετοχή τους. Και τούτο για να μπορέσουν να διασφαλίσουν την εφαρμογή των μεθόδων λειτουργίας που θεωρούν υγιείς και απαραίτητες για την επιτυχή λειτουργία μιας συνεταιριστικής τράπεζας. Ενώ, δηλαδή, καταρχήν είναι διατεθειμένα τα πρόσωπα αυτά να συμμετάσχουν με μεγάλα χρηματικά ποσά στο κεφάλαιο των συνεταιριστικών τραπεζών, σεβόμενα βεβαίως τις συνεταιριστικές αρχές και τους σκοπούς του συνεταιρισμού, πιστεύουν πως ο φραγμός του νόμου, που δεν επιτρέπει σε ένα συνέταιρο να έχει πέραν των πέντε ψήφων στη Γενική Συνέλευση, είναι ανυπέρβλητο κώλυμα για να μπορέσουν να υλοποιήσουν, σε στενή συνεργασία με τους σημερινούς συνεταίρους, τα προγράμματα εξυγίανσης και ανάπτυξης που θα διασφάλιζαν τη βιωσιμότητα και ανάπτυξη των συνεταιριστικών τραπεζών και θα επέτρεπαν να τονωθεί η επιχειρηματικότητα και να επιτευχθεί οικονομική και κοινωνική πρόοδος στις τοπικές οικονομίες, σύμφωνα με την αρχή της συνεταιριστικής ιδέας.

Είναι, επομένως, αναγκαία η τροποποίηση της νομοθεσίας, έτσι ώστε να δοθεί το δικαίωμα στις ίδιες τις συνεταιριστικές τράπεζες, με απόφαση της Γενικής τους Συνέλευσης - με σεβασμό δηλαδή στην αρχή της αυτοδιοίκησης - να επιτρέψουν τη χορήγηση περισσοτέρων δικαιωμάτων ψήφου και δικαιωμάτων σύμπραξης σε σημαντικούς θεσμικούς εταίρους, που θα εγκριθούν από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στο κεφάλαιο των συνεταιριστικών τραπεζών με σημαντικά ποσά και τεχνογνωσία. Είναι αυτονόητο ότι τα πρόσωπα αυτά θα σέβονται καταστατικά τις συνεταιριστικές αρχές και το πνεύμα λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών, που έγκειται στην ενίσχυση και ανάπτυξη της οικονομίας των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας. Τούτο θα είναι μέριμνα της κάθε συνεταιριστικής τράπεζας και θα επιτυγχάνεται στο πλαίσιο της αρχής της αυτοδιοίκησης, αφού η ίδια η γενική συνέλευση της συνεταιριστικής τράπεζας θα αποφασίσει για τα δικαιώματα που θα δοθούν στους εν λόγω στρατηγικούς εταίρους, τους όρους συμμετοχής τους στη διοίκηση της τράπεζας και τα όρια των δικαιωμάτων τους. Εξάλλου, η Τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτική αρχή των συνεταιριστικών τραπεζών, θα ελέγξει με αυστηρά κριτήρια τη φερεγγυότητα και αξιοπιστία των προσώπων αυτών.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις της νομοθεσίας είναι απαραίτητες για τη σωτηρία και τη συνέχιση λειτουργίας των συνεταιριστικών τραπεζών, που θα μπορέσουν να λειτουργούν ανακεφαλαιοποιημένες ως σύγχρονες τοπικές συνεταιριστικές τράπεζες, χρηματοδοτώντας τις τοπικές επιχειρήσεις - που τις γνωρίζουν καλύτερα απ' τον καθένα - και ενισχύοντας την τοπική οικονομία και κοινωνία. Είναι εξάλλου σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 3 Παράγραφος Γ του ν. 4336/2015 υπό τον Τίτλο «Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων», που περιλαμβάνει το Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές Πρόγραμμα του ΕΜΣ.

Η Ενότητα 3 του Μνημονίου διαλαμβάνει θέματα διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Επί του άρθρου 1

Με το άρθρο 1 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 3864/2010 και συγκεκριμένα τα άρθρα 2,3,4,6,6α,7, 7α,8,9,11,12,13,14,16,16Α, 16Β, 16Γ.

Ειδικότερα, με τις τροποποιήσεις του άρθρου 2 επιδιώκεται η επικαιροποίηση του πλαισίου λειτουργίας του Ταμείου και η διεύρυνση των μέσων και των δυνατοτήτων που διαθέτει το Ταμείο προκειμένου να πραγματοποιήσει τον σκοπό του, που είναι η συνεισφορά στη διατήρηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με την προσθήκη της δυνατότητας χορήγησης δανείου προς το ΤΕΚΕ, για σκοπούς εξυγίανσης, και της συνδρομής του στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Τέλος, παρατείνεται η διάρκειά του έως τις 30 Ιουνίου 2020.

Με τις τροποποιήσεις στο άρθρο 3 αποσαφηνίζονται ζητήματα σχετικά με το κεφάλαιο και την περιουσία του Ταμείου, γίνεται προσαρμογή στο ισχύον σήμερα πλαίσιο, ενώ παράλληλα επιδιώκεται η αποτελεσματικότερη διαχείριση της περιουσίας και των διαθεσίμων του Ταμείου και, κατ' επέκταση, η εξασφάλιση των συμφερόντων και της περιουσίας του Δημοσίου.

Το άρθρο 4 επιφέρει ουσιαστικά νομοτεχνικού χαρακτήρα αλλαγές, ενώ με το άρθρο 4Α εισάγεται νέα διαδικασία επιλογής και συνεχούς αξιολόγησης των μελών της Διοίκησης του Ταμείου.

Το άρθρο 6 προσδιόριζε και εξακολουθεί να προσδιορίζει τη διαδικασία ενεργοποίησης του Ταμείου και επομένως εφαρμογής του νόμου. Την ενεργοποίηση του Ταμείου ζητά πάντοτε το πιστωτικό ίδρυμα αλλά οι προϋποθέσεις για το αίτημα αλλάζουν. Αντί της κρίσης περί βιωσιμότητας από την Τράπεζα της Ελλάδος, προϋποθέσεις αποτελούν αφενός η κρίση από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή (είτε την ΕΚΤ στο πλαίσιο του SSM είτε την Τράπεζα της Ελλάδος) περί ύπαρξης κεφαλαιακής ανάγκης, αφετέρου η κατάρτιση από το πιστωτικό ίδρυμα σχεδίου άντλησης κεφαλαίων (capital raising plan), όπως αυτό αναφέρεται στην ανακοίνωση της επιτροπής για την εφαρμογή μετά τη 1η Αυγούστου 2013 των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στα μέτρα στήριξης των τραπεζών στο πλαίσιο της χρηματοπιστωτικής κρίσης 2013/C/216/01, και σχεδίου αναδιάρθρωσης. Σχετικά σημειώνεται ότι αρκεί για το αίτημα ήδη κατατεθειμένο σχέδιο το οποίο έχει ήδη εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μπορεί να απαιτούνται τροποποιήσεις.

Για την υποβολή αιτήματος από τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν ήδη εγκεκριμένο σχέδιο αναδιάρθρωσης, αρκεί η υποβολή ενός σχεδίου. Επομένως το Ταμείο ενεργοποιείται και η εφαρμογή του νόμου αρχίζει ήδη με το αίτημα της παραγράφου 1 και ανεξάρτητα από την τελική απόφαση της εποπτεύουσας αρχής κάτω από το άρθρο 32 άρθρου 2 του Ν. 4335/2015, πάντοτε όμως εφόσον δεν έχει ληφθεί στο σημείο αυτό απόφαση από την εποπτεύουσα αρχή περί συνδρομής των προϋποθέσεων της παραγράφου 1α του άρθρου 32 άρθρου 2 του Ν. 4335/2015. Την επιστολή της παραγράφου 5 με την οποία το Ταμείο δηλώνει ότι θα συμμετάσχει στην αύξηση κεφαλαίου κατόπιν τήρησης της διαδικασίας του άρθρου 6α και σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 7, παρέχει το Ταμείο μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα με εγκεκριμένο σχέδιο αναδιάρθρωσης. Περαιτέρω καταργείται ως μη σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο η δυνατότητα προκαταβολής από το Ταμείο.

Την ουσιαστική αλλαγή στο άρθρο 6α αποτελεί η προσθήκη κατά απαίτηση του Eurogroup των εγχειρόγραφων υποχρεώσεων μη προτιμητέων από διάταξη αναγκαστικού δικαίου (senior liabilities non preferred by mandatory provisions of law) στη κατηγορία των υποχρεώσεων εκείνων των οποίων η ονομαστική αξία μειώνεται ή οι οποίες δύνανται να μετατρέπονται σε τίτλους κεφαλαίου που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια της κατηγορίας 1 (CET 1).

Το Άρθρο 6Β είναι νέο και αποτελεί το μοναδικό άρθρο με το οποίο συνδέεται το Ταμείο με τις διαδικασίες του Ν. 4335/2015. Μοναδική σύνδεση είναι ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών το Ταμείο δύναται να αποτελεί το φορέα συμμετοχής σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου πιστωτικού ιδρύματος που τελεί σε καθεστώς εξυγίανσης υπό την προϋπόθεση ότι ο Υπουργός Οικονομικών κάνει χρήση του εργαλείου της δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης του άρθρου 57 άρθρου 2 του Ν. 4335/2015.

Σημειώνεται πάντως και πάλι ότι οι διαδικασίες και αξιολογήσεις στο πλαίσιο του ν. 4335/2015 αποτελούν διαδικασίες και αξιολογήσεις που λαμβάνουν χώρα σε νομικό πλαίσιο διάφορο του νόμου αυτού. Αποτέλεσμα πάντως αυτών είναι η τυχόν εφαρμογή του άρθρου 6Β.

Σχετικό με το άρθρο 7, επιβεβαιώνεται ότι το Ταμείο έχει πλήρη δικαιώματα ψήφου, τα οποία πλέον θα ασκεί ως μέτοχος. Οι αλλαγές στην παράγραφο 1 σκοπό έχουν να διευκρινίσουν περαιτέρω το χρονικό σημείο στο οποίο το Ταμείο παρέχει τη κεφαλαιακή στήριξη και εφόσον πάντοτε έχει ενεργοποιηθεί η συμμετοχή του με το άρθρο 6. Εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει διαπιστωθεί ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούμενης αφερεγγυότητας από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1α του άρθρου 32 άρθρου 2 του Ν. 4335/2015, μετά τη τυχόν εφαρμογή των μέτρων του άρθρου 6Α· Εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης και προκριθεί αρμοδίως η εφαρμογή του εργαλείου της δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης του άρθρου 57 άρθρου 2 του Ν. 4335/2015, μετά τη τυχόν εφαρμογή των προβλεπόμενων μέτρων στο Ν. 4335/2015. Και στις δύο περιπτώσεις το Ταμείο παρέχει τη κεφαλαιακή στήριξη και μετά τη τυχόν συμμετοχή των ιδιωτών.Η παράγραφος 2 ορίζει ότι τη κατανομή της συμμετοχής του Ταμείου μεταξύ υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών (cocos) και μετοχών αποφασίζει με απόφασή του το Υπουργικό Συμβούλιο.Η παράγραφος 3 ορίζει ότι η αποτίμηση των ομολόγων του ESM από το Ταμείο καθιστά περιττή τη τυχόν αποτίμηση του όρθρου 9 Ν. 2190/1920. Στο άρθρο 8 καταργείται η δυνατότητα του Ταμείου να πουλά σε τιμή χαμηλότερη της τιμής κτήσης. Με το τροποποιημένο άρθρο 10 προστίθενται νέες διατάξεις που επιτρέπουν στο Ταμείο να αξιολογεί τις διοικήσεις των τραπεζών με βαση τις καλύτερες διεθνείς πρακτικές. Τα υπόλοιπα άρθρα επιφέρουν μικρές νομοτεχνικές ουσιαστικά βελτιώσεις για την προσαρμογή του νέου ρόλου του Ταμείου και την υποκατάσταση του EFSF από τον ESM στη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Τέλος, τροποποιείται η διάταξη για την αστική ευθύνη των μελών διοίκησης του Ταμείου και του προσωπικού του και αποσαφηνίζεται το σχετικό πλαίσιο.

Επί του άρθρου 2

Με το άρθρο 2 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 4335/2015

Με τις τροποποιήσεις στον ν. 4335/2015 τίθεται σε ισχύ η αναδιάρθρωση παθητικού, και έτσι πλέον η αρχή εξυγίανση έχει στη διάθεση της ενισχυμένες εξουσίες και εργαλεία για να αντιμετωπίσει θέματα εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων. Διευκρινίζεται όμως ότι η αναδιάρθρωση παθητικού δεν αφορά τις καταθέσεις, εγγυημένες ή μη, φυσικών προσώπων ή μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Επίσης, δεν αφορά έως την 31.12.2015 λοιπές υποχρεώσεις, οι οποίες πλέον καθίστανται προνομιούχες σύμφωνα με το άρ. 145Α του ν. 4261/2014, όπως αυτό τροποποιείται. Επίσης, διευκρινίζεται το πεδίο εφαρμογής του άρ. 68 του άρ. 2 του ν. 4335/2015 σε ό,τι αφορά τη μη ενεργοποίηση των ρητρών αλυσιδωτής καταγγελίας ως συνέπεια της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης. Αυτή η μη ενεργοποίηση πρέπει να ισχύει και όταν το μέτρο εξυγίανσης προκαλεί αδυναμία π.χ. μιας θυγατρικής εταιρίας να ανταποκριθεί σε δικές της υποχρεώσεις. Ακόμη, αντιμετωπίζονται ενιαία τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα στο πλαίσιο του άρ. 59, σύμφωνα άλλωστε με τη λειτουργία τους, και διευκρινίζονται τεχνικά θέματα της αναδιάρθρωσης παθητικού και της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης.

Επί του άρθρου 3

Με το άρθρο 3 τροποποιούνται διατάξεις του ν.4261/2014

Με την τροποποίηση στο άρ. 145Α του ν. 4261/2014 διαμορφώνεται ακόμη πιο εξειδικευμένη σειρά κατάταξης των απαιτήσεων κατά πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε η σειρά αυτή να ανταποκρίνεται στο εξαιρετικό δημόσιο συμφέρον για την αποτελεσματική, όσο και σύμφωνη με την ανάγκη προστασίας της συστημικής σταθερότητας, ρύθμιση της αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Για δε τις υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων έναντι θυγατρικών τους, που προκύπτουν από την παρεμβολή των θυγατρικών τους στην έκδοση ομολόγων, λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη μεταχείρισης αυτών των συναλλακτικών σχημάτων σύμφωνα με την οικονομική λειτουργία τους.

Με την τροποποίηση στο όρ. 146 του ν. 4261/2014 διευκρινίζεται ρητώς ότι στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Ειδικών Εκκαθαρίσεων εμπίπτουν και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα υπό ειδική εκκαθάριση, καθώς και απαιτήσεις από λοιπές πιστωτικές συμβάσεις πέραν των δανειακών.

Επί του άρθρου 4

Με το άρθρο 4 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 4172/2013, οι οποίες αφορούν την αναβαλλόμενη φορολογία των τραπεζών.

Ειδικότερα, οι λέξεις «συνέταιροι», «συνεταιριστικό κεφάλαιο» και «συνεταιριστικές μερίδες» προστίθενται προκειμένου να είναι σαφές ότι και οι συνεταιριστικές τράπεζες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

Ο περιορισμός του ύψους του ποσού της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης λόγω πιστωτικού κινδύνου που εμπίπτει στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 27Α, στο ποσό που αφορά σε προβλέψεις επισφάλειας οι οποίες έχουν απεικονισθεί στις οικονομικές καταστάσεις μέχρι τις [30 Ιουνίου 2015] αποσκοπεί στην συγκεκριμενοποίηση των οικονομικών μεγεθών που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της ορθολογικής άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής. Επιπροσθέτως, η θέσπιση του παραπάνω περιορισμού είναι απόλυτα συναφής με ρυθμίσεις άλλων χωρών (π.χ. Ιταλία) στις οποίες υπάρχει αντίστοιχο πλαίσιο περί μετατροπής αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων σε οριστικές φορολογικές απαιτήσεις και διευκολύνει την τεκμηρίωση της συμμόρφωσης των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί αποφυγής αθέμιτων κρατικών ενισχύσεων.

Οι λέξεις "διαδικασίας εξυγίανσης" αποτελούν πλεονασμό και ως εκ τούτου διαγράφονται, καθώς σε περίπτωση ένταξης του πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος σε διαδικασία εξυγίανσης αν μεν ανακληθεί η άδεια και παύσει η δραστηριότητα του ιδρύματος, το ίδρυμα μπαίνει σε ειδική εκκαθάριση ενώ αν συνεχίσει η δραστηριότητα του ιδρύματος έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Επιπλέον, η πρόσφατη ενσωμάτωση της σχετικής οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί ανάκαμψης και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων («BRRD») στην ελληνική νομοθεσία (ν. 4335/2015) δημιουργεί κινδύνους «άσκοπης» μετατροπής των A<DA σε οριστικές φορολογικές απαιτήσεις, ακόμα και σε περίπτωση εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης που προϋποθέτουν τη συνέχιση της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

Η μετάθεση του χρόνου έναρξης εφαρμογής της διάταξης κρίνεται απαραίτητη λαμβάνοντας υπόψη: (α) την υπό εξέλιξη αξιολόγηση της βιωσιμότητας των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων από την Ευρωπαϊκή
Κεντρική Τράπεζα, η οποία ενδεχομένως να οδηγήσει σε διαδικασίες ανακεφαλαιοποίησης/εξυγίανσης τους με ιδιωτικά, ή/και κρατικά κεφάλαια, ή/και κεφάλαια που δύναται να παρασχεθούν απευθείας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης, και (β) τον κίνδυνο «διάλυσης» (dilution) των νέων μετόχων που ενδεχομένως να προκύψουν από τις παραπάνω διαδικασίες, σε περίπτωση λογιστικών ζημιών των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά τη χρήση του 2015 κατ' εφαρμογή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Το ενδεχόμενο αυτό αναμένεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά κατά την ανακεφαλαιοποίηση όσον αφορά στη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών
 
Επί του άρθρου 5

Με το άρθρο 5 τροποποιούνται διατάξεις του ν. 1667/1986

Με την παράγραφο 1 προστίθενται νέες παράγραφοι στο άρθρο 4, που επιτρέπουν στη συνεταιριστική τράπεζα να αναπτύξει, στη βάση της αρχής της αυτονομίας, σύστημα κινήτρων για να ελκύσει πρόσωπα που θα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν με μεγάλα ποσά στο συνεταιριστικό κεφάλαιο ή και διαθέτουν, παράλληλα, ειδική τεχνογνωσία και ειδικά προσόντα χρήσιμα για την ανάπτυξη των εργασιών του συνεταιρισμού. Τα κίνητρα αυτά συνίστανται στη διασφάλιση για τα πρόσωπα αυτά της συμμετοχής τους στο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνεταιρισμού, εφόσον τα πρόσωπα αυτά κατέχουν ένα συγκεκριμένο ποσοστό του συνεταιριστικού κεφαλαίου.

Με τη νέα παράγραφο 2α που προστίθεται στο άρθρο 4 του ν. 1667/1986 παρέχεται η δυνατότητα στις συνεταιριστικές τράπεζες, με τροποποίηση του καταστατικού τους, να εισαγάγουν διατάξεις που θα επιτρέπουν σε μέλος του συνεταιρισμού, που κατέχει συνεταιριστικές μερίδες με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, η συνολική ονομαστική αξία των οποίων υπερβαίνει ένα συγκεκριμένου ποσοστό της συνολικής ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως θα ορίζει το καταστατικό, να ορίζει μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού. Το ποσοστό αυτό που πρέπει να κατέχει το μέλος του συνεταιρισμού δεν μπορεί να υπολείπεται του 10%. Μπορεί, όμως, να είναι και υψηλότερο.

Τα δικαιώματα που μπορεί να παρέχονται με το καταστατικό είναι τα εξής:

α) Δικαίωμα σε συνεταίρο που θα κατέχει το ποσοστό που θα ορίζει το καταστατικό να ορίζει το ένα από τα δύο πρόσωπα πλήρους απασχόλησης που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν. 4261/2014. Το δικαίωμα αυτό δύναται να παρέχεται μόνον σε ένα μέλος του συνεταιρισμού.

β) Δικαίωμα σε συνεταίρο που θα κατέχει το ποσοστό που θα ορίζει το καταστατικό να ορίζει έως τα δύο τρίτα (2/3) των μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που απαρτίζουν την Επιτροπή Ελέγχου. Η διάταξη προβλέπει ότι σε μέλος του συνεταιρισμού που έχει παρασχεθεί το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί να παρασχεθεί και το δικαίωμα διορισμού του εκτελεστικού μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου πλήρους απασχόλησης που (συν)διευθύνει τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος.

γ) Δικαίωμα σε συνεταίρο που θα κατέχει το ποσοστό που θα ορίζει το καταστατικό να ορίζει μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού μέχρι του ενός τρίτου (1/3) του προβλεπομένου συνολικού αριθμού αυτών. Η διάταξη προβλέπει ότι, αν το δικαίωμα αυτό έχει παρασχεθεί σε ένα μόνον μέλος του συνεταιρισμού, τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση, δεν δύνανται να υπολείπονται των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών του. Εφόσον όμως το δικαίωμα ορισμού μελών στο Διοικητικό Συμβούλιο έχει παρασχεθεί σε περισσότερα από ένα μέλη του συνεταιρισμού, ο συνολικός αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού που μπορούν να ορίσουν τα εν λόγω μέλη του συνεταιρισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο πέμπτα (2/5) του προβλεπομένου στο Καταστατικό συνολικού αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Η διάταξη διευκρινίζει ότι, εφόσον σε μέλος του συνεταιρισμού έχει παρασχεθεί το δικαίωμα ορισμού μελών στο Διοικητικό Συμβούλιο, για τον προσδιορισμό του συνολικού αριθμού μελών που επιτρέπεται να διορίζει ο εν λόγω συνεταίρος προσμετρώνται και συνυπολογίζονται και τα πρόσωπα που τυχόν διορίζονται από αυτό κατά το στοιχείο α' ή το στοιχείο β', δηλαδή το εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που συμμετέχει στη διεύθυνση της δραστηριότητας του συνεταιρισμού ή τα μη εκτελεστικά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που συμμετέχουν στην Επιτροπή Ελέγχου.

Η παράγραφος 2β εστιάζει στην αρχή της αυτονομίας και της αυτοδιοίκησης των συνεταιρισμών και προβλέπει ότι το καταστατικό είναι αυτό που ορίζει α) τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, ποσοτικά ή και ποιοτικά, για να απονεμηθούν σε ορισμένο ή ορισμένα μέλη ένα ή περισσότερα από τα δικαιώματα της παραγράφου 2α, τηρουμένων βεβαίως των κανόνων της παραγράφου 2α, καθώς και β) τη διαδικασία ασκήσεως των παρεχομένων δικαιωμάτων. Η διάταξη παραθέτει ενδεικτικώς τέτοια κριτήρια που μπορεί να καθορίζει το καταστατικό, καθιστώντας σαφές ότι ως τέτοια κριτήρια μπορεί να είναι, πέραν των ρητώς καθοριζομένων στην παρ. 2α, και το ποσοστό του αριθμού των ψήφων, τυχόν ανάληψη δέσμευσης του μέλους του συνεταιρισμού έναντι του συνεταιρισμού, η διάρκεια ισχύος της οποίας μπορεί να προσδιορισθεί, τυχόν παροχή από το μέλος ειδικής τεχνογνωσίας, η ιδιότητα του μέλους ως στρατηγικού εταίρου στο πλαίσιο συμφωνίας που έχει καταρτίσει με τη διοίκηση του συνεταιρισμού κλπ. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει επίσης και συγκεκριμένους λόγους απώλειας του δικαιώματος διορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που παρέχεται στο μέλος του συνεταιρισμού.

Η παράγραφος 2γ ρυθμίζει διαδικαστικά θέματα του τρόπου ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία έχει παρασχεθεί τέτοιο δικαίωμα κατά την παρ. 2α. Ρητώς προβλέπεται, πάντως, ότι τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία έχει παρασχεθεί το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δεν συμμετέχουν στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση.

Η διάταξη αυτή εναρμονίζει τις νέες διατάξεις με την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 παρ. 4 και 5 του ν. 1667/1986 διαδικασία της ανάδειξης και ελέγχου των εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ως προς τα κριτήρια καταλληλότητας και αξιοπιστίας μέσω της Επιτροπής Ανάδειξης Υποψηφίων.

Για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της εφαρμογής των νέων διατάξεων στις συνεταιριστικές τράπεζες που θα απεφάσιζαν την υιοθέτησή τους, η παράγραφος 2δ, που έχει χρονικά περιορισμένο και μεταβατικό χαρακτήρα, προβλέπει ότι η ίδια η γενική συνέλευση που θα αποφασίσει την τροποποίηση θα μπορεί να διορίζει και τα νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου από τα πρόσωπα στα οποία παρέχεται το δικαίωμα διορισμού τους. Ρητώς ορίζεται ότι τα πρόσωπα αυτά θα πρέπει να έχουν εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος βάσει των διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4261/2014. Τα νέα αυτά πρόσωπα αυτά είτε θα αναπληρώνουν παραιτούμενα ισάριθμα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, έτσι ώστε να μην αυξηθεί ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, είτε θα αυξήσουν ανάλογα τον αριθμό των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου μέχρι τη λήξη της θητείας του. Στη δεύτερη περίπτωση, με την εκλογή του νέου Διοικητικού Συμβουλίου ο αριθμός των μελών του θα επανέλθει σ' αυτόν που ορίζει το καταστατικό και η Γενική Συνέλευση.

Το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 1667/1986 προβλέπει ότι στους πιστωτικούς συνεταιρισμούς που λειτουργούν ως πιστωτικά ιδρύματα, ο αριθμός ψήφων μπορεί να καθορίζεται σε συνάρτηση προς τον αριθμό των μερίδων «με δικαίωμα ψήφου». Με την προτεινόμενη διάταξη καταργείται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986, που προβλέπει ότι οι ψήφοι ενός μέλους του συνεταιρισμού δεν μπορεί να είναι περισσότερες από πέντε ούτε να υπερβαίνουν το 2% του συνολικού αριθμού ψήφων, και προστίθενται νέα εδάφια, τα οποία επιτρέπουν σε μέλος συνεταιριστικής τράπεζας να αποκτήσει μεγαλύτερο αριθμό ψήφων, όπως θα ορίσει το καταστατικό της. Το ανώτατο ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου που μπορεί να επιτρέπει το καταστατικό συνεταιριστικής τράπεζας να αποκτά μέλος της, ακόμη και αν η συμμετοχή του στο συνεταιριστικό κεφάλαιο είναι μεγαλύτερη, δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 33% του συνολικού αριθμού ψήφων. Είναι αυτονόητο ότι το καταστατικό συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να καθορίσει και μικρότερο ποσοστό. Η διάταξη προβλέπει, όμως, διπλό φραγμό για να μην μπορούν συνεταίροι με υψηλό ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού να αλλοιώσουν και καταργήσουν το προσωπικό στοιχείο του συνεταιρισμού. Προβλέπεται, συγκεκριμένα, ότι όσα μέλη συνεταιριστικής τράπεζας έχουν δικαιώματα ψήφου που υπερβαίνουν το ποσοστό που θα καθορίσει το καταστατικό, που δεν μπορεί όμως να ορισθεί υψηλότερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων, δεν δικαιούνται να κατέχουν συνολικώς (αθροιστικώς) συγκεκριμένο ποσοστό ψήφων που θα καθορίζει το καταστατικό, το οποίο ποσοστό δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου. Κατ' αυτόν τον τρόπο διατηρείται το προσωπικό στοιχείο του συνεταιρισμού και, επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα σε κάθε συνεταιριστική τράπεζα να καθορίσει τα όρια αυτά και αυστηρότερα, με την παροχή δηλαδή λιγότερων δικαιωμάτων ψήφου σε συνεταίρους που συμμετέχουν με μεγάλα κεφάλαια στη συνεταιριστική τράπεζα.

Η διάταξη προβλέπει, μάλιστα, ότι, πέραν τούτων, το καταστατικό της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να καθορίζει ειδικά θέματα για τα οποία η λήψη απόφασης από τη γενική συνέλευση δεν γίνεται μόνον με τα δικαιώματα ψήφου των περισσοτέρων συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει ένας συνεταίρος, αλλά με διπλή πλειοψηφία: τόσο του συνόλου των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας (προσωπικό στοιχείο), όσο και του συνόλου του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου (κεφαλαιουχικό στοιχείο). Το καταστατικό μπορεί μάλιστα να εξειδικεύει περισσότερο τα θέματα αυτά και να καθορίζει συγκεκριμένο απαιτούμενο ποσοστό ψήφων και των δύο κατηγοριών για καθένα απ' αυτά τα θέματα.

Η διάταξη καθιστά, τέλος, σαφές ότι μέλος συνεταιριστικής τράπεζας που κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων θεωρείται ότι δύναται να ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαχείριση της συνεταιριστικής τράπεζας και υπόκειται στους εποπτικούς κανόνες του ν. 4261/2014 για τα πρόσωπα που έχουν ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα.

Το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1667/1986 καθορίζει ότι τα μέλη του Συνεταιρισμού μετέχουν και ψηφίζουν στη Γενική Συνέλευση αυτοπροσώπως, επιτρέποντας εξαιρέσεις σε συνεταιρισμούς που έχουν περισσότερα από χίλια μέλη. Με την προτεινόμενη διάταξη προστίθεται στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 1667/1986 εδάφιο, που επιτρέπει σε συνεταιριστική τράπεζα, η οποία, κάνοντας χρήση των διατάξεων των εδαφίων 4 επ. του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1667/1986, έχει παράσχει στα μέλη της δικαίωμα άνω των είκοσι ψήφων για συνεταιριστικές μερίδες που κατέχουν, να προβλέψει στο καταστατικό της ότι το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη Γενική Συνέλευση ασκείται και δι' αντιπροσώπου. Ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας. Ο αριθμός των συνεταίρων που θα αντιπροσωπεύει και, κατ' επέκταση, ο αριθμός των ψήφων με τις οποίες θα ψηφίζει ο αντιπρόσωπος θα ρυθμίζεται στο καταστατικό, που μπορεί να θέσει ή και όχι περιορισμούς σχετικώς. Σημειώνεται, πάντως, ότι η διάταξη αυτή λειτουργεί ως «αντίβαρο» στην παροχή περισσοτέρων δικαιωμάτων ψήφου σε συνεταίρους με μεγάλη κεφαλαιουχική συμμετοχή.

Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής που έχουν μεταβατικό χαρακτήρα, σκοπό έχουν να επιταχύνουν και διευκολύνουν τις διαδικασίες τροποποιήσεως του καταστατικού και αυξήσεως του κεφαλαίου των συνεταιριστικών τραπεζών, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η ανακεφαλαιοποίηση των συνεταιριστικών τραπεζών εντός των χρονικά στενών περιθωρίων και προθεσμιών του έτους 2015. Ειδικώς ως προς την παρ. 4 σημειώνεται ότι η έκδοση και διάθεση από συνεταιρισμούς (και συνεταιριστικές τράπεζες) συνεταιριστικών μερίδων, οι οποίες μεταβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 1667/1986 και δεν είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, δεν εμπίπτει στην υποχρέωση έκδοσης ενημερωτικού ή πληροφοριακού δελτίου κατά την έννοια του ν. 3401/2005, αφού οι εν λόγω συνεταιριστικές μερίδες δεν συνιστούν κινητές αξίες. Η διάταξη θέτει κανόνες για την επιτάχυνση της διαδικασίας έγκρισης των αυξήσεων κεφαλαίου που διενεργούνται με τον τρόπο αυτό από την Τράπεζα της Ελλάδος και καθορίζει ρητώς ότι με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να αρχίσει η απ' ευθείας διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων από την εκδότρια συνεταιριστική τράπεζα στους συνεταίρους, χωρίς να απαιτείται η τήρηση άλλων διαδικασιών πλην εκείνων που τυχόν θα επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος με την εγκριτική της απόφαση.


ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ

για το πλαίσιο ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις του υπουργείου Οικονομικών

Άρθρο 1
Τροποποιήσεις ν. 3864/2010 (Α' 119)

1. Το άρθρο 2 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 2 Σκοπός, έδρα, διάρκεια
1. Σκοπός του Ταμείου είναι η συνεισφορά στη διατήρηση της σταθερότητας του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος.
Το Ταμείο ενεργεί σε συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης, το σχέδιο του οποίου κυρώθηκε με το ν. 4046/2012 (Α' 28), όπως κάθε φορά επικαιροποιείται, και από τη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της 19.08.2015, το σχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το ν. 4336/2015 (Α' 94), όπως κάθε φορά επικαιροποιείται.
Το Ταμείο συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από ή συνδέονται με την Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Master Financial Facility Agreement) της 15.03.2012, προσχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το ν. 4060/2012 (Α' 65) και τη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης (Financial Facility Agreement) της 19.08.2015, το σχέδιο της οποίας κυρώθηκε με το νόμο 4336/2015 (Α*94) του προηγούμενου εδαφίου αντίστοιχα, και εξουσιοδοτείται να προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τη συμμόρφωση με αυτές και την πλήρη εφαρμογή τους.
2. Στο πλαίσιο του σκοπού του το Ταμείο:
α) Παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση στα πιστωτικά ιδρύματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και σε συμμόρφωση με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις.
β) Παρακολουθεί και αξιολογεί, για τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο, το βαθμό συμμόρφωσης με τα σχέδια αναδιάρθρωσής τους, διασφαλίζοντας παράλληλα την επιχειρησιακή τους αυτονομία. Το Ταμείο διασφαλίζει τη με όρους αγοράς λειτουργία τους, με
τρόπο ώστε να προάγεται η κατά διαφανή τρόπο συμμετοχή ιδιωτών στο κεφάλαιο τους και να τηρούνται οι περί κρατικών ενισχύσεων κανόνες,
γ) Ασκεί τα δικαιώματα του μετόχου που απορρέουν από τη συμμετοχή του στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει κεφαλαιακή ενίσχυση, όπως τα δικαιώματα αυτά ορίζονται στον παρόντα νόμο και σε συμφωνίες-πλαίσιο που συνάπτει με τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6 για τη ρύθμιση των σχέσεων του με αυτά, σε συμμόρφωση με κανόνες που υπηρετούν τη χρηστή διαχείριση της περιουσίας του Ταμείου και με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης περί κρατικών ενισχύσεων και ανταγωνισμού.
δ) Διαθέτει μέρος ή το σύνολο των χρηματοπιστωτικών μέσων που έχουν εκδοθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία συμμετέχει, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 8.
ε) Χορηγεί δάνειο προς το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) για σκοπούς εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 16.
στ) Διευκολύνει τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων.
ζ) Συνάπτει συμφωνίες ή τροποποιεί συμφωνίες πλαίσιο, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 6, για τη ρύθμιση των σχέσεών του με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία λαμβάνουν ή έχουν λάβει χρηματοδοτική διευκόλυνση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) προκειμένου να εξασφαλισθεί η εφαρμογή των σκοπών και των δικαιωμάτων του, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών δικαιωμάτων του άρθρου 10, για όσο χρόνο το Ταμείο κατέχει μετοχές ή άλλα κεφαλαιακά μέσα. Ως πιστωτικά ιδρύματα, στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, νοούνται τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Κανονισμού (EE) 575/2013, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιριστικών τραπεζών, τα οποία λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα κατόπιν άδειας από την αρμόδια αρχή, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων αυτών που λειτουργούν στην αλλοδαπή, καθώς και των θυγατρικών αλλοδαπών πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα. 3. Το Ταμείο ενεργεί βάσει ολοκληρωμένης στρατηγικής για τον τραπεζικό τομέα και τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η οποία αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ του Υπουργείου Οικονομικών, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου, όπως αυτή κάθε φορά επικαιροποιείται.
4. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσεται η προσωρινή ενίσχυση της ρευστότητας, που παρέχεται με βάση το ν. 3723/2008 ή στο πλαίσιο λειτουργίας του ευρωσυστήματος και της Τράπεζας της Ελλάδος.
5. Στο σκοπό του Ταμείου δεν εντάσσονται η παρακολούθηση και ο έλεγχος των πράξεων και αποφάσεων των οργάνων της ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων. Τα μέλη των συλλογικών οργάνων του Ταμείου δεν έχουν καμία εξουσία ή αρμοδιότητα ως προς πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που έχουν την ευθύνη διεξαγωγής της ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων.
6. Το Ταμείο εδρεύει στην Αθήνα και η διάρκεια του ορίζεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 2020. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να παρατείνεται η διάρκεια του Ταμείου , εφόσον είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των σκοπών του.»

2. Το άρθρο 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3 Κεφάλαιο, περιουσία
1. Τα κεφάλαια του Ταμείου προέρχονται: α) από πόρους που αντλούνται στο πλαίσιο του μηχανισμού στήριξης της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δυνάμει του ν. 3845/2010 (Α1 65) και δυνάμει της Κύριας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 15.03.2012 και β) από πόρους που αντλούνται δυνάμει της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.08.2015, όπως κάθε φορά ισχύει, και καταβάλλονται στο Ταμείο από το Ελληνικό Δημόσιο.
Το ως άνω κεφάλαιο δύναται να καλύπτεται σταδιακά από το Ελληνικό Δημόσιο και ενσωματώνεται σε τίτλους , οι οποίοι δεν είναι μεταβιβάσιμοι μέχρι τη λήξη της κατά το προηγούμενο όρθρο διάρκειας του Ταμείου. Ο Υπουργός Οικονομικών δύναται, με απόφασή του, να ζητήσει την επιστροφή κεφαλαίου από το Ταμείο στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12.
2. Το κεφάλαιο του Ταμείου που παρέχεται σε μορφή μετρητών κατατίθεται, με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό του Ταμείου που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος αποκλειστικά για το σκοπό του παρόντος νόμου.
Το παρεχόμενο από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκιο θα συμφωνείται με το Ταμείο και δεν θα δύναται να υπερβαίνει ή να είναι κατώτερο από τα παρακάτω επιτόκια: α) το εφαρμοζόμενο από το Ευρωσύστημα επιτόκιο πάγιας διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων και β) το μέσο δείκτη των επιτοκίων του ευρώ για τοποθετήσεις στη χρηματαγορά διάρκειας μιας ημέρας (ΕΟΝΙΑ).
Σε περίπτωση που το κεφάλαιο κατατίθεται με τη μορφή ομολόγων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) ή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ή άλλης μορφής χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδει ή εγκρίνει το ΕΤΧΣ ή ο ΕΜΣ, τα ως άνω ομόλογα ή χρηματοπιστωτικά μέσα τηρούνται σε λογαριασμό τίτλων τον οποίο τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος ως φορέας του Συστήματος Άυλων Τίτλων του ν. 2198/1994 (Α' 43), υπό την ιδιότητα του θεματοφύλακα των εν λόγω τίτλων.
3. Περιουσία του Ταμείου αποτελούν οι εισφορές, προς σχηματισμό κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των μετρητών, ομολόγων του ΕΤΧΣ και του ΕΜΣ ή άλλων χρηματοοικονομικών τους μέσων , οι τόκοι της προηγουμένης παραγράφου, οι εκδιδόμενες από πιστωτικά ιδρύματα και αποκτώμενες από το Ταμείο μετοχές, ομολογίες και άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα κατά το άρθρο 7 του παρόντος και κατά το πρώην άρθρο 63Ε του ν. 3601/2007 (Α' 178), καθώς και όλα τα δικαιώματα οικονομικής φύσης που απορρέουν από τη συμμετοχή του Ταμείου στο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένου του προϊόντος της εκκαθάρισης των ως άνω πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των δικαιωμάτων έναντι των υπό εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων σε περίπτωση καταβολής του ποσού της διαφοράς της αξίας μεταξύ των μεταφερομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση α της παραγράφου 13 του πρώην άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007 και στην παράγραφο 7 του πρώην άρθρου 63 Ε του ίδιου νόμου, καθώς και τα δικαιώματα που προκύπτουν από δάνειο για σκοπούς εξυγίανσης που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 16.
4. Η περιουσία του Ταμείου δύναται να επενδύεται μόνο σε καταθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, απαγορευομένης οποιασδήποτε άλλης μορφής επένδυσης. Το Ταμείο δεν δύναται να συνάπτει δάνεια, να εκδίδει ομόλογα και άλλα εμπορικά αξιόγραφα οποιασδήποτε φύσης, εκτός εάν υπάρχει ειδική περί αυτού πρόβλεψη στο νόμο. Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, τα διαθέσιμα του Ταμείου τοποθετούνται μέχρι τις 31.12.2015 σε ποσοστό 10% στον καταθετικό λογαριασμό της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και σε ποσοστό 90% σε λογαριασμό ταμειακής διαχείρισης στην Τράπεζα της Ελλάδος, με σκοπό την επένδυσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 παράγραφος 11 (ζ) του ν. 2469/1997 (Α' 38), οι οποίες έχουν εφαρμογή και στο Ταμείο. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει από 17.03.2015.
5. Πριν από τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου ή την έναρξη κάθε διαδικασίας εκκαθάρισής του, ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίζει χιπό κοινού με το ΕΤΧΣ και τον ΕΜΣ τον φορέα και τον τρόπο που θα μεταφερθούν το κεφάλαιο και τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του Ταμείου, λόγω της λήξης της διάρκειάς του ή της εκκαθάρισής του. Η ανωτέρω μεταφορά θα πραγματοποιηθεί κατά τρόπο που να διασφαλίζεται ότι η οικονομική και νομική θέση των ΕΤΧΣ και ΕΜΣ δεν θα χειροτερεύσει εκ του λόγου αυτού. Άλλως, με τη λήξη της διάρκειας του Ταμείου, γενομένης εκκαθαρίσεως, αποδίδεται το κεφάλαιο και το ενεργητικό και το παθητικό του περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, ως οιονεί καθολικό του διάδοχο.
6. Κάθε αναφορά του παρόντος νόμου στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή ΕΤΧΣ, νοείται και ως αναφορά στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας του άρθρου δεύτερου του ν. 4063/2012 (Α' 71), στην περίπτωση που ο τελευταίος υποκαταστήσει το ΕΤΧΣ στις αρμοδιότητες του που αφορούν στην χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίησης και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων.

3. Το άρθρο 4 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 4 Όργανα Διοίκησης του Ταμείου
1. Ως όργανα Διοίκησης του Ταμείου ορίζονται το Γενικό Συμβούλιο και η Εκτελεστική Επιτροπή του.
2. Το Γενικό Συμβούλιο αποτελείται από εννέα (9) μη εκτελεστικά μέλη. Επτά (7) εκ των μελών του, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου του, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα. Τις θέσεις των υπολοίπων μελών του Γ ενικού Συμβουλίου συμπληρώνουν ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένα πρόσωπο που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ένα μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής ορίζεται υπεύθυνο για την ενίσχυση του ρόλου του Ταμείου στην διευκόλυνση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων των πιστωτικών ιδρυμάτων στα οποία το Ταμείο έχει συμμετοχή.
3. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι τριμελής. Δύο (2) εκ των μελών της, συμπεριλαμβανομένου του Διευθύνοντος Συμβούλου, επιλέγονται μεταξύ προσώπων με διεθνή εμπειρία σε τραπεζικά θέματα ή σε θέματα εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων. Ένα εκ των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής υποδεικνύεται από τη Τράπεζα της Ελλάδος.
4. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής επιλέγονται, ύστερα από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος, από Επιτροπή Επιλογής, η οποία συστήνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με το άρθρο 4Α.
5. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής διορίζονται, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α. Η θητεία τους δεν μπορεί να υπερβαίνει τη διάρκεια του Ταμείου όπως αυτή προσδιορίζεται στην παράγραφο 6 του άρθρου 2 του παρόντος Νόμου. Σε περίπτωση κένωσης θέσεως μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής, η θέση πληρούται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών, η οποία δύναται να παραταθεί για ακόμα τριάντα (30) ημέρες εφόσον τούτο κριθεί απαραίτητο, δια του διορισμού νέου μέλους σύμφωνα με τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 4Α μέχρις εξαντλήσεως της θητείας του αποχωρήσαντος μέλους. Εξαιρουμένου του εκπροσώπου, στο Γενικό Συμβούλιο, του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και του μέλους που έχει οριστεί από τη Τράπεζα της Ελλάδος, για το διορισμό και την ανανέωση της θητείας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, καθώς και για την αμοιβή τους, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Euro Working Group.
6. Μόνο ανεπίληπτα πρόσωπα δύνανται να επιλεγούν ως μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής. Δεν δύναται να επιλεγεί ως μέλος του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής πρόσωπο που:
α. έχει καταδικαστεί για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική,
β. έχει κηρυχθεί σε πτώχευση,
γ. λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος δεν πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχει αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος ή του έχει απαγορευθεί να ασκεί καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση, ή
δ. έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα.
ε. έχει διατελέσει υπάλληλος ή σύμβουλος πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα ή κατέχουν μετοχικό κεφάλαιο ή διαθέτουν χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το μετοχικό κεφάλαιο τέτοιου ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή ανώτερης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν την τοποθέτησή του.
7. Οι ιδιότητες του Βουλευτή, μέλους της Κυβερνήσεως, στελέχους Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής, στελέχους, υπαλλήλου ή συμβούλου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στην Ελλάδα ή προσώπου που κατέχει μετοχές τέτοιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ή άνω ή διαθέτει χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το μετοχικό κεφάλαιο του ως άνω ιδρύματος για ισόποσο ποσό εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω, είναι ασυμβίβαστες με εκείνην του μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής. Στέλεχος ή υπάλληλος πανεπιστημίου, οργανισμού ή ιδρύματος λειτουργικά αυτόνομου από την Κυβέρνηση, δεν λογίζεται ως στέλεχος της Κυβέρνησης ή υπάλληλος Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το διορισμό ως μέλους του Γενικού Συμβουλίου η ιδιότητα υπαλλήλου ή γενικού γραμματέα του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου περί του εκπροσώπου αυτού στο Γενικό Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 2. Ο Διοικητής, οι Υποδιοικητές, τα μέλη των συλλογικών οργάνων, οι σύμβουλοι και το προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος δεν μπορούν να είναι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής.
8. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής  δύνανται να παύονται και πριν τη λήξη της θητείας τους, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, είτε (α) εφόσον συντρέξουν στο πρόσωπο τους παράγοντες που τους καθιστούν μη επιλέξιμους με βάση τα άρθρα 6 και 7, είτε (β) μετά από αιτιολογημένη πρόταση της Επιτροπής Επιλογής για τους λόγους και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 4Α. 9. Το Γενικό Συμβούλιο αποφασίζει με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν εισήγησης της Εκτελεστικής Επιτροπής για τα θέματα που προβλέπονται παρακάτω και είναι αρμόδιο για τον έλεγχο της ορθής λειτουργίας και της εκπλήρωσης του σκοπού του Ταμείου. Ειδικότερα, το Γενικό Συμβούλιο: α. ενημερώνεται από την Εκτελεστική Επιτροπή για τη δράση της και ελέγχει τη συμμόρφωση αυτής στις διατάξεις του παρόντος νόμου και ιδίως στις αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2,
β. αποφασίζει για τα θέματα σχετικά με την παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης, την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου και τη διάθεση της συμμετοχής του Ταμείου.
γ. εγκρίνει την πολιτική, τους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) που εφαρμόζονται για τη διοίκηση και τη λειτουργία του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένου και του Κώδικα Δεοντολογίας των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, την πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων, την πολιτική για τα συνδεδεμένα πρόσωπα και την πολιτική για την Προνομιακή Πληροφόρηση.
δ. εγκρίνει το διορισμό των ανώτατων στελεχών του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του Διευθυντή Εσωτερικής Επιθεώρησης, του Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων, του Διευθυντή Διαχείρισης Επενδύσεων, του Διευθυντή Οικονομικών Υπηρεσιών και του Διευθυντή Νομικής Υπηρεσίας.
ε. εγκρίνει τους γενικούς όρους και προϋποθέσεις απασχόλησης του προσωπικού του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής αποδοχών που κινείται εντός των πλαισίων της συμφωνίας πλαίσιο του άρθρου 16Α. Η πολιτική αποδοχών πρέπει να είναι ανταγωνιστική προκειμένου να αποτελεί κίνητρο για την προσέλκυση στελεχών υψηλού επιπέδου και εμπειρίας. Έως τη σύναψη της συμφωνίας πλαίσιο, η πολιτική αποδοχών εξακολουθεί να ισχύει όπως εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο,
στ. εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό του Ταμείου.
ζ. εγκρίνει την ετήσια έκθεση και άλλες επίσημες εκθέσεις και τις λογιστικές καταστάσεις του Ταμείου,
η. εγκρίνει το διορισμό εξωτερικών ελεγκτών του Ταμείου,
θ. εγκρίνει τη σύσταση ενός ή περισσοτέρων συμβουλευτικών οργάνων,
καθορίζει τους όρους και προϋποθέσεις διορισμού των μελών τους και
καθορίζει τους όρους αναφοράς των εν λόγω οργάνων,
ι. συγκροτεί μία ή περισσότερες επιτροπές αποτελούμενες από μέλη του Γενικού Συμβουλίου και/ή άλλα πρόσωπα και καθορίζει τις αρμοδιότητές τους,
κ. εγκρίνει τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του Γενικού Συμβουλίου και τον Κανονισμό Προμηθειών αγαθών και υπηρεσιών, για κάθε προμήθεια εμπίπτουσα στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 2 περίπτωση Ια) και παρ. 4 του νόμου 4281/2014, κατ' εξαίρεση από τις διατάξεις και τους κανόνες περί προμηθειών του ανωτέρω νόμου.
κα. λαμβάνει οποιαδήποτε άλλη απόφαση και ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα που προβλέπεται από τον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία ότι ασκείται από το Γενικό Συμβούλιο. 10. Η Εκτελεστική Επιτροπή είναι αρμόδια για την προπαρασκευή του έργου του Ταμείου, την εφαρμογή των αποφάσεων των αρμόδιων οργάνων και την εκτέλεση των πράξεων που απαιτούνται για τη διοίκηση και λειτουργία καθώς και την εκπλήρωση του σκοπού του Ταμείου. Ειδικότερα, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει ενδεικτικά τις ακόλουθες εξουσίες και αρμοδιότητες:
α. εισηγείται στο Γ ενικό Συμβούλιο για τα θέματα της προηγούμενης παραγράφου
β. εκτελεί τις αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου που λαμβάνονται με ή χωρίς εισήγηση της Εκτελεστικής Επιτροπής
γ. με την επιφύλαξη της παραγράφου 5, προβαίνει σε όλες τις πρόσφορες ή απαιτούμενες ενέργειες για τη διοίκηση του Ταμείου, την εκτέλεση των πράξεών του, συμπεριλαμβανομένων των δυνάμει του άρθρου 2 εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, την ανάθεση συμβάσεων για την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών, την ανάληψη συμβατικών υποχρεώσεων επ' ονόματι του Ταμείου, το διορισμό των μελών του προσωπικού και των συμβούλων του Ταμείου και γενικότερα την εκπροσώπησή του,
δ. αναθέτει οποιαδήποτε εκ των εξουσιών ή αρμοδιοτήτων της σε οποιοδήποτε από τα μέλη της ή σε στελέχη του Ταμείου, σύμφωνα με τους γενικότερους όρους και προϋποθέσεις που έχουν εγκριθεί από το Γενικό Συμβούλιο, λαμβάνοντας υπόψη θέματα σύγκρουσης συμφερόντων και υπό την προϋπόθεση ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος ασκεί πρωτίστως τις εξουσίες του σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 11. Η Εκτελεστική Επιτροπή ορίζει ομάδα για την υποβοήθηση του έργου του μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής που είναι υπεύθυνο για την διευκόλυνση της διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ε. ασκεί κάθε άλλη εξουσία και αρμοδιότητα που προβλέπεται στον παρόντα νόμο ή την κείμενη νομοθεσία.
στ. εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Ταμείο και δεσμεύει αυτό έναντι τρίτων και
ζ. ασκεί οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα που δεν απονέμεται ρητά στο Γενικό Συμβούλιο.
Όλες οι εξουσίες, δυνάμει του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι οποίες έχουν ανατεθεί στο Ταμείο, θεωρούνται ότι έχουν ανατεθεί στην Εκτελεστική Επιτροπή, εκτός αν προορίζονται ρητά για το Γενικό Συμβούλιο.
11. Ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι υπεύθυνος έναντι του Γενικού Συμβουλίου για την εκτέλεση των αποφάσεών του και για τον έλεγχο της διοίκησης και των πράξεων του Ταμείου. Ο Διευθύνων Σύμβουλος ή σε περίπτωση απουσίας του το μέλος που τον αναπληρώνει ενημερώνει το Γενικό Συμβούλιο, όσο συχνά απαιτείται από αυτό και κατ' ελάχιστο δέκα φορές ετησίως.
12. Οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής:
α. καθορίζονται με απόφαση της Επιτροπής Επιλογής και ορίζονται στις εκάστοτε αποφάσεις διορισμού τους και δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση του Ταμείου,
β. ορίζονται με τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η πρόσληψη και διατήρηση στις θέσεις τους, προσώπων με εξειδικευμένα προσόντα και επαγγελματική εμπειρία,
γ. δεν αποτελούν συνάρτηση των κερδών ή εσόδων του Ταμείου,
13. Το Γενικό Συμβούλιο συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση δέκα (10) φορές κατ' ημερολογιακό έτος. Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται από τον Πρόεδρο, ο οποίος και προεδρεύει σε αυτές. Σε περίπτωση απουσίας του Προέδρου, οι συνεδριάσεις συγκαλούνται από ένα από τα άλλα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, εκτός του εκπροσώπου του Υπουργείου Οικονομικών και εκτός του προσώπου που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος. Το μέλος αυτό το οποίο και προεδρεύει στη συνεδρίαση, επιλέγεται από το Γενικό Συμβούλιο σύμφωνα με τους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου.
Οι συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου συγκαλούνται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη και τους παρατηρητές του Γενικού Συμβουλίου, τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, εκτός από περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε στην περίπτωση αυτή η συνεδρίαση μπορεί να συγκληθεί σε πιο σύντομο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου. Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος πέντε (5) μελών του Συμβουλίου προς τον Πρόεδρο αυτού. Μετά από πρόσκληση του Προέδρου του Γενικού Συμβουλίου, ο Διευθύνων Σύμβουλος ή και τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, τα στελέχη του Ταμείου, ειδικοί και εξωτερικοί σύμβουλοι μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου. Εφόσον ο Πρόεδρος του Γενικού Συμβουλίου το κρίνει απαραίτητο το Γενικό Συμβούλιο δύναται να συγκληθεί, να συζητήσει και να λάβει αποφάσεις μέσω γραπτής διαδικασίας ή ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας' όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου. 14. Η Εκτελεστική Επιτροπή συνέρχεται όσο συχνά απαιτούν οι εργασίες του Ταμείου, σε κάθε δε περίπτωση μία φορά την εβδομάδα. Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής συγκαλούνται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο ή σε περίπτωση απουσίας του από το πρόσωπο που τον αναπληρώνει, το οποίο είναι το άλλο μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Ο Διευθύνων Σύμβουλος προεδρεύει στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής και, σε περίπτωση απουσίας του, προεδρεύει το άλλο μέλος της
Εκτελεστικής Επιτροπής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 4. Η Εκτελεστική Επιτροπή συγκαλείται με κοινοποίηση της ώρας, του τόπου και της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης σε όλα τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, τουλάχιστον τρεις (3) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημερομηνία για την οποία έχει οριστεί η συνεδρίαση, πλην περιπτώσεων επείγουσας ανάγκης ή έπειτα από συναίνεση όλων των μελών, οπότε και η Εκτελεστική Επιτροπή μπορεί να συνεδριάσει σε συντομότερο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου. Συνεδριάσεις μπορούν τέλος να συγκληθούν και κατόπιν αιτήματος των δύο (2) μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής προς το Διευθύνοντα Σύμβουλο. Μετά από πρόσκληση του Διευθύνοντος Συμβούλου στελέχη του Ταμείου, ειδικοί ή εξωτερικοί σύμβουλοι μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής. Εφόσον ο Διευθύνων Σύμβουλος το κρίνει απαραίτητο η Εκτελεστική Επιτροπή δύναται να συγκληθεί, να συζητήσει και να λάβει αποφάσεις μέσω γραπτής διαδικασίας ή ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας όπως ορίζεται στους Εσωτερικούς Κανόνες και Οργανωτική Δομή (Ε.Κ.Ο.Δ.) του Ταμείου.
15. Στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δύνανται να συμμετέχουν ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ένας (1) εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ένας (1) εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή οι αναπληρωτές τους ως Παρατηρητές και χωρίς δικαίωμα ψήφου. Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας καλούνται στις συνεδριάσεις του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής όπως και τα υπόλοιπα μέλη των οργάνων αυτών, σύμφωνα με τις παραγράφους 13 και 14 του παρόντος άρθρου. Εφόσον εκλήθησαν νομίμως, η απουσία των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας ή των αναπληρωτών τους δεν επηρεάζει τη νόμιμη συγκρότηση του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής.
16. Το Γενικό Συμβούλιο τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον πέντε (5) μέλη του. Κάθε μέλος του Γενικού Συμβουλίου έχει μία (1) ψήφο. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, οι αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου λαμβάνονται με την πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του προεδρεύοντα υπερισχύει.
17. Η Εκτελεστική Επιτροπή τελεί σε απαρτία όταν είναι παρόντα τουλάχιστον δύο (2) μέλη της. Κάθε μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής έχει μία (1) ψήφο. Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, οι αποφάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής λαμβάνονται με πλειοψηφία δύο (2) εκ των παρόντων μελών.
18. Οι συνεδριάσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής και του Γενικού Συμβουλίου είναι μυστικές. Το Γενικό Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δημοσιοποιήσει το αποτέλεσμα των συζητήσεών του επί οποιουδήποτε θέματος.
19. Όλες οι ενέργειες οποιουδήποτε μέλους του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής παραμένουν έγκυρες παρά την διαπίστωση ελαττώματος αναφορικά με το διορισμό, τη καταλληλότητα ή τα προσόντα του μέλους. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 5, 16 και 17 καμία πράξη ή διαδικασία του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής δεν καθίσταται άκυρη λόγω της κένωσης θέσεως στην Εκτελεστική Επιτροπή ή θέσεων στο Γενικό Συμβούλιο.
20. Ο Γραμματέας του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, οι οποίοι είναι στελέχη του Ταμείου, διορίζονται από το Γενικό Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως του Διευθύνοντα Συμβούλου. Τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Γ ενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής υπογράφονται από τον προεδρεύοντα της συνεδρίασης αυτής και τον Γραμματέα του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής.

4. Μετά το άρθρο 4 προστίθεται νέο άρθρο 4Α , ως εξής:

«Άρθρο 4Α Επιτροπή Επιλογής
Η Επιτροπή Επιλογής αποτελείται από έξι (6) ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, εγνωσμένου κύρους και ακεραιότητας, εκ των οποίων τρεις (3), συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου, υποδεικνύονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας αντίστοιχα, δύο (2) από τον Υπουργό Οικονομικών και ένας (1) από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ανωτέρω πέντε
θεσμοί και αρχές διαθέτουν από έναν παρατηρητή στην Επιτροπή. Η θητεία της Επιτροπής ορίζεται για δύο (2) έτη με δυνατότητα ανανέωσης. Ως μέλη της Επιτροπής δεν δύνανται να επιλεγούν πρόσωπα τα οποία: α. έχουν καταδικαστεί για αδίκημα που επισύρει ποινή φυλάκισης με ή χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής της ποινής αυτής σε χρηματική, β. έχουν κηρυχθεί σε πτώχευση,
γ. λόγω οποιουδήποτε παραπτώματος δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την άσκηση επαγγέλματος ή έχουν αποκλειστεί ή τεθεί σε διαθεσιμότητα από την αρμόδια αρχή ως προς την άσκηση επαγγέλματος ή τους έχει απαγορευθεί να ασκούν καθήκοντα διευθυντή ή υπαλλήλου σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή σε ιδιωτική επιχείρηση, δ. έχουν υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα, ή
ε. είναι Βουλευτές, μέλη της Κυβερνήσεως, στελέχη, υπάλληλοι ή σύμβουλοι των θεσμών και αρχών της παραγράφου 1 ή άλλου Υπουργείου ή άλλης δημόσιας αρχής, στελέχη, υπάλληλοι ή σύμβουλοι χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα, ή πρόσωπο που κατέχει μετοχές τέτοιου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος αξίας εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω ή διαθέτει χρηματοοικονομική συμμετοχή που συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το μετοχικό κεφάλαιο του ως άνω ιδρύματος για ισόποσο ποσό εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή άνω, κατά τα τελευταία τρία (3) έτη πριν την τοποθέτησή τους. Τα έξοδα και οι δαπάνες που σχετίζονται με τη λειτουργία της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και της ημερήσιας αποζημίωσης, καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του Ταμείου. Οι δαπάνες για τη μετακίνηση, τη διαμονή και άλλα παρόμοια έξοδα θα καλύπτονται σύμφωνα με την εσωτερική πολιτική του Ταμείου. Οι αμοιβές των μελών της Επιτροπής καθορίζονται στην απόφαση διορισμού τους. Για τη νόμιμη συνεδρίαση της Επιτροπής θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία όταν παρόντα είναι τουλάχιστον τέσσερα (4) μέλη της, με την προϋπόθεση ότι παρίσταται ο Πρόεδρος. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψήφος του Προέδρου καθορίζει το αποτέλεσμα. Η Επιτροπή συγκαλείται και προεδρεύεται από τον Πρόεδρο της, ο οποίος καθορίζει την ημερήσια διάταξη, το χρόνο και τον τόπο της συνάντησης.
Τα μέλη της Επιτροπής δύναται να ορίζουν περαιτέρω κανόνες για την εσωτερική λειτουργία και τις διαδικασίες της. Η Επιτροπή:
α) επιλέγει τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής και προτείνει την αμοιβή τους, καθώς και τους λοιπούς όρους εργασίας τους σύμφωνα με την παράγραφο 6.
β) αξιολογεί ετησίως τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τις προβλέψεις της παραγράφου 7, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης βάσει των κριτηρίων επιλεξιμότητας των παραγράφων 6 και 7 του άρθρου 4. Για το σκοπό αυτό, έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Ταμείο την παροχή οποιασδήποτε έκθεσης και πληροφορίας που διαθέτει και μπορεί να σχετίζεται με τα ανωτέρω κριτήρια. Ειδικότερα, το προσωπικό του Ταμείου που είναι υπεύθυνο για τη συμμόρφωση και τον εσωτερικό έλεγχο παρέχει τις σχετικές πληροφορίες όταν ζητηθούν από την Επιτροπή και υποχρεούται να της αναφέρει οποιαδήποτε παραβίαση ή πιθανή παραβίαση των κριτηρίων αυτών μόλις υποπέσει στην αντίληψή του.
Η Επιτροπή μπορεί να ζητάει από κάθε μέλος του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής οποιαδήποτε πληροφορία κρίνει απαραίτητη για τους σκοπούς της αξιολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι η απαίτηση είναι εύλογη και δεν επιβαρύνει δυσανάλογα το μέλος, γ) απομακρύνει οποιοδήποτε μέλος του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 8. Η Επιτροπή επιλέγει υποψήφιους για το Γενικό Συμβούλιο και την Εκτελεστική Επιτροπή και υποστηρίζεται από ένα διεθνώς αναγνωρισμένο σύμβουλο προσλήψεων που επιλέγεται από την Επιτροπή και προσλαμβάνεται από το Ταμείο. Τα απαραίτητα προσόντα και τα κριτήρια επιλογής των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής καθορίζονται από την Επιτροπή Επιλογής. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής, η Επιτροπή προτείνει στον Υπουργό Οικονομικών μία λίστα επικρατέστερων υποψηφίων για τη συγκεκριμένη θέση, καθώς και ένα εύρος αμοιβών των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής. Η αμοιβή προσδιορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διεθνώς βέλτιστες πρακτικές και τα πλαίσια αμοιβών παρόμοιων φορέων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αποσκοπεί να προσελκύσει και να διατηρήσει κατάλληλους και διεθνώς ανταγωνιστικούς υποψηφίους. Η Επιτροπή καθορίζει την αμοιβή κάθε υποψήφιου, εντός του εύρους που ορίζει σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια.
Η Επιτροπή αξιολογεί τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής σύμφωνα με κριτήρια που καθορίζει η ίδια. Τα κριτήρια αυτά πρέπει να διασφαλίζουν την ορθή εφαρμογή των σκοπών του Ταμείου, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες κάθε Οργάνου. Η Επιτροπή, μετά από αξιολόγηση της απόδοσης των μελών, μπορεί να προτείνει στον Υπουργό την απομάκρυνση ενός μέλους του Γενικού Συμβουλίου ή της Εκτελεστικής Επιτροπής. Σε αυτή την περίπτωση, οι λόγοι για την απόλυση του μέλους καθορίζονται από την πρόταση της Επιτροπής Επιλογής. Ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίζει την απόλυση ενός μέλους υπό την προϋπόθεση ότι έχει πραγματοποιηθεί η αξιολόγηση της Επιτροπής Επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 7. Το μέλος που απομακρύνεται σύμφωνα με αυτή την παράγραφο δεν δικαιούται αποζημίωση.
Οι διαδικασίες της παραγράφου 7 εφαρμόζονται και στα υφιστάμενα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής, μετά τη συγκρότηση της Επιτροπής Επιλογής.
Σύνοψη της ετήσιας αξιολόγησης των μελών του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής δημοσιεύεται στην ετήσια αναφορά του Ταμείου.
Η Επιτροπή αναφέρεται για τις δραστηριότητές της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, το Υπουργείο Οικονομικών και την Τράπεζα της Ελλάδος όταν απαιτείται. Αντίγραφο της αναφοράς κατατίθεται στο Euro Working Group.
Τα μέλη της Επιτροπής δεν έχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός από περιπτώσεις δόλου ή βαριάς αμέλειας. Η Επιτροπή Επιλογής θα συγκροτηθεί μέχρι τις 31-12-2015.»

5. Τα άρθρα 6 και 6α, αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 6
Διαδικασίες ενεργοποίησης του Ταμείου

1. Στην περίπτωση που πιστωτικό ίδρυμα έχει κεφαλαιακό έλλειμμα, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί από την αρμόδια αρχή όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο 5 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του νόμου 4335/2015, μπορεί να υποβάλει αίτημα κεφαλαιακής ενίσχυσης στο Ταμείο μέχρι του ποσού του κεφαλαιακού ελλείμματος που προσδιορίσθηκε από την αρμόδια αρχή.
2. α) Το αίτημα της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου συνοδεύεται από την επιστολή της αρμόδιας αρχής, η οποία ορίζει το κεφαλαιακό έλλειμμα, την καταληκτική ημερομηνία στην οποία το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να έχει καλύψει το προαναφερόμενο κεφαλαιακό έλλειμμα και το σχέδιο άντλησης κεφαλαίων όπως έχει υποβληθεί στην αρμόδια αρχή.
β) Όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν ήδη εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά τον χρόνο υποβολής του ανωτέρω αιτήματος, το αίτημα συνοδεύεται από το προσχέδιο τροποποίησης του ήδη εγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης, γ) Όσον αφορά πιστωτικά ιδρύματα τα οποία δεν έχουν ήδη εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχέδιο αναδιάρθρωσης κατά τον χρόνο υποβολής του ανωτέρω αιτήματος, το αίτημα συνοδεύεται από προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης.
δ) Το σχέδιο αναδιάρθρωσης ή το προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης πρέπει να περιγράφει, υπό το πρίσμα συντηρητικών εκτιμήσεων, με ποια μέσα το πιστωτικό ίδρυμα θα επανέλθει σε ικανοποιητική κερδοφορία στα επόμενα τρία (3) έως πέντε (5) έτη.
3. Το Ταμείο μπορεί να ζητήσει από το πιστωτικό ίδρυμα που έχει υποβάλει αίτημα κεφαλαιακής ενίσχυσης να γίνουν αλλαγές ή προσθήκες στο προσχέδιο σχεδίου αναδιάρθρωσης ή στο προσχέδιο του τροποποιούμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης. Κατόπιν της έγκρισης από το Ταμείο του προσχέδιου σχεδίου αναδιάρθρωσης ή του προσχεδίου του τροποποιούμενου σχεδίου αναδιάρθρωσης, αυτό διαβιβάζεται στο Υπουργείο Οικονομικών και υποβάλλεται από το Υπουργείο Οικονομικών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς έγκριση.
4. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του Ταμείου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, το Ταμείο καθορίζει το περίγραμμα της «συμφωνίας πλαίσιο» ή της τροποποιούμενης «συμφωνίας πλαίσιο» με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία λαμβάνουν ή έχουν λάβει χρηματοοικονομική βοήθεια από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) ή από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ). Τα πιστωτικό ιδρύματα υπογράφουν την προαναφερόμενη «συμφωνία πλαίσιο». Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στο Ταμείο όλες τις πληροφορίες που το ΕΤΧΣ ή ο ΕΜΣ ευλόγως ζητά προκειμένου το Ταμείο να τις γνωστοποιήσει στον ΕΤΧΣ ή τον ΕΜΣ, εκτός αν το Ταμείο ενημερώσει τα πιστωτικά ιδρύματα ότι οφείλουν να αποστείλουν τις αιτούμενες πληροφορίες απευθείας στο ΕΤΧΣ ή τον ΕΜΣ.
5. Το Ταμείο μπορεί να χορηγεί σε πιστωτικό ίδρυμα της παραγράφου 2α, επιστολή με την οποία δεσμεύεται ότι θα συμμετάσχει στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση της εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 6α και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, μέχρι του ποσού του κεφαλαιακού ελλείμματος που προσδιορίζεται από την αρμόδια αρχή υπό την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα εμπίπτει στην εξαίρεση της τελευταίας υποπαραγράφου της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του νόμου 4335/2015 (προληπτική ανακεφαλαιοποίηση). Το Ταμείο χορηγεί την επιστολή χωρίς την τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 6α. Η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται από το Ταμείο, μόνο κατόπιν της έγκρισης της κρατικής ενίσχυσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και της δημοσίευσης της Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6α και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7. Η ανωτέρω δέσμευση του Ταμείου δεν ισχύει σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο ανακληθεί η άδεια του πιστωτικού ιδρύματος κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του νόμου 4621/2014, ή έχει ληφθεί κάποιο από τα μέτρα εξυγίανσης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 37 του νόμου 4335/2015.
6. Μετά την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδίου αναδιάρθρωσης ή του τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3, το Ταμείο παράσχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 7 κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τα άρθρα 6α ή 6β και σύμφωνα πάντοτε με το νομοθετικό πλαίσιο περί κρατικών ενισχύσεων και τις σχετικές πρακτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
7. Το Ταμείο παρακολουθεί και αξιολογεί την προσήκουσα εφαρμογή του σχεδίου αναδιάρθρωσης καθώς και, κατά περίπτωση, κάθε τυχόν τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης, και οφείλει περαιτέρω να παράσχει στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε αναγκαία πληροφορία, προκειμένου να διασφαλίζεται η ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Άρθρο 6α
Προϋποθέσεις της παροχής κεφαλαιακής ενίσχυσης για σκοπούς προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης
1. Εφόσον τα εθελοντικά μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης ή του τροποποιημένου σχεδίου αναδιάρθρωσης της παραγράφου 2 του άρθρου 6 δεν μπορούν να καλύψουν το συνολικό κεφαλαιακό έλλειμμα του πιστωτικού ιδρύματος, όπως αυτό έχει προσδιορισθεί από την αρμόδια αρχή, και προκειμένου να αποφευχθούν σημαντικές διαταραχές στην οικονομία με αρνητικές συνέπειες στους πολίτες, και προκειμένου η κρατική ενίσχυση να είναι η μικρότερη δυνατή, με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν σχετικής εισήγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, αποφασίζεται η υποχρεωτική εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, προς το σκοπό της κατανομής του υπολοίπου του κεφαλαιακού ελλείμματος του πιστωτικού ιδρύματος στους κατόχους κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων, όπως κρίνεται κάθε φορά αναγκαίο. Η κατανομή ολοκληρώνεται με τη δημοσίευση της ως άνω Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Η ανωτέρω κατανομή, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, γίνεται σύμφωνα με την ακόλουθη σειρά απαιτήσεων, η οποία εφαρμόζεται σύμφωνα με τον Κανονισμό 575/2013 της EE και το άρθρο 145Α(1) του ν.4261/2014: α. στις κοινές μετοχές,
β. εάν είναι απαραίτητο, στις προνομιούχες μετοχές και στα άλλα μέσα κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (CET 1 instruments),
γ. εάν είναι απαραίτητο, στα πρόσθετα μέσα κατηγορίας 1 (Tier 1 instruments)
δ. εάν είναι απαραίτητο, στα μέσα κατηγορίας 2 (Tier 2 instruments)
ε. εάν είναι απαραίτητο, σε όλες τις άλλες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης
στ. εάν είναι απαραίτητο, στις μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου (unsecured senior liabilities non preferred by mandatory provisions of law).
Σε περίπτωση μετατροπής των προνομιούχων μετοχών, που εκδόθηκαν βάσει του άρθρου 1 του νόμου 3723/2008 (Α' 250), σε κοινές μετοχές του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η κυριότητα των κοινών μετοχών περιέρχεται αυτοδικαίως στο Ταμείο. Με την επιφύλαξη του επόμενου εδαφίου, απαιτήσεις της ίδιας τάξης τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης. Διαφοροποιήσεις στην τάξη, με βάση το άρθρο 145Α (1) του νόμου 4261/2014 και τις σχετικές συμφωνίες, μεταξύ απαιτήσεων που εμπίπτουν στην ίδια τάξη της ανωτέρω σειράς κατάταξης λαμβάνονται υπόψη στην ανωτέρω κατανομή. Αποκλίσεις, τόσο από την ανωτέρω σειρά κατάταξης όσο και από τον κανόνα της ίσης μεταχείρισης, δικαιολογούνται όταν υφίστανται αντικειμενικοί λόγοι για αυτό, σύμφωνα με την παράγραφο 5.
2. Τα ανωτέρω μέτρα περιλαμβάνουν:
α. την απορρόφηση τυχόν ζημιών από τους μετόχους ώστε να εξασφαλίζεται ότι η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος είναι μηδενική, όπου είναι απαραίτητο, δια της μείωσης της ονομαστικής αξίας των μετοχών, ύστερα από απόφαση του αρμοδίου οργάνου του πιστωτικού ιδρύματος.
β. τη μείωση της ονομαστικής αξίας των προνομιούχων μετοχών και άλλων μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των πρόσθετων μέσων κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μέσων κατηγορίας 2 και των λοιπών υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος θα είναι ίση με μηδέν, ή
γ. σε περίπτωση που η καθαρή θέση του πιστωτικού ιδρύματος είναι ανωτέρα του μηδενός, τη μετατροπή των άλλων μέσων κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 και, εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των πρόσθετων μέσων κατηγορίας 1, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μέσων κατηγορίας 2 και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο των λοιπών υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης, και εν συνεχεία, εφόσον είναι απαραίτητο, της ονομαστικής αξίας των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου, σε κοινές μετοχές, ώστε να αποκατασταθεί το αναγκαίο επίπεδο του δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας για τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως αυτό απαιτείται από την αρμόδια αρχή.
3. Αντικείμενο των ανωτέρω μέτρων δύνανται να αποτελούν και:
α. οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει το πιστωτικό ίδρυμα μέσω της παροχής εγγυήσεων σε σχέση με την έκδοση τίτλων κεφαλαίου ή υποχρεώσεων από τρίτα νομικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις του πιστωτικού ιδρύματος, και β. οποιεσδήποτε απαιτήσεις έναντι του πιστωτικού ιδρύματος λόγω δανειακών συμφωνιών μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και των ως άνω τρίτων νομικών προσώπων.
Το άρθρο 17 παράγραφοι 2 και 2α του κ.ν. 2190/1920 δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση.
4. Με την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου της παραγράφου 1, κατόπιν της εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, καθορίζονται κατά τάξη, είδος, ποσοστό και ποσό συμμετοχής, τα μέσα ή οι υποχρεώσεις που υπόκεινται στα μέτρα που πρόκειται να εφαρμοστούν σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, με βάση, εάν είναι απαραίτητο, αποτίμηση ανεξάρτητου ελεγκτή που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδας. Η διενέργεια της αποτίμησης αυτής θεωρείται ότι εξαντλεί κάθε υποχρέωση λήψης ανεξάρτητης αποτίμησης που προβλέπεται σε οποιονδήποτε άλλον εφαρμοστέο νόμο, εκτός του παρόντος. Αποτίμηση που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 του νόμου 4335/2015 μπορεί να λειτουργήσει ως αποτίμηση που απαιτείται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.
Τα ανωτέρω μέσα ή υποχρεώσεις μετατρέπονται υποχρεωτικά σε κεφαλαιακά μέσα στο πλαίσιο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που αποφασίζεται από το πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 7 του παρόντος νόμου.
5. Κατ' εξαίρεση και υπό την προϋπόθεση προηγούμενης θετικής απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύμφωνα με τα άρθρα 107 έως 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ανωτέρω μέτρα μπορεί να μην εφαρμόζονται είτε συνολικά είτε σε σχέση με συγκεκριμένα μέσα, σε περίπτωση που το Υπουργικό Συμβούλιο κρίνει, κατόπιν εισήγησης από την Τράπεζα της Ελλάδος, ότι:
α. τα μέτρα αυτά δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ή
β. η εφαρμογή των ανωτέρω μέτρων δύναται να οδηγήσει σε δυσανάλογα αποτελέσματα, όπως στην περίπτωση που η κεφαλαιακή ενίσχυση που πρόκειται να παρασχεθεί από το Ταμείο είναι μικρή σε σχέση με το σταθμισμένο έναντι κινδύνων ενεργητικό του πιστωτικού ιδρύματος, ή όταν ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαιακού ελλείμματος έχει καλυφθεί μέσω μέτρων του ιδιωτικού τομέα.
Η τελική εκτίμηση των ανωτέρω εξαιρέσεων εναπόκειται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία κρίνει κατά περίπτωση.
6. Τα μέτρα που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα κατά τις παραγράφους 1 έως 4 και την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου θεωρούνται, για τους σκοπούς της ανακεφαλαιοποίησης που διενεργείται στο πλαίσιο του παρόντος νόμου, ως μέτρα εξυγίανσης κατά τον ορισμό του άρθρου 2 της οδηγίας 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων, που εισήχθη στην ελληνική νομοθεσία με το ν. 3458/2006 (Α' 94).
7. Η εφαρμογή των μέτρων των παραγράφων 1 έως 4, εθελοντικών ή υποχρεωτικών, δε δύναται σε καμία περίπτωση α) να αποτελεί αιτία ενεργοποίησης συμβατικών ρητρών οι οποίες τίθενται σε εφαρμογή σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου γεγονότος, το οποίο δύναται να χαρακτηρίζεται ή να αντιμετωπίζεται ως πιστωτικό γεγονός ή να οδηγεί σε παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το πιστωτικό ίδρυμα, και β) να λογίζεται ως μη εκπλήρωση ή παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του πιστωτικού ιδρύματος για τη θεμελίωση από τρίτους σπουδαίου λόγου πρόωρης καταγγελίας ή ακύρωσης σύμβασης με το πιστωτικό ίδρυμα. Συμβατικοί όροι που αντίκεινται στα ανωτέρω δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται επίσης και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή επέλευσης γεγονότος έναντι τρίτων μερών από μέλος του ομίλου, όταν αυτή οφείλεται στην εφαρμογή του παρόντος άρθρου επί απαιτήσεων κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου,
8. Οι κάτοχοι κεφαλαιακών μέσων, ή άλλων απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων ανεξασφάλιστων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου του πιστωτικού ιδρύματος το οποίο υπόκειται στα μέτρα ανακεφαλαιοποίησης που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, δε θα πρέπει, κατόπιν της εφαρμογής των μέτρων αυτών, να βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση στην οποία θα βρίσκονταν στην περίπτωση που το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα ετίθετο σε ειδική εκκαθάριση (αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του πιστωτή). Στην περίπτωση κατά την οποία η προηγούμενη αρχή δεν τηρηθεί, οι ανωτέρω κάτοχοι κεφαλαιακών μέσων και άλλων συμπεριλαμβανομένων ανεξασφάλιστων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου έχουν το δικαίωμα να αποζημιωθούν από το Ελληνικό Κράτος, εφόσον αποδείξουν ότι η οφειλόμενη άμεσα στην εφαρμογή των υποχρεωτικών μέτρων ζημία τους είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα είχαν υποστεί στην περίπτωση θέσης του πιστωτικού ιδρύματος σε ειδική εκκαθάριση. Σε κάθε περίπτωση, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των απαιτήσεών τους μετά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και της αξίας των απαιτήσεών τους σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται με βάση την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.
9. Για τη διασφάλιση εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 8, διενεργείται αποτίμηση, η οποία προσδιορίζει τις απώλειες που θα υφίσταντο οι κάτοχοι των κεφαλαιακών μέσων ή άλλων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ανεξασφάλιστων υποχρεώσεων με εξοφλητική προτεραιότητα που δεν κατατάσσονται προνομιακά σύμφωνα με κανόνες αναγκαστικού δικαίου, του παρόντος άρθρου αν, αντί της εφαρμογής των υποχρεωτικών μέτρων της παραγράφου 2 του παρόντος, το πιστωτικό ίδρυμα ετίθετο σε ειδική εκκαθάριση. Κάθε μορφή κρατικής ενίσχυσης προς το πιστωτικό ίδρυμα δεν θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της εν λόγω αποτίμησης. Η αποτίμηση αυτή πραγματοποιείται μετά την εφαρμογή των μέτρων της παραγράφου 2 από ανεξάρτητο εκτιμητή που ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο οι μέτοχοι και οι δικαιούχοι υποχρεώσεων μειωμένης εξασφάλισης θα βρίσκονταν σε ευμενέστερη οικονομική θέση στην περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα είχε τεθεί σε ειδική εκκαθάριση αμέσως πριν από την εφαρμογή της εν λόγω Απόφασης.
10. Η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου της παραγράφου 1 δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Περίληψή της δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ελληνική γλώσσα, και σε δύο φύλλα ημερήσιου τύπου, που κυκλοφορούν σε ολόκληρη την επικράτεια του κράτους μέλους όπου το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί υποκατάστημα ή όπου άμεσα παρέχει τραπεζικές και άλλες αμοιβαία αποδεκτές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, στην επίσημη γλώσσα αυτού του κράτους μέλους.
Η περίληψη περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:
α. τους λόγους και τη νομική βάση για την έκδοσης της Πράξεως της παραγράφου 1,
β. τα διαθέσιμα ένδικα βοηθήματα κατά της Πράξεως και την προθεσμία άσκησής τους,
γ. τα αρμόδια δικαστήρια ενώπιον των οποίων ασκούνται τα ανωτέρω ένδικα βοηθήματα κατά της Πράξεως της παραγράφου 1.
11. Οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένων ειδικότερα της διαδικασίας ορισμού των ανεξάρτητων εκτιμητών, του περιεχομένου των ανεξάρτητων αποτιμήσεων και της εισήγησης της Τράπεζας της Ελλάδος, των μεθόδων αποτίμησης των απαιτήσεων ή των κεφαλαιακών μέσων που μετατρέπονται, της δυνατότητας υποκατάστασης του εκδότη των μέσων, της διενέργειας της μετατροπής καθώς και των λεπτομερειών για την τυχόν αποζημίωση των κατόχων των μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 8, ρυθμίζονται με σχετική Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου.
12. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποσκοπούν στην προστασία υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος, συνιστούν διατάξεις δεσμευτικού και άμεσου αποτελέσματος και υπερέχουν έναντι κάθε διάταξης με αντίθετο περιεχόμενο.»

6. Μετά το άρθρο 6Α προστίθεται νέο άρθρο 6Β ως εξής:

«Άρθρο 6Β
Εφαρμογή των μέτρων δημόσιας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας
1. Στην περίπτωση που ο Υπουργός Οικονομικών αποφασίσει, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 56 του νόμου 4335/2015, του μέτρου της δημόσιας κεφαλαιακής στήριξης, το Ταμείο ορίζεται ως φορέας εφαρμογής του άρθρου 57 του νόμου 4335/2015 μετά από απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Στην περίπτωση αυτή το Ταμείο συμμετέχει στην ανακεφαλαιοποίηση του πιστωτικού ιδρύματος και λαμβάνει ως αντάλλαγμα τα μέσα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 57 του νόμου 4335/2015.
2. Το Ταμείο συμμετέχει στην αύξηση κεφαλαίου και λαμβάνει ως αντάλλαγμα κεφαλαιακά μέσα μετά την εφαρμογή των όποιων μέτρων αποφασίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 4335/2015

7. Το άρθρο 7 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 7
Χορήγηση της κεφαλαιακής ενίσχυσης - Έκδοση μετοχών
1. Το Ταμείο παρέχει κεφαλαιακή ενίσχυση αποκλειστικά προς το σκοπό της κάλυψης του κεφαλαιακού ελλείμματος του πιστωτικού ιδρύματος, όπως έχει προσδιορισθεί από την αρμόδια αρχή και μέχρι το ύψος του εναπομείναντος ποσού, εφόσον έχει προηγηθεί η εφαρμογή των μέτρων του σχεδίου άντλησης κεφαλαίων του άρθρου 6, η όποια συμμετοχή επενδυτών του ιδιωτικού τομέα, η την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή του σχεδίου αναδιάρθρωσης και:
(α) είτε η εφαρμογή των υποχρεωτικών μέτρων του άρθρου 6α, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως μέρος της έγκρισης του σχεδίου αναδιάρθρωσης έχει επιβεβαιώσει ότι το πιστωτικό ίδρυμα εμπίπτει στην εξαίρεση της τελευταίας υποπαραγράφου του άρθρου 32 (4) του νόμου 4335/2015, (β) είτε όταν το πιστωτικό ίδρυμα έχει τεθεί σε εξυγίανση, και έχουν ληφθεί μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου 4335/2015, Η συμφωνία πλαίσιο πρέπει να υπογραφεί δεόντως πριν χορηγηθεί η κεφαλαιακή ενίσχυση.
2. Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων και διαδικασιών που αναφέρονται στα άρθρα 6, 6α και 6β, κατά περίπτωση, η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται μέσω της συμμετοχής του Ταμείου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του πιστωτικού ιδρύματος με την έκδοση κοινών μετοχών με δικαίωμα ψήφου ή με την έκδοση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών (Contingent Convertible Securities) ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων που θα καλύπτονται από το Ταμείο. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου καθορίζεται ο επιμερισμός της συμμετοχής του Ταμείου μεταξύ των κοινών μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή των λοιπών μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων. Το Ταμείο δύναται να ασκεί, να διαθέτει ή να παραιτείται των δικαιωμάτων του προτίμησης σε περιπτώσεις αύξησης μετοχικού κεφαλαίου ή έκδοσης υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων των πιστωτικών ιδρυμάτων που αιτούνται την παροχή κεφαλαιακής ενίσχυσης.
3. Οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου καλύπτονται από το Ταμείο με μετρητά ή με ομόλογα του ΕΜΣ. Η αποτίμηση των ομολόγων του ΕΜΣ που γίνεται από το Ταμείο για το σκοπό της εγγραφής τους στα βιβλία του αποτελεί την αποτίμηση που πιθανόν απαιτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 του κ.ν. 2190/1920. Η κεφαλαιακή ενίσχυση παρέχεται σε συμμόρφωση με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις.
4. Οι αποφάσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων περί έκδοσης υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων, λαμβάνονται από τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων, με την απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 29 παράγραφοι 1 και 2 και 31 παράγραφος 1 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει, και δεν ανακαλούνται.
Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση της γενικής συνέλευσης για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή για έκδοση υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών ή άλλων χρηματοοικονομικών μέσων ή για παροχή εξουσιοδότησης στο διοικητικό συμβούλιο να αποφασίσει ως προς τα ανωτέρω ή η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, θα πρέπει να αναφέρουν ρητά ότι λαμβάνονται στο πλαίσιο του παρόντος νόμου. Η εν λόγω απόφαση της γενικής συνέλευσης μπορεί να προβλέπει αντί του ανώτερου αριθμού μετοχών, το ανώτερο ποσό κεφαλαίου που πρέπει να καλυφθεί και να παρέχει στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος την εξουσία να αποφασίζει, μεταξύ άλλων, το εναπομένον ποσό μετά την εφαρμογή των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο 6α, τον ακριβή αριθμό των μετοχών και την κατανομή των μετοχών.
Η προθεσμία για τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης που θα αποφασίσει την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου για την έκδοση των κοινών μετοχών, μετατρέψιμων ομολογιών ή των άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, ορίζεται σε δέκα (10) ημερολογιακές ημέρες όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 115 του νόμου 4335/2015. Η προθεσμία για την σύγκληση οποιασδήποτε επαναληπτικής ή εξ αναβολής συνέλευσης καθώς και για την υποβολή εγγράφων στις εποπτικές αρχές συντέμνεται στο ένα τρίτο των προθεσμιών που προβλέπονται στον κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. Το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται σε κάθε Γενική Συνέλευση που συγκαλείται στα πλαίσια του παρόντος νόμου ή σχετίζεται με αυτόν. Οι τρεις (3) ημέρες του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 28α, παράγραφος 4 του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε δύο (2) ημέρες, οι έξι (6) και οι επτά (7) ημέρες που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2(α) του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε τρεις (3) και τέσσερις (4) ημέρες αντίστοιχα, οι τριάντα (30) ημέρες του άρθρου 39, παράγραφος 3 του κ.ν. 2190/1920 μειώνονται σε τρεις (3) ημέρες και οι πέντε (5) ημέρες που προβλέπονται στο άρθρο 39 παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο μειώνονται σε τρεις (3) ημέρες.
5. α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/20 περί ανωνύμων εταιριών, η τιμή κάλυψης των μετοχών ορίζεται ως η χρηματιστηριακή τιμή, όπως αυτή προκύπτει από την διαδικασία του βιβλίου προσφορών που διενεργείται από κάθε πιστωτικό ίδρυμα. Με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, το Ταμείο δύναται να δεχτεί αυτήν την τιμή υπό την προϋπόθεση ότι το Ταμείο έχει αναθέσει και έχει λάβει γνώμη από ανεξάρτητο χρηματοοικονομικό σύμβουλο, ο οποίος συμπεραίνει ότι η διαδικασία βιβλίου προσφορών είναι σύμφωνη με την διεθνή βέλτιστη πρακτική στις συγκεκριμένες περιστάσεις. Δεν επιτρέπεται η διάθεση νέων μετοχών στον ιδιωτικό τομέα σε τιμή κατώτερη της τιμής κάλυψης αυτών που καλύπτονται από το Ταμείο στο πλαίσιο της ίδιας έκδοσης. Η τιμή διάθεσης δύναται να είναι χαμηλότερη της τιμής προηγούμενων καλύψεων μετοχών από το Ταμείο ή της τρέχουσας χρηματιστηριακής τιμής.
β) Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου μετά από αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή της συμβατότητάς της με το άρθρο 31 του Κανονισμού 575/2013 καθορίζονται οι όροι υπό τους οποίους οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες ή άλλα μετατρέψιμα χρηματοοικονομικά μέσα μπορούν να εκδοθούν από τα πιστωτικά ιδρύματα και να καλυφθούν από το Ταμείο, οι όροι μετατροπής των ως άνω υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών και των άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων, η ονομαστική τους αξία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, εφόσον είναι απαραίτητο, για την εφαρμογή παρόντος άρθρου. Η μεταβίβαση των προαναφερθεισών ομολογιών και των άλλων μετατρέψιμων χρηματοοικονομικών μέσων υπόκειται στην έγκριση της αρμόδιας αρχής. 6. Η συμμετοχή του Ταμείου στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου των συνεταιριστικών τραπεζών γίνεται με εγγραφή σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε ομολογίες μετατρέψιμες σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε άλλα μετατρέψιμα χρηματοπιστωτικά μέσα. Η γενική συνέλευση της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να παρέχει στο διοικητικό συμβούλιο εξουσίες αναφορικά με την αύξηση του συνεταιριστικού κεφαλαίου με την έκδοση συνεταιριστικών μεριδίων τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε ομολογίες μετατρέψιμες σε συνεταιριστικά μερίδια τα οποία έχουν δικαιώματα ψήφου ή σε άλλα μετατρέψιμα χρηματοπιστωτικά μέσα που θα καλυφθούν από το Ταμείο ή από άλλα πρόσωπα στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης των συνεταιριστικών τραπεζών. Η γενική συνέλευση της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί να εξουσιοδοτήσει το διοικητικό συμβούλιο να καθορίσει την τελική τιμή διάθεσης των συνεταιριστικών μεριδίων που θα διατεθούν στους επενδυτές μέσα στα πλαίσια που θέτει η γενική συνέλευση. Οι διατάξεις των ανωτέρω παραγράφων του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζονται αναλόγως και στις συνεταιριστικές τράπεζες.»

8. Το άρθρο 7Α αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 7Α Δικαιώματα ψήφου
1. Το Ταμείο ασκεί πλήρως τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν στις μετοχές που αναλαμβάνει στο πλαίσιο κεφαλαιακής ενίσχυσης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 7.
2. To Ταμείο ασκεί τα δικαιώματα ψήφου του με τους περιορισμούς που ορίζονται στην παράγραφο 3 στις παρακάτω περιπτώσεις:
(α) Για τις μετοχές ως προς τις οποίες τύγχαναν εφαρμογής οι εν λόγω περιορισμοί, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου 9 του ν.4051/2012 (Α' 40) κατά το χρόνο της ανάληψης των μετοχών από το Ταμείο
(β) Για τις μετοχές που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο κεφαλαιακής ενίσχυσης κατά το χρόνο ισχύος της παραγράφου 7 του άρθρου 9 του ν. 4051/2012, αλλά ως προς τις οποίες οι εν λόγω περιορισμοί δεν ίσχυσαν λόγω της μη επίτευξης του σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις απαιτούμενου ποσοστού συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα. Οι εν λόγω περιορισμοί στα δικαιώματα ψήφου του Ταμείου θα ισχύουν υπό την προϋπόθεση ότι η ιδιωτική συμμετοχή στην πρώτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που θα λάβει χώρα μετά τη δημοσίευση του ν. 4254/2014 (Α 84) είναι τουλάχιστον ίση με το 50%.
3. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2, το Ταμείο ασκεί το δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση μόνο για τις αποφάσεις τροποποίησης του καταστατικού, περιλαμβανομένης της αύξησης ή μείωσης κεφαλαίου ή της παροχής σχετικής εξουσιοδότησης στο διοικητικό συμβούλιο, συγχώνευσης, διάσπασης, μετατροπής, αναβίωσης, παράτασης της διάρκειας ή διάλυσης της εταιρίας μεταβίβασης στοιχείων του ενεργητικού, περιλαμβανομένης της πώλησης θυγατρικών, ή για όποιο άλλο θέμα απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία κατά τα προβλεπόμενα στο ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών. Για τους σκοπούς υπολογισμού της απαρτίας και της πλειοψηφίας στη Γενική Συνέλευση, οι μετοχές του παρόντος άρθρου δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων για θέματα άλλα από αυτά που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια της παραγράφου αυτής.
4. Το Ταμείο ασκεί πλήρως τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν στις μετοχές της παραγράφου 2, χωρίς τους περιορισμούς της παραγράφου 3 εάν διαπιστωθεί, με απόφαση του Γενικού Συμβουλίου του Ταμείου, ότι παραβιάζονται ουσιώδεις υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος οι οποίες προβλέπονται στο σχέδιο αναδιάρθρωσης ή προάγουν την υλοποίηση αυτού ή περιγράφονται στη «συμφωνία πλαίσιο» του άρθρου 2.
5. Κάθε διάθεση μετοχών από το Ταμείο προς επενδυτές του ιδιωτικού τομέα που λαμβάνει χώρα κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 ή στο πλαίσιο της εξάσκησης των δικαιωμάτων που ενσωματώνονται στους τίτλους της παρ. 6 του άρθρου 8 θα λογίζεται ότι επιφέρει μείωση στη συμμετοχή του Ταμείου όσον αφορά τις μετοχές για τις οποίες το Ταμείο ασκεί περιορισμένα δικαιώματα ψήφου.
6. Για όσο χρόνο το Ταμείο ασκεί τα δικαιώματα ψήφου με τους περιορισμούς του παρόντος άρθρου, πέραν των γνωστοποιήσεων του ν. 3556/2007 (Α'91):
α) το Ταμείο γνωστοποιεί στον Εκδότη και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οποιαδήποτε μεταβολή στον αριθμό των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει στα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγήσει κεφαλαιακή ενίσχυση σύμφωνα με τον παρόντα νόμο στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα κατά την διάρκεια του οποίου απέκτησε ή διέθεσε μετοχές, καθώς και το συνολικό αριθμό δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει. Ο Εκδότης δημοσιοποιεί τις πληροφορίες του προηγούμενου εδαφίου άμεσα και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο ημερών διαπραγμάτευσης από την ημερομηνία της παραπάνω παραλαβής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21 ν. 3556/2007.
β) οι διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 6, 10 και 11 του ν. 3556/2007 (Α' 91) δεν εφαρμόζονται στο Ταμείο και
γ) πρόσωπα που αποκτούν ή διαθέτουν σημαντικές συμμετοχές ή ποσοστά δικαιωμάτων ψήφου που αφορούν σε πιστωτικά ιδρύματα, στα οποία έχει χορηγηθεί κεφαλαιακή ενίσχυση από το Ταμείο, οφείλουν να γνωστοποιούν κατά τις διατάξεις του ν. 3556/2007 και των κατά εξουσιοδότηση αυτού αποφάσεων τις μεταβολές επί των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχουν με βάση το συνολικό αριθμό δικαιωμάτων ψήφου, πλην αυτών του Ταμείου, όπως αυτές γνωστοποιούνται από το Ταμείο σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση α. Η γνωστοποίηση αυτή αφορά μόνο σε μεταβολές σε δικαιώματα ψήφου επί μετοχών και όχι επί τίτλων παραστατικών δικαιωμάτων κτήσης μετοχών.
Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παρούσας παραγράφου επιβάλλονται κυρώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν.3556/2007

9. Το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 8 διαγράφεται.

10. To άρθρο 10 αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 10 Ειδικά δικαιώματα του Ταμείου.
1. Οι κοινές μετοχές και οι υπό αίρεση μετατρέψιμες ομολογίες του άρθρου 7 παρέχουν στο Ταμείο τα ειδικά δικαιώματα του παρόντος άρθρου.
2. Το Ταμείο εκπροσωπείται με ένα μέλος στο Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος στο οποίο έχει παρασχεθεί κεφαλαιακή ενίσχυση. Η ιδιότητα του εκπροσώπου του Ταμείου του παρόντος άρθρου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 1 παράγραφος 3 εδάφιο βχ του ν. 3723/2008 (Α' 250). Οι υποχρεώσεις αποφυγής σύγκρουσης συμφερόντων και πίστεως όπως ορίζονται στο άρθρο 16Β του παρόντος νόμου δεσμεύουν και τους εκπροσώπους του Ταμείου στα διοικητικά συμβούλια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Ο εκπρόσωπος του Ταμείου στο Διοικητικό Συμβούλιο έχει:.
α) το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων.
β) το δικαίωμα αρνησικυρίας στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος:
ϊ) σχετικής με τη διανομή μερισμάτων και την πολιτική παροχών και πρόσθετων απολαβών (bonus) προς τον Πρόεδρο, τον Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα λοιπά μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και για όσους έχουν τη θέση και εκτελούν καθήκοντα γενικού διευθυντή, καθώς και για τους αναπληρωτές τους,
ϋ) εφόσον η υπό συζήτηση απόφαση δύναται να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντα των καταθετών ή να επηρεάσει σοβαρά τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα ή την εν γένει συνετή και εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού ιδρύματος (όπως επιχειρηματική στρατηγική, διαχείριση στοιχείων ενεργητικού - παθητικού κλπ.),
iii) που αφορά εταιρικές πράξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 7α και η οποία απόφαση δύναται να επηρεάσει σημαντικά τη συμμετοχή του Ταμείου στο μετοχικό κεφάλαιο του πιστωτικού ιδρύματος.
γ) το δικαίωμα να ζητεί την αναβολή επί τρεις (3) εργάσιμες ημέρες της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος, προκειμένου να λάβει οδηγίες από την Εκτελεστική Επιτροπή του Ταμείου.
To δικαίωμα αυτό μπορεί να ασκηθεί έως το πέρας της συνεδρίασης του
Διοικητικού Συμβουλίου του πιστωτικού ιδρύματος.
δ) το δικαίωμα να ζητεί τη σύγκληση του Διοικητικού Συμβουλίου,
ε) το δικαίωμα να εγκρίνει τον Οικονομικό Διευθυντή.
Κατά την άσκηση των δικαιωμάτων του, ο εκπρόσωπος του Ταμείου στο Διοικητικό Συμβούλιο, λαμβάνει υπόψη του την επιχειρηματική αυτονομία του πιστωτικού ιδρύματος.
3. Σε κάθε περίπτωση οι αποδοχές των προσώπων που αναφέρονται ανωτέρω στην παράγραφο 3 υπό στοιχείο βχ περίπτωση ί, δεν μπορούν να υπερβαίνουν το σύνολο των αποδοχών του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι πάσης φύσης πρόσθετες απολαβές (bonus) των ιδίων προσώπων καταργούνται για το χρονικό διάστημα συμμετοχής του πιστωτικού ιδρύματος στο πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης του παρόντος νόμου. Αναφορικό με τα μερίσματα της ίδιας διάταξης, εφαρμόζεται ανάλογα η διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 3 του ν. 3723/2008.
4. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου το Ταμείο έχει ελεύθερη πρόσβαση στα βιβλία και στοιχεία του πιστωτικού ιδρύματος με στελέχη ή συμβούλους της επιλογής του.
5. Το Ταμείο, με τη βοήθεια ανεξάρτητου συμβούλου διεθνούς κύρους, εμπειρίας και εξειδίκευσης, θα προβεί στην αξιολόγηση του πλαισίου εταιρικής διακυβέρνησης των πιστωτικών ιδρυμάτων με τα οποία το Ταμείο έχει υπογράψει Σύμβαση Πλαισίου Συνεργασίας. Ειδικότερα η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει το μέγεθος, τη δομή και την κατανομή των αρμοδιοτήτων εντός του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών του σύμφωνα με τις επιχειρηματικές ανάγκες του πιστωτικού ιδρύματος. Η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών του.
Η κατά τα ανωτέρω αξιολόγηση αφορά όλες τις επιτροπές του διοικητικού συμβουλίου, καθώς και κάθε άλλη επιτροπή την οποία το Ταμείο κρίνει απαραίτητο να αξιολογήσει για να εκπληρώσει τους στόχους του σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
6. Το Ταμείο, με τη βοήθεια ανεξάρτητου συμβούλου θα θεσπίσει κριτήρια αξιολόγησης των παραπάνω στοιχείων και των μελών των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές. Βάσει της αξιολόγησης το Ταμείο θα προβεί σε συγκεκριμένες προτάσεις για βελτιώσεις και τυχόν αλλαγές στην εταιρική διακυβέρνηση των πιστωτικών ιδρυμάτων. Για τη διεξαγωγή της αξιολόγησης τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών θα συνεργαστούν με το Ταμείο και τους συμβούλους του και θα παράσχουν κάθε αναγκαία πληροφόρηση.
7. Πέραν των κριτηρίων που θα θεσπιστούν από το Ταμείο με τη συνδρομή του ανεξάρτητου συμβούλου, η αξιολόγηση θα περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:
(α) Αναφορικά με την αξιολόγηση των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των επιτροπών αυτού, θα πρέπει να πληρούνται τα εξής:
(i) το μέλος θα πρέπει να διαθέτει τουλάχιστον δεκαετή διεθνή εμπειρία, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία (3) έτη ως μέλους διοικητικού συμβουλίου πιστωτικού ιδρύματος. Η ανωτέρω διεθνής εμπειρία θα πρέπει να είναι σε διευθυντικό επίπεδο και να έχει αποκτηθεί στους τομείς της τραπεζικής, της ελεγκτικής, της διαχείρισης κινδύνων ή της διαχείρισης προβληματικών στοιχείων ενεργητικού. Το διοικητικό συμβούλιο θα πρέπει να διαθέτει σε συλλογικό επίπεδο την απαραίτητη γνώση και εμπειρία που ανταποκρίνεται στο επιχειρηματικό πρότυπο και στη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος.
(ii) το μέλος δεν θα πρέπει να έχει διατελέσει κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη σε ανώτατες πολιτικές ή διοικητικές θέσεις του δημοσίου, όπως Πρόεδρος Δημοκρατίας ή της Κυβέρνησης, υψηλόβαθμα πολιτικά, κυβερνητικά, κομματικά, δικαστικά, στρατιωτικά στελέχη, ή διευθυντικά στελέχη κρατικών επιχειρήσεων.
(iii) το μέλος πρέπει να γνωστοποιήσει όλες τις οικονομικές σχέσεις του με την τράπεζα πριν από το διορισμό του. Η εποπτική αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι το μέλος είναι κατάλληλος και επαρκής για το διορισμό του ως μέλος. Το Ταμείο με τη βοήθεια του ανεξάρτητου συμβούλου κατά τη διενέργεια της αξιολόγησης για την εταιρική διακυβέρνηση θα ορίσει επιπλέον κριτήρια για συγκεκριμένες δεξιότητες που απαιτούνται στο διοικητικό συμβούλιο. Τα κριτήρια θα επισκοπούνται τουλάχιστον μία φορά κάθε δύο έτη ή και συχνότερα εάν υπάρξει ουσιώδης αλλαγή στην οικονομική κατάσταση της τράπεζας.
8. Η αξιολόγηση της δομής και της σύνθεσης των διοικητικών συμβουλίων και των επιτροπών αυτών θα πληροί τα παρακάτω κατ' ελάχιστον κριτήρια: (ί) στο Διοικητικό Συμβούλιο να συμμετέχουν τουλάχιστον τρία ανεξάρτητα μη εκτελεστικά μέλη με επαρκή γνώση και μακροχρόνια εμπειρία σε αντίστοιχα πιστωτικά ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν είχαν καμία σχέση με πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα κατά τα προηγούμενα δέκα έτη
(ii) τα ανωτέρω ανεξάρτητα μέλη προεδρεύουν σε όλες τις Επιτροπές του Διοικητικού Συμβουλίου
(iii) τουλάχιστον ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου θα διαθέτει σχετική εξειδίκευση και διεθνή εμπειρία τουλάχιστον πέντε (5) ετών στους τομείς της διαχείρισης κινδύνων ή/και της διαχείρισης μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το εν λόγω μέλος θα προεδρεύει σε κάθε επιτροπή του διοικητικού συμβουλίου που θα ασχολείται με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
9. Στην περίπτωση που η επισκόπηση ή η αξιολόγηση του διοικητικού συμβουλίου δεν πληροί τα σχετικά κριτήρια, το Ταμείο θα ενημερώνει το διοικητικό συμβούλιο και εφόσον το τελευταίο δεν λάβει τα απαραίτητα μέτρα για την υλοποίηση των σχετικών προτάσεων, το Ταμείο θα συγκαλεί τη γενική συνέλευση των μετόχων με σκοπό την ενημέρωσή τους και θα προτείνει τις απαιτούμενες αλλαγές. Το Ταμείο θα αποστέλλει τα αποτελέσματα της αξιολόγησης στις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Στην περίπτωση που το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή της επιτροπής αυτού δεν πληροί τα σχετικά κριτήρια ή το διοικητικό συμβούλιο ως σώμα δεν ικανοποιεί την προτεινόμενη δομή ως προς το μέγεθος, την κατανομή των αρμοδιοτήτων και εξειδίκευσης και σε περίπτωση που οι απαιτούμενες αλλαγές δεν μπορούν να υλοποιηθούν με άλλο τρόπο, τότε θα υπάρξει σύσταση για αλλαγή συγκεκριμένων μελών του διοικητικού συμβουλίου ή των επιτροπών του. Στην περίπτωση που η γενική συνέλευση των μετόχων δεν συμφωνήσει εντός τριών μηνών με την αντικατάσταση των μελών του διοικητικού συμβουλίου που δεν εκπλήρωσαν τα κριτήρια αξιολόγησης, τότε το Ταμείο θα δημοσιοποιήσει εντός τεσσάρων εβδομάδων στην ιστοσελίδα του σχετική αναφορά η οποία θα περιλαμβάνει την επωνυμία του πιστωτικού ιδρύματος, τις προτάσεις και τον αριθμό των μελών του διοικητικού συμβουλίου που δεν εκπλήρωσαν τα σχετικά κριτήρια, καθώς και τα κριτήρια αυτά.
10. Οι διατάξεις των παραγράφων 5 έως 9 δεν αίρουν την υποχρέωση των μετόχων να διασφαλίσουν ότι τα διοικητικά συμβούλια και οι επιτροπές αυτών στελεχώνονται με μέλη τα οποία διαθέτουν επαρκή εμπειρία και ικανότητα με τρόπο ώστε να ενεργούν προς το βέλτιστο συμφέρον της τράπεζας και όλων των ενδιαφερομένων μερών.
11. Σε περίπτωση εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, το Ταμείο για όσο διάστημα συμμετέχει στο πιστωτικό ίδρυμα, ως μέτοχος, ικανοποιείται από το προϊόν εκκαθάρισης προνομιακά έναντι όλων των άλλων μετόχων, από κοινού με το Δημόσιο ως δικαιούχο των προνομιούχων μετοχών του ν. 3723/2008

11. Στην παράγραφο α του άρθρου 11 διαγράφονται οι λέξεις «μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος» και οι λέξεις «του άρθρου 60 του ν.3601/2007» αντικαθίστανται με τις λέξεις «του άρθρου 54 του ν.4261/2014»

12. Στο άρθρο 12 προστίθεται νέα παράγραφος 7, ως εξής:

«7. Τα ποσά που λαμβάνει το Ταμείο από αποζημιώσεις ή εξοφλήσεις και οι εισπράξεις από την πώληση ή την αποπληρωμή δανείων, ομολόγων, χρεογράφων, μετοχών ή κεφαλαίων ή άλλων τίτλων που πραγματοποιεί το Ταμείο, καταχωρούνται σε ειδικό αποθεματικό λογαριασμό και μπορούν να διανέμονται στο Ελληνικό Δημόσιο, ανεξάρτητα από το αν υφίσταται διανεμητέο κέρδος, μετά από αίτημα του Υπουργού Οικονομικών, υπό την προϋπόθεση ότι έχει υποβληθεί στον Υπουργό Οικονομικών αίτημα από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας να μεταφέρει το ποσό των ανωτέρω εισπράξεων. Το ποσό το οποίο θα αιτείται ο Υπουργός Οικονομικών από το Ταμείο δεν θα υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα αιτούνται το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ή τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας από το Ελληνικό Δημόσιο.»

13. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 13, μετά τις λέξεις « Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα», προστίθενται οι λέξεις «Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας».

14. Προστίθεται νέο άρθρο 16, ως εξής:

«Άρθρο 16 Δάνειο Εξυγίανσης
Το Ταμείο δύναται να χορηγεί δάνειο εξυγίανσης, όπως ορίζεται στη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της 19.8.2015, στο Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων προς το σκοπό κάλυψης δαπανών για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης τραπεζών, σύμφωνα με τις προβλέψεις της προαναφερθείσας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης.»

15. Στο άρθρο 16Α, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται, οι παράγραφοι 4 και 5 αναριθμούνται σε 6 και 7 και προστίθενται νέες παράγραφοι 4 και 5, ως εξής:
«2. Το Γενικό Συμβούλιο ενημερώνει, κατ" ελάχιστον δύο φορές το χρόνο και σε όποιες άλλες περιπτώσεις αυτό κρίνεται αναγκαίο, τη Βουλή των Ελλήνων, τον Υπουργό Οικονομικών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, σχετικά με την πορεία επίτευξης της αποστολής του.
3. Το Γενικό Συμβούλιο ενημερώνει, μέσω διμηνιαίων ενημερωτικών δελτίων, τον Υπουργό Οικονομικών και, μετά από αίτημά του, ο Υπουργός Οικονομικών ενημερώνεται περαιτέρω από τον Πρόεδρο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο.
4. Το Ταμείο δημοσιεύει σε ετήσια βάση έκθεση για τη στρατηγική λειτουργίας του. Η ισχύς της της παρούσας διάταξης αρχίζει από τον Μάρτιο του 2016.
5. Το Ταμείο δημοσιεύει κάθε έξι μήνες έκθεση πεπραγμένων ως προς την κατά τα ανωτέρω στρατηγική. Η ισχύς της παρούσας διάταξης αρχίζει από τον Ιούνιο του 2016. »

16. Η παράγραφος 9 του άρθρου 16Β αντικαθίσταται ως εξής:
«9. Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου και της Εκτελεστικής Επιτροπής έχουν υποχρέωση τήρησης εχεμύθειας σχετικά με τις υποθέσεις του Ταμείου και δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο. Οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας δεσμεύονται από το επαγγελματικό απόρρητο που προβλέπεται στους οικείους κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας αντίστοιχα. Η υποχρέωση απορρήτου δεν ισχύει για την Τράπεζα της Ελλάδος, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας.»

17. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 16Γ, αντικαθίσταται ως εξής:
«Τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου, της Εκτελεστικής Επιτροπής και το προσωπικό του Ταμείου δεν έχουν αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, παρά μόνο για βαρειά αμέλεια και δόλο.».
β. Στην παράγραφο 5 του ίδιου όρθρου διαγράφονται οι λέξεις «συμπεριλαμβανομένης της αρμοδιότητάς της να λάβει μέτρα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 62,63,64 και 68 του ν.3601/2007 γ. Στο τέλος του άρθρου προστίθεται νέα παράγραφος 10, ως εξής: «Ενέργειες του Ταμείου, που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με διατάξεις του ιδρυτικού του νόμου, οι οποίες τροποποιήθηκαν ή καταργήθηκαν, καθώς και τυχόν δικαιώματα ή υποχρεώσεις, εξακολουθούν να διέπονται από τις τότε ισχύουσες διατάξεις για κάθε νόμιμη συνέπεια.»

Άρθρο 2
Τροποποιήσεις ν. 4261/2014 (Α' 107)

1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 145Α προστίθεται, μετά την περίπτωση η, περίπτωση θ ως εξής:
«(θ) απαιτήσεις, που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις ούτε είναι μειωμένης εξασφάλισης κατά την αντίστοιχη σύμβαση, και που απορρέουν μεταξύ άλλων από δάνεια και άλλες πιστωτικές συμβάσεις, από συμβάσεις προμήθειας αγαθών ή παροχής υπηρεσιών ή από παράγωγα. Η παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις που πηγάζουν από ομόλογα έκδοσης του πιστωτικού ιδρύματος, εκτός από ομόλογα έκδοσής του, για τα οποία έχει δοθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, και τα οποία τότε η παρούσα περίπτωση περιλαμβάνει. Η παρούσα περίπτωση δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις που απορρέουν από εγγυήσεις που έχουν δοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα για ομόλογα έκδοσης θυγατρικών του με την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014, είτε αυτές οι θυγατρικές εδρεύουν στην Ελλάδα είτε στην αλλοδαπή. Επιπλέον, δεν περιλαμβάνει απαιτήσεις τέτοιων θυγατρικών του πιστωτικού ιδρύματος, όταν αυτές οι απαιτήσεις απορρέουν από σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με το πιστωτικό ίδρυμα, διά της οποίας συμβάσεως δανείζεται ή κατατίθεται στο πιστωτικό ίδρυμα το προϊόν της έκδοσης ομολόγων ή υβριδικών τίτλων από αυτές τις θυγατρικές. Σε περίπτωση κατάθεσης τέτοιας θυγατρικής στο πιστωτικό ίδρυμα, το προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζεται στο τμήμα της κατάθεσης που δεν εμπίπτει στην περίπτωση γ της παρούσας παραγράφου. Οι απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα περίπτωση και εμπίπτουν στο δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο ανωτέρω κατατάσσονται ως κοινές απαιτήσεις χωρίς προνόμιο με την έννοια της περίπτωσης α της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του Πτωχευτικού Κώδικα, εκτός εάν οι υποχρεώσεις της θυγατρικής από τα ομόλογα ή τους υβριδικούς τίτλους έκδοσής της, και για τις οποίες έχει δοθεί εγγύηση ή έχει συναφθεί σύμβαση δανείου ή κατάθεσης με την έννοια του τρίτου και του τέταρτου εδαφίου, είναι μειωμένης εξασφάλισης στην κατάταξη των υποχρεώσεων της ίδιας της θυγατρικής. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση οι απαιτήσεις κατά του πιστωτικού ιδρύματος που εμπίπτουν στο τρίτο και το τέταρτο εδάφιο είναι επίσης μειωμένης εξασφάλισης κατά τον ίδιο τρόπο.

2. Στο άρθρο 145Α προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:
«Η κατάταξη των απαιτήσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αναγκαστικός κανόνας δημοσίου συμφέροντος.»

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 146 τροποποιείται ως εξής:
α. Μετά τις λέξεις « ειδικός εκκαθαριστής» προστίθενται οι λέξεις «πιστωτικού ή χρηματοδοτικού ιδρύματος»
β. Στο τέλος της περίπτωσης α) προστίθενται οι λέξεις « ή άλλης πιστωτικής σύμβασης»
γ. Στην περίπτωση β) μετά τις λέξεις « ρυθμίσεις δανείων» προστίθενται οι λέξεις « και λοπών πιστωτικών συμβάσεων»
δ. στην περίπτωση δ) μετά τις λέξεις « από δάνεια» προστίθενται οι λέξεις « ή λοιπές πιστωτικές συμβάσεις».

Άρθρο 3
Τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 (Α' 87)

1. Στην παράγραφο 2 του εσωτερικού άρθρου 44 του άρθρου 2 προστίθεται περίπτωση θ, ως εξής:
«τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις περιπτώσεις ζ, η και θ της παραγράφου 1 του άρθρου 145Α του ν. 4261/2014

2. Στο εσωτερικό άρθρο 57 του άρθρου 2 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Η δημόσια κεφαλαιακή στήριξη κατά το παρόν άρθρο μπορεί να παρασχεθεί στο πιστωτικό ίδρυμα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 56.».

3. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του εσωτερικού άρθρου 59 του άρθρου 2, αντικαθίσταται ως εξής:
« 1. Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου και όσα αναγνωρίζονται ως κεφαλαιακά μέσα βάσει των άρθρων 483-491 του Κανονισμού (EE) 575/2013, ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης ως εξής: »

4. Στο τέλος της παραγράφου 2 του εσωτερικού άρθρου 63 του άρθρου 2, προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Εάν συντρέχει περίπτωση, στη δημοσιότητα του άρθρου 7α του ν. 2190/1920 υποβάλλεται η οικεία απόφαση της αρχής εξυγίανσης.»

5. Στο τέλος της παραγράφου 1 του εσωτερικού άρθρου 68 του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο ως εξής:
«Η αφερεγγυότητα ή αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων έναντι τρίτων ενός μέλους του ομίλου, όταν προκαλείται από την εφαρμογή μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο σε απαιτήσεις κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου, θεωρείται γεγονός άμεσο συνδεόμενο με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, με την έννοια της παρούσας διάταξης.»

6. Στο τέλος του εσωτερικού άρθρου 82 του όρθρου 2 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής:
«5. Η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει με απόφασή της τη λήξη της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος. Στην απόφαση αυτή εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3.»

7. α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του εσωτερικού άρθρου 96 του άρθρου 2, αντικαθίσταται ως εξής:
«Η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης αποφασίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 96.» β. Στο τέλος της παραγράφου 3 του εσωτερικού άρθρου 96 του άρθρου 2 προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
«Σε περίπτωση προσωρινής αποτίμησης, τα δύο τρίτα της προσωρινώς υπολογισθείσας διαφοράς αξίας καταβάλλονται αμέσως, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται με την οριστικοποίηση της αποτίμησης.»

8. Στο εσωτερικό άρθρο 130 του όρθρου 2 προστίθεται νέα παράγραφος 4, ως εξής:
« 4. Σε εκκρεμείς διαδικασίες σχετικές με μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ισχύουσες κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων διατάξεις.»

9. Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι παράγραφοι 9 και 11 του άρθρου 44, καθώς και η περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 56, του άρθρου 2 του παρόντος νόμου τίθενται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2016. Η περίπτωση θ της παραγράφου 2 του άρθρου 44 του άρθρου 2 του παρόντος νόμου παύει να ισχύει την 31η Δεκεμβρίου 2015.»

Άρθρο 4
Τροποποιήσεις ν. 4172/2013

Το άρθρο 27Α του ν. 4172/2013 (Α' 167), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4302/2014 (Α* 225), αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε, ως εξής:

«Μετά το άρθρο 27 του ν. 4172/2013 (Α' 167), όπως ισχύει, προστίθεται άρθρο 27Α ως εξής:

«Άρθρο 27Α
Αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση
1. Οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 11 του παρόντος άρθρου αφορούν στην προαιρετική μετατροπή αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων, επί προσωρινών διαφορών, σε οριστικές και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Προς το σκοπό της ένταξης στις διατάξεις των παραγράφων αυτών και για την ανάληψη των σχετικών εταιρικών ενεργειών, απαιτείται απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν ειδικής εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή αφορά στο σχηματισμό ειδικού αποθεματικού και στη δωρεάν έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6, στην αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού κεφαλαίου του νομικού προσώπου με κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού και στην εξουσιοδότηση του Διοικητικού Συμβουλίου να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίηση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Η ως άνω απόφαση γνωστοποιείται στη Φορολογική Διοίκηση και στην Εποπτική Αρχή.
Η ένταξη στο ειδικό πλαίσιο των διατάξεων του παρόντος άρθρου λήγει με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων ή συνεταίρων του νομικού προσώπου, κατόπιν εισήγησης του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους εκείνου στο οποίο αφορά.
Οι αποφάσεις των προηγούμενων εδαφίων λαμβάνονται με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία που απαιτείται, κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1920 ή του ν. 1667/1986, για την αύξηση του μετοχικού ή του συνεταιριστικού κεφαλαίου, αντίστοιχα.
Ειδικά, όσον αφορά στη λήξη της ένταξης, το νομικό πρόσωπο υποβάλλει προς την Εποπτική Αρχή σχετική αίτηση προς έγκριση τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν από τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, την οποία αυτή εγκρίνει ή απορρίπτει εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της.
2. Ο φόρος εισοδήματος, ο οποίος αναλογεί σε προσωρινές διαφορές, που αφορούν:
α) στο υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς της παρ. 2 του άρθρου 27, που έχει προκύψει σε βάρος των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος νομικών προσώπων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 26 και β) στο ποσό των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου, οι οποίες έχουν λογισθεί έως τις [30 Ιουνίου 2015] αναφορικά με απαιτήσεις των προαναφερθέντων νομικών προσώπων, για το οποίο έχει ή θα λογισθεί «αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση», σύμφωνα με τις διατάξεις των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή τις αντίστοιχες διατάξεις του προϊσχύσαντος ν. 2238/1994 (Α' 151), και εμφανίζεται στις τελευταίες εκάστοτε νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων, ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις των ανωτέρω νομικών προσώπων, εφόσον έχουν συνταχθεί με βάση τα ΔΠΧΑ, μετατρέπεται, στο σύνολο του ή μερικά με τον τρόπο που περιγράφεται κατωτέρω, κατά περίπτωση, σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση αυτού έναντι του Δημοσίου, σε περίπτωση κατά την οποία το λογιστικό, μετά από φόρους, αποτέλεσμα χρήσης του νομικού προσώπου είναι ζημία, σύμφωνα με τις, κατά τα παραπάνω, νομίμως ελεγμένες και εγκεκριμένες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων.
Το ποσό της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης προσδιορίζεται δια του πολλαπλασιασμού του συνολικού ποσού της, κατά τα παραπάνω, οριζόμενης αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης στο σύνολο των ιδίων κεφαλαίων, όπως αυτά εμφανίζονται στις εκάστοτε- ετήσιες εταιρικές οικονομικές καταστάσεις του νομικού προσώπου, οι οποίες έχουν συνταχθεί για το οικείο φορολογικό έτος, μη συμπεριλαμβανομένης σε αυτά της λογιστικής ζημίας χρήσης [Φορολογική Απαίτηση = Ποσό Αναβαλλόμενης Φορολογικής Απαίτησης οικονομικών καταστάσεων Χ λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης/(ίδια κεφάλαια - Λογιστική, μετά από φόρους, ζημία χρήσης)].
Η απαίτηση της παρούσας παραγράφου γεννάται κατά το χρόνο έγκρισης των εκάστοτε ετήσιων εταιρικών οικονομικών καταστάσεων από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή συνεταίρων και συμψηφίζεται με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου ή και εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου («συνδεδεμένων επιχειρήσεων» κατά την έννοια του παρόντος νόμου) του φορολογικού έτους το οποίο αφορούν οι εγκριθείσες οικονομικές καταστάσεις. Προκειμένου για το συμψηφισμό με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος, το νομικό πρόσωπο ή η συνδεδεμένη επιχείρηση μπορεί να υποβάλει εμπρόθεσμα συμπληρωματική δήλωση φορολογίας εισοδήματος μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία γέννησης της απαίτησης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. Σε περίπτωση που ο αναλογών φόρος εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία δεν επαρκεί για τον ολοσχερή συμψηφισμό της απαίτησης και κατά το μέρος που αυτή δεν έχει συμψηφισθεί, το νομικό πρόσωπο έχει άμεσα εισπράξιμη απαίτηση έναντι του Ελληνικού Δημοσίου για το υπόλοιπο (μη συμψηφισθέν) ποσό. Η απαίτηση αυτή καλύπτεται εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή της (αρχικής ή συμπληρωματικής) δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, το νομικό πρόσωπο εκδίδει δωρεάν παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), κατά τις διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο και αντιστοιχούν σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες συνολικής αγοραίας αξίας ίσης με το εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης φορολογικής απαίτησης, προ του συμψηφισμού της με το φόρο εισοδήματος του φορολογικού έτους στο οποίο προέκυψε η λογιστική ζημία. Ως αγοραία αξία των μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων νοείται: (α) εφόσον οι μετοχές του νομικού προσώπου είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών ο μέσος όρος της χρηματιστηριακής τιμής τους σταθμισμένος με βάση τον όγκο συναλλαγών, κατά τις προηγούμενες τριάντα (30) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία που καθίσταται εισπρακτέα η, κατά τα παραπάνω, φορολογική απαίτηση ή (β) εφόσον πρόκειται για συνεταιριστικές μερίδες ή μετοχές που δεν είναι εισηγμένες, η εσωτερική λογιστική αξία τους, όπως προκύπτει από τον νόμιμα συνταγμένο τελευταίο ισολογισμό του νομικού προσώπου, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν παρατηρήσεις στην έκθεση ελέγχου του νόμιμου ελεγκτή. Η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής πραγματοποιείται χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος, με την κεφαλαιοποίηση του ειδικού αποθεματικού. 3. Στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, σε εφαρμογή διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας ή της ευρωπαϊκής, όπως αυτή έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο, το υπολειπόμενο ποσό της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, μετατρέπεται σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση κατά τα οριζόμενα στην ίδια παράγραφο. Εάν η φορολογική απαίτηση δεν συμψηφισθεί ολοσχερώς με τον αναλογούντα φόρο εισοδήματος του νομικού προσώπου, το μη συμψηφισθέν μέρος της ανωτέρω απαίτησης αποτελεί άμεσα εισπράξιμη απαίτησή του από το Δημόσιο.
4. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν εφαρμόζονται στο ποσό της αναβαλλομένης φορολογικής απαίτησης που έχει λογισθεί επί των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω πιστωτικού κινδύνου αναφορικά με απαιτήσεις κατά εταιρειών του ιδίου εταιρικού ομίλου, καθώς και μετόχων, συνεταίρων που κατέχουν ποσοστό άνω του [τρία] τοις εκατό ([3]%) του συνολικού συνεταιριστικού κεφαλαίου, μελών διοικητικών συμβουλίων, διευθυνόντων συμβούλων, γενικών διευθυντών και διευθυντών αυτών. Ως εταιρεία του ιδίου εταιρικού ομίλου νοείται κάθε συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια του παρόντος νόμου.
5. Σε περίπτωση συμψηφισμού ή είσπραξης της απαίτησης, όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο 2, το σχετικό ποσό αφαιρείται από τη συνολική φορολογική απαίτηση του νομικού προσώπου.
6. Για το ποσό που αντιστοιχεί στο ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της ανωτέρω φορολογικής απαίτησης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, το νομικό πρόσωπο σχηματίζει ισόποσο ειδικό αποθεματικό, το οποίο προορίζεται αποκλειστικά για την αύξηση του μετοχικού ή συνεταιριστικού του κεφαλαίου και την έκδοση παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) προς το Ελληνικό Δημόσιο. Για το σκοπό αυτόν, κατά το χρόνο σχηματισμού του κατά τα ανωτέρω ειδικού αποθεματικού, το νομικό πρόσωπο εκδίδει προς το Ελληνικό Δημόσιο παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεως κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής) η συνολική αξία των οποίων προσδιορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Οι τίτλοι είναι μετατρέψιμοι σε κοινές μετοχές ή συνεταιριστικές μερίδες, οι οποίες μπορεί να εκδοθούν και υπέρ το άρτιο. Οι, κατά τα παραπάνω, παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι από τους κατόχους. Εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την ημερομηνία έκδοσης των τίτλων, οι υφιστάμενοι μέτοχοι ή συνεταίροι έχουν δικαίωμα εξαγοράς τους κατά την αναλογία συμμετοχής τους στο μετοχικό ή συνεταιριστικό κεφάλαιο του νομικού προσώπου κατά το χρόνο έκδοσης των τίτλων. Η απόκτηση των τίτλων από το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και η άσκηση των δικαιωμάτων μετατροπής από τους κατόχους τους πραγματοποιείται χωρίς αντάλλαγμα και δεν αποτελεί δημόσια προσφορά κατά την έννοια του ν. 3401/2005. Δεν αποτελεί, επίσης, δημόσια προσφορά η άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς των τίτλων από τους υπάρχοντες μετόχους ή συνεταίρους. Μετά την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς από τους υφιστάμενους μετόχους ή συνεταίρους ή μετά την παρέλευση του εύλογου χρονικού διαστήματος χωρίς να ασκηθεί το δικαίωμα αυτό οι, κατά τα παραπάνω, παραστατικοί τίτλοι είναι ελεύθερα μεταβιβάσιμοι έναντι ανταλλάγματος και διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά.
7. Με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου ορίζονται κάθε σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου θέμα και ιδίως η διαδικασία του φορολογικού ελέγχου, τα απαιτούμενα στοιχεία τεκμηρίωσης για την επαλήθευση του ποσού της οριστικής και εκκαθαρισμένης απαίτησης κατά του Δημοσίου, η παρακολούθηση και πιστοποίηση του μη συμψηφισθέντος ετήσιου υπόλοιπου της φορολογικής απαίτησης της παραγράφου 2, ο τρόπος αποπληρωμής της, ο οποίος είναι είτε μετρητοίς είτε με ταμειακά ισοδύναμα, όπως αυτό ορίζονται στο πρότυπο 7 των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, η πιστοποίηση της εξόφλησης της απαίτησης αυτής, οι βασικοί όροι που διέπουν τους εκδιδόμενους παραστατικούς τίτλους δικαιωμάτων κτήσεων κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων (δικαιώματα μετατροπής), η μεταβίβασή τους, η αξία μεταβίβασης, ο χρόνος και η διαδικασία άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς από τους μετόχους ή συνεταίρους του νομικού προσώπου, ο χρόνος κατά τον οποίο αυτοί καθίστανται διαπραγματεύσιμοι σε οργανωμένη αγορά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με το χρόνο και τη διαδικασία μετατροπής των δικαιωμάτων και την έκδοση (δωρεάν) κοινών μετοχών ή συνεταιριστικών μερίδων των νομικών προσώπων προς το Ελληνικό Δημόσιο.
8. Από τη θέση σε ισχύ του παρόντος άρθρου, και για όσα νομικά πρόσωπα αποφασίσουν την ένταξή τους στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν εφαρμόζεται ως προς τις σε αυτό αναφερόμενες φορολογικές απαιτήσεις οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου, η οποία τυχόν θέτει διαφορετικές προϋποθέσεις, αιρέσεις ή προθεσμίες στην επιστροφή από το Δημόσιο φόρου εισοδήματος. Η τυχόν μείωση του ποσού της φορολογικής απαίτησης, κατόπιν του ελέγχου της Φορολογικής Διοίκησης, συνεπάγεται την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου ή πράξης διόρθωσης αυτού, χωρίς αυτό να συνεπάγεται οποιαδήποτε αξίωση του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε άλλου σε βάρος οποιουδήποτε κατόχου, σχετικά με τους παραστατικούς τίτλους της παραγράφου 6 ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία.
9. Σε περίπτωση μετατροπής της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης επί του ποσού των συσσωρευμένων προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, το δικαιούχο νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να εκπίπτει από το φορολογητέο εισόδημά του το ποσό των προβλέψεων και λοιπών εν γένει ζημιών λόγω κάλυψης πιστωτικού κινδύνου, που αφορούν στο ποσό της κατά τα ανωτέρω μετατραπείσας φορολογικής απαίτησης σε οριστική. Το ως άνω ποσό εγγράφεται σε ειδικό λογαριασμό του νομικού προσώπου.
10. Το ποσό της χρεωστικής διαφοράς, για το οποίο έχει πραγματοποιηθεί μετατροπή της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης σε οριστική και εκκαθαρισμένη απαίτηση έναντι του Δημοσίου, αφαιρείται από το υπολειπόμενο (αναπόσβεστο) ποσό της χρεωστικής διαφοράς, που εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του νομικού προσώπου κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 παράγραφος 2.
11. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αφορούν φορολογικές απαιτήσεις που γεννώνται από το φορολογικό έτος [2017]* και εφεξής και ανάγονται στο φορολογικό έτος [2016]* και εφεξής. Κατ' εξαίρεση, στην περίπτωση πτώχευσης, ειδικής εκκαθάρισης ή εκκαθάρισης του νομικού προσώπου, η φορολογική απαίτηση γεννάται οποτεδήποτε συντρέξουν τα γεγονότα αυτά μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος.»

Άρθρο 5
Τροποποιήσεις v. 1667/1986

1. Μετά την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 (Α' 196) προστίθενται παράγραφοι 2α, 2β, 2γ, 2δ και 2ε ως ακολούθως:
«2α. Το καταστατικό πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να προβλέπει ότι μέλος του συνεταιρισμού, που κατέχει συνεταιριστικές μερίδες με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, η συνολική ονομαστική αξία των οποίων υπερβαίνει ποσοστό τουλάχιστον 10% της συνολικής ονομαστικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, όπως θα ορίζει το καταστατικό, δύναται να ορίζει: α) Ένα από τα δύο πρόσωπα πλήρους απασχόλησης που όντως διευθύνουν τη δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος και τα οποία συμμετέχουν, ως εκτελεστικά μέλη, στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτού κατά την έννοια του άρθρου 13 του ν. 4261/2014, εφόσον αυτό έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος βάσει των διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4261/2014. Το δικαίωμα αυτό δεν δύναται να παρέχεται σε περισσότερα του ενός μέλη του συνεταιρισμού. Το οριζόμενο κατά τα ανωτέρω πρόσωπο δύναται να ανακληθεί από το μέλος του συνεταιρισμού που το όρισε, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, μόνον για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίσταται από άλλο που αυτό προτείνει. Το μέλος του συνεταιρισμού που αποκτά το παρόν δικαίωμα συνεργάζεται καταλλήλως με την Επιτροπή Ανάδειξης Υποψηφίων του άρθρου 8 παρ. 4 και 5 του ν. 1667/1986, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο ως εκτελεστικού μέλους προσώπου που θα έχει εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο διπλάσιος αριθμός υποψηφίων που πρόκειται να εκλεγούν, κατά την έννοια του τελευταίου εδαφίου της παρ. 5 του άρθρου 8, προσδιορίζεται βάσει του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που εκλέγει η Γενική Συνέλευση, αφαιρουμένου του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου που δικαιούται να διορίσει το εν λόγω μέλος του συνεταιρισμού.
β) Έως τα δύο τρίτα (2/3) των μη εκτελεστικών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που απαρτίζουν την Επιτροπή Ελέγχου. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Σε μέλος του συνεταιρισμού που έχει παρασχεθεί το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με το παρόν στοιχείο β' δεν δύναται να παρασχεθεί και το δικαίωμα διορισμού σύμφωνα με το στοιχείο α'. Τα οριζόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που είναι και μέλη της Επιτροπής Ελέγχου δύνανται να ανακληθούν από το μέλος του συνεταιρισμού που τα όρισε μόνον, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα αυτό, για σπουδαίο λόγο, οπότε και αντικαθίστανται από άλλα που αυτό προτείνει.
γ) Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού μέχρι του ενός τρίτου (1/3) του προβλεπομένου συνολικού αριθμού αυτών. Τα εν λόγω μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να έχουν τύχει της εγκρίσεως της Τράπεζας της Ελλάδος βάσει της αξιοπιστίας, των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειρίας τους. Με την επιφύλαξη του επομένου εδαφίου, τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που δεν μπορεί να υπολείπονται των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των μελών του, εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση. Εφόσον το δικαίωμα του πρώτου εδαφίου του παρόντος στοιχείου γ" έχει παρασχεθεί σε περισσότερα από ένα μέλη του συνεταιρισμού, ο συνολικός αριθμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού που μπορούν να ορίσουν τα εν λόγω μέλη του συνεταιρισμού δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο πέμπτα (2/5) του προβλεπόμενου στο Καταστατικό συνολικού αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον σε μέλος του συνεταιρισμού, στο οποίο παρέχεται το δικαίωμα του παρόντος στοιχείου γ', έχει παρασχεθεί, και το δικαίωμα του στοιχείου α' ή του στοιχείου β', για τον υπολογισμό του συνόλου των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που διορίζονται από αυτό το μέλος προσμετρώνται και τα διοριζόμενα από αυτό κατά το στοιχείο α' ή το στοιχείο β' πρόσωπα. Οι κατά το στοιχείο γ' οριζόμενοι σύμβουλοι δύναται να ανακληθούν οποτεδήποτε από το μέλος ή τα μέλη που τους όρισαν, εφόσον το μέλος ή τα μέλη εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα αυτό, και να αντικαθίστανται από άλλους.
2β. Το καταστατικό ορίζει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια, ποσοτικά ή και ποιοτικά, για να απονεμηθούν σε ορισμένο ή ορισμένα μέλη ένα ή περισσότερα από τα δικαιώματα της παραγράφου 2α του παρόντος, καθώς και τη διαδικασία ασκήσεώς τους, ενδεικτικώς ως προς το ποσοστό του συνολικού αριθμού ψήφων, τη δέσμευση του μέλους του συνεταιρισμού να διατηρήσει συγκεκριμένο αριθμό συνεταιριστικών μερίδων ή να εκπληρώσει συγκεκριμένες υποχρεώσεις, τη διάρκεια ισχύος και τους λόγους απώλειας του δικαιώματος, την παροχή από το μέλος ειδικής τεχνογνωσίας ή και την κατοχή θέσης στρατηγικού εταίρου στο πλαίσιο συμφωνίας που έχει καταρτίσει με τη διοίκηση του συνεταιρισμού. 2γ. Η θητεία των οριζομένων κατά την παράγραφο 2α μελών του Διοικητικού Συμβουλίου συμπίπτει με τη θητεία του εκάστοτε τρέχοντος ή του νεοκλεγομένου Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παρ. 2α γίνεται ενόψει της εκλογής από τη Γενική Συνέλευση νέων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, η άσκηση του δικαιώματος της παρ. 2α από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία έχει παρασχεθεί το δικαίωμα αυτό πραγματοποιείται πριν από την εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου από τη Γενική Συνέλευση, η οποία περιορίζεται στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, χωρίς το μέλος, το οποίο έχει ασκήσει το δικαίωμα ορισμού μελών του Διοικητικού Συμβουλίου που του έχει παρασχεθεί με το καταστατικό κατά την παρ. 2α, να συμμετέχει στην εκλογή των υπολοίπων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Τα μέλη του συνεταιρισμού που ασκούν το ανωτέρω δικαίωμα γνωστοποιούν στον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου του Συνεταιρισμού τον ορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου δέκα (10) πλήρεις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της γενικής συνελεύσεως και δεν συμμετέχουν στην εκλογή του υπολοίπου Συμβουλίου. Εφόσον ο ορισμός μελών του Διοικητικού Συμβουλίου κατά την παρ. 2α γίνεται κατά τη διάρκεια της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου, οπότε και παρασχέθηκε στο μέλος το δικαίωμα αυτό, το δικαίωμα ορισμού του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου ασκείται είτε με αναπλήρωση παραιτούμενων ισάριθμων μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είτε με αύξηση του αριθμού των μελών του τρέχοντος διοικητικού συμβουλίου. Σε περίπτωση που εκπέσει για οποιοδήποτε λόγο της θέσεώς του μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου που έχει ορισθεί από μέλος του συνεταιρισμού κατά την παράγραφο 2α, το μέλος αυτό αντικαθίσταται από το μέλος του συνεταιρισμού που είχε το δικαίωμα ορισμού του. Σε περίπτωση μεταβολής του αριθμού των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου διατηρείται υποχρεωτικώς η ιδιαίτερη αναλογία εκπροσωπήσεως που υφίσταται στο καταστατικό.
2δ. Σε περίπτωση τροποποίησης του καταστατικού πιστωτικού συνεταιρισμού που λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα για την ενσωμάτωση σ' αυτό για πρώτη φορά διατάξεων σύμφωνα με τις παραγράφους 2α, 2β και 2γ, η οποία αποφασίζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης, η γενική συνέλευση που αποφασίζει την τροποποίηση του καταστατικού δύναται να διορίζει η ίδια και νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που έχουν επιλεγεί από τα μέλη του συνεταιρισμού στα οποία παρέχεται με την ίδια απόφαση το σχετικό δικαίωμα και έχουν εγκριθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 83 του ν. 4261/2014, είτε αναπληρώνοντας παραιτούμενα ισάριθμα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είτε αυξάνοντας ανάλογα τον αριθμό των μελών του υφιστάμενου διοικητικού συμβουλίου μέχρι τη λήξη της θητείας του τρέχοντος Διοικητικού Συμβουλίου.
2ε. Με αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζονται ειδικά θέματα και λεπτομέρειες για την άσκηση από την Τράπεζα της Ελλάδος εποπτικών αρμοδιοτήτων της ως προς θέματα των παραγράφων 2α - 2δ.»

2. α. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 1667/1986 καταργείται και στο τέλος της ιδίας παραγράφου προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Με την επιφύλαξη της διατάξεως του επομένου εδαφίου, τα δικαιώματα ψήφου τα οποία δικαιούται να ασκεί ένα μέλος συνεταιριστικής τράπεζας, ανεξαρτήτως των συνεταιριστικών μερίδων που κατέχει, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο ποσοστό δικαιωμάτων ψήφου που ορίζεται στο Καταστατικό, το οποίο δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 33% του συνολικού αριθμού ψήφων. Μέλη συνεταιριστικής τράπεζας, που τα δικαιώματα ψήφου καθενός απ' αυτά υπερβαίνουν ποσοστό που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο ποσοστό δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων, δεν δικαιούνται να ασκούν αθροιστικώς, ποσοστό των δικαιωμάτων ψήφου που ορίζεται στο καταστατικό, το οποίο δεν μπορεί να ορισθεί υψηλότερο του 50% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου. Στις περιπτώσεις των προηγουμένων δύο εδαφίων, το καταστατικό της συνεταιριστικής τράπεζας μπορεί, επιπλέον, να προβλέπει θέματα για τα οποία η λήψη απόφασης απαιτεί διπλή πλειοψηφία τόσο του συνόλου των μελών της συνεταιριστικής τράπεζας, όσο και του συνόλου του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, καθώς και να καθορίζει το απαιτούμενο ποσοστό για τα θέματα αυτά. Εφόσον, για οποιοδήποτε λόγο μεταβληθεί ο αριθμός των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου, τα δικαιώματα ψήφου που δύνανται να ασκηθούν υπολογίζονται βάσει του αριθμού των συνεταιριστικών μερίδων με δικαίωμα ψήφου κατά το χρόνο εξασκήσεως του δικαιώματος ψήφου. Μέλος συνεταιριστικής τράπεζας που κατέχει ποσοστό μεγαλύτερο του 5% του συνολικού αριθμού ψήφων θεωρείται ότι δύναται να ασκεί ουσιώδη επιρροή στη διαχείριση της συνεταιριστικής τράπεζας και υπόκειται στους εποπτικούς κανόνες του ν. 4261/2014 για τα πρόσωπα που έχουν ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα[, κατ' εφαρμογή του άρθρου 23]. Οι ως άνω ποσοτικοί περιορισμοί δεν ισχύουν για το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.»

β. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 1667/1986 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε συνεταιριστική τράπεζα, η οποία, κάνοντας χρήση των διατάξεων των εδαφίων 4 επ. του άρθρου 4 παρ. 2 του ν. 1667/1986, έχει παράσχει στα μέλη της δικαίωμα άνω των είκοσι ψήφων για συνεταιριστικές μερίδες που κατέχουν, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη Γενική Συνέλευση δύναται να ασκείται και δι' αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, με ή χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί, όπως καθορίζεται στο καταστατικό.»

3. Στο άρθρο 5 προστίθεται παράγραφος 8, ως εξής:
«8. α. Οι γενικές συνελεύσεις των συνεταιριστικών τραπεζών που θα κληθούν να αποφασίσουν εντός του έτους 2015 επί των τροποποιήσεων του καταστατικού των άρθρων που αφορούν το πλαίσιο της ανακεφαλαιοποίησης των συνεταιριστικών τραπεζών, καθώς και επί θεμάτων αυξήσεως κεφαλαίου ή και εκδόσεως τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια, δύνανται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, να συγκαλούνται εντός επτά ημερών από την ημέρα της προσκλήσεως και να αποφασίζουν συντεμνομένων κατά το ήμισυ των ορίων του καταστατικού περί απαρτίας της γενικής συνέλευσης, εφόσον η απόφαση περί αυξήσεως κεφαλαίου και τροποποιήσεως του καταστατικού έχει εγκριθεί προηγουμένως από την Τράπεζα της Ελλάδος. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του καταστατικού, οι επαναληπτικές ή μετ' αναβολή γενικές συνελεύσεις που καλούνται να αποφασίσουν επί των θεμάτων του πρώτου εδαφίου δύνανται να προσκαλούνται εντός προθεσμίας 3 ημερών.
β. Το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στις γενικές συνελεύσεις της παρ. 1 δύναται να ασκείται και δι' αντιπροσώπου, που πρέπει να είναι μέλος της συνεταιριστικής τράπεζας, χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό των μελών και ψήφων που μπορεί να εκπροσωπεί ο αντιπρόσωπος,
γ. Οι ανωτέρω γενικές συνελεύσεις μπορούν να αποφασίζουν να μεταβιβάζουν στο διοικητικό συμβούλιο την αρμοδιότητα της αύξησης κεφαλαίου με έκδοση συνεταιριστικών μερίδων ή για έκδοση τίτλων που προσμετρώνται στα ίδια κεφάλαια για χρονικό διάστημα ενός εξαμήνου από τη λήψη της σχετικής απόφασης.

δ. Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του ν. 1667/1986 προστίθεται παράγραφος 6α ως εξής:
«6α. Σε περίπτωση αύξησης κεφαλαίου συνεταιριστικών τραπεζών προς ανακεφαλαιοποίηση τους που πραγματοποιείται εντός του 2015 με την έκδοση συνεταιριστικών μερίδων οι οποίες μεταβιβάζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 1667/1986 μόνον σε συνεταίρους χωρίς να είναι δεκτικές διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, η Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει έγκριση για την αύξηση κεφαλαίου εντός δέκα ημερών από την υποβολή σ' αυτήν πλήρους φακέλου της αυξήσεως, που περιέχει και το πρόγραμμα κεφαλαιακής ενίσχυσης. Με την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να αρχίσει η απ' ευθείας διάθεση των συνεταιριστικών μερίδων από την εκδότρια συνεταιριστική τράπεζα και η εγγραφή, χωρίς να απαιτείται η τήρηση άλλων διαδικασιών πλην εκείνων που τυχόν θα επιβάλει η Τράπεζα της Ελλάδος με την εγκριτική της απόφαση.» 

Άρθρο 6
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.


ΑΘΗΝΑ 30/10/2015

ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΘΑΚΗΣ
Πηγή: Taxheaven