ΑΠ 361/2015 Ως quot;συνήθεις αποδοχέςquot;, ταυτιζόμενες µε τις quot;τακτικές αποδοχέςquot;, µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσ

ΑΠ 361/2015 Ως quot;συνήθεις αποδοχέςquot;, ταυτιζόμενες µε τις quot;τακτικές αποδοχέςquot;, µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσ

ΑΠ 361/2015 Ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µισθός ή το ηµεροµίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχόμενης εργασίας.

Περίληψη
Σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945,κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο µισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες µε συλλογική σύµβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει µετά την απάλειψη φράσης µε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαµβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιµο τροφής, επιδόµατα κ.λ.π.).

Οι ρυθµίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζοµένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσµού τους, µε την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν µονοµερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται µόνο για την εφαρµογή ευµενέστερων για τον εργαζόµενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας των µισθωτών, η οποία εφαρµόζεται όχι µόνο στη σχέση συλλογικής και ατοµικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ. Α.Π. 5/2011 ),υπό το πρίσµα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο µισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης για την περίπτωση αυτή µε συλλογική σύµβαση αποδοχών.

Από το συνδυασµό της διάταξης αυτής µε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδοµα αδείας) µε τις διατάξεις των άρθρων 648,653,666,679 ΑΚ, της κυρωθείσας µε το Ν. 3248/ 1955 µε αριθµό 95/1949 Διεθνούς Σύµβασης περί προστασίας του ηµεροµισθίου",2 της κυρωθείσας µε το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ. 1 Ν. 435/1976,1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µισθός ή το ηµεροµίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαµβάνονται στις τακτικές αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού µισθού ή του ηµεροµισθίου (Ολ. Α. Π 5/2011).

ΑΠ  361/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Κουφογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ...........................που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Τζώτζο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:509/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2122/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-8-2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης ανέγνωσε την από 20-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύµφωνα µε το άρθρο 3 παρ. 1 Α.Ν. 539/1945,κατά τη διάρκεια της άδειας ανάπαυσής του ο µισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην υπόχρεη επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτή καθορισμένες µε συλλογική σύµβαση, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει µετά την απάλειψη φράσης µε το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 4547/1966) στην έννοια των τακτικών αποδοχών περιλαµβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιµο τροφής, επιδόµατα κ.λ.π.).

Οι ρυθµίσεις του Α.Ν. 539/1945 διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των εργαζοµένων εγγυήσεις ως προς τις άδειες αναψυχής και τις συναφείς αποδοχές κ.λ.π και λόγω του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού δεσµού τους, µε την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος αποτελούν µονοµερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές διατάξεις αυτού επιτρέπεται µόνο για την εφαρµογή ευµενέστερων για τον εργαζόµενο διατάξεων άλλων πηγών, κατ' επιταγή της αρχής της εύνοιας των µισθωτών, η οποία εφαρµόζεται όχι µόνο στη σχέση συλλογικής και ατοµικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ. Α.Π. 5/2011 ),υπό το πρίσµα δε αυτό πρέπει να ληφθεί και θεωρηθεί η περιεχόμενη στην ως άνω διάταξη, ως προς τις αποδοχές αδείας που δικαιούται ο µισθωτός, εναλλακτική διαζευκτική δυνατότητα χορήγησης για την περίπτωση αυτή µε συλλογική σύµβαση αποδοχών.

Από το συνδυασµό της διάταξης αυτής µε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 (που αφορά επίδοµα αδείας) µε τις διατάξεις των άρθρων 648,653,666,679 ΑΚ, της κυρωθείσας µε το Ν. 3248/ 1955 µε αριθµό 95/1949 Διεθνούς Σύµβασης περί προστασίας του ηµεροµισθίου",2 της κυρωθείσας µε το Ν. 133/1975 από 26/2/1975 ΕΓΣΣΕ, 1 παρ. 1 Ν. 435/1976,1 παρ. 2 Ν. 1082/1980 και των κατά καιρούς εκδοθεισών υπουργικών αποφάσεων "περί χορηγήσεως δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις αποδοχές", ταυτιζόμενες µε τις "τακτικές αποδοχές", µε βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδοµα αδείας, καθώς και τα επιδόµατα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και εξευρίσκεται το ωροµίσθιο και η προσαύξηση για την παρεχόμενη υπερωριακή εργασία, νοούνται ο συμβατικός ή νόµιµος µισθός ή το ηµεροµίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήµα ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας, µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και µόνιµα ως αντάλλαγµα της παρεχόμενης εργασίας.

Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαµβάνονται στις τακτικές αποδοχές, µεταξύ άλλων, η αµοιβή για υπερεργασία και για νόµιµη υπερωριακή απασχόληση καθώς και οι προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού µισθού ή του ηµεροµισθίου (Ολ. Α. Π 5/2011).

Δεν συμπεριλαμβάνονται όµως σ' αυτές το επίδοµα αδείας, διότι αυτό υπολογίζεται µε βάση τις αποδοχές αδείας.

Περαιτέρω, µε την από 14/3/1985 ΕΣΣΕ ( όρος 5 παρ. 1α,1β 1 γ' και 2, που προστέθηκε µε την από 10/5/1985 όµοια) που έχει υπογραφεί µεταξύ των νοµίµων εκπροσώπων της αναιρεσίβλητης ................ και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζοµένων σ' αυτή, ορίσθηκαν, ως προς τον τρόπο υπολογισµού των επιδοµάτων εορτών και του επιδόµατος αδείας, τα εξής:
ια) Το επίδοµα εορτών Χριστουγέννων-Νέου έτους χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο στις 10 Δεκεµβρίου κάθε έτους. Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά :
αα) του 1/8 της αµοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους,
ββ)του 1/8 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους,
γγ)του 1/8 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 80 ώρες που έγινε από 1ης Μαΐου µέχρι 31ης Δεκεµβρίου του έτους,
δδ)του 1/2 του επιδόµατος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδοµα, όπως κατωτέρω ορίζονται,

ιβ)Το επίδοµα εορτών Πάσχα χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε τις µισές αποδοχές που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο 15 ηµέρες προ του Πάσχα κάθε έτους.
Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα παρακάτω ποσά,
αα)του 1/8 της αµοιβής για εργασία νυκτερινή που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους,
ββ) του 1/8 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους,
γγ)του 1/8 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 40 ώρες που έγινε από 1ης Ιανουαρίου µέχρι 30ης Απριλίου του έτους και
δδ)του 1/24 του επιδόµατος κανονικής άδειας χωρίς τις προσαυξήσεις που προστίθενται στο επίδοµα, όπως παρακάτω προσδιορίζονται,

lγ)Το επίδοµα κανονικής άδειας χορηγείται στο προσωπικό και είναι ίσο µε το µισό των αποδοχών που διαμορφώνονται µε το µισθολόγιο το µήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η άδεια ή το µεγαλύτερο µέρος της.

Το επίδοµα προσαυξάνεται µόνο µε τα ποσά :
αα )τα 1/24 της αµοιβής για νυκτερινή εργασία που έγινε στη διάρκεια του έτους,
ββ)το 1/24 της αµοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και λοιπές εξαιρέσιµες ηµέρες του έτους και
γγ)του 1/24 της αµοιβής για υπερωριακή εργασία µέχρι 120 ώρες που έγινε στη διάρκεια του έτους. 2.Το προσωπικό κατά το χρόνο οποιασδήποτε άδειας µε αποδοχές λαµβάνει τις αποδοχές που θα ελάµβανε αν εργαζόταν.
Στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή. Ακολούθως µε την από 10/6/1999 ΕΣΣΕ, που θέσπισε το νέο µισθολόγιο του προσωπικού του............. τέθηκε σε ισχύ και ο νέος ΓΚΠ- ΟΤΕ, στο άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του οποίου ορίζονται τα ακόλουθα: Επιδόµατα εορτών: "Στο προσωπικό παρέχεται µε απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου επίδοµα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ, α)ενός δεκαπενθημέρου κατά τις εορτές του Πάσχα και β) ενός µηνός κατά τις εορτές των Χριστουγέννων. Το ποσό αυτό συμψηφίζεται µε το δυνάµει των εκάστοτε διατάξεων τυχόν καταβλητέο στο προσωπικό των πάσης φύσεως επιχειρήσεων δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα". Επίδοµα κανονικής-άδειας."Στο προσωπικό χορηγείται κάθε χρόνο ως επίδοµα κανονικής άδειας ποσό ίσο προς τις τακτικές αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Επίσης, µε το άρθρο 138 του ίδιου ως άνω νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίστηκε σχετικά µε την κανονική άδεια του προσωπικού της αναιρεσίβλητης ότι "Το προσωπικό µετά τη συµπλήρωση στον Οργανισµό ενός έτους συνεχούς πραγµατικής υπηρεσίας (βασικός χρόνος) δικαιούται κάθε ηµερολογιακό έτος κανονική άδεια µε αποδοχές όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νοµοθεσίας (Διεθνείς Συµβάσεις, Νόµοι, Υπουργικές Αποφάσεις, ΕΓΣΣΕ, ΕΣΣΕ κ.λ.π. ) και αποφάσεις ΔΣ - ΟΤΕ". Από το συνδυασµό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι από 1/1/ 1985 που άρχισε να ισχύει η από 14/3/1985 ΕΣΣΕ, τα επιδόµατα εορτών και το επίδοµα αδείας υπολογίζονται σύµφωνα µε τον καθοριζόμενο στην εν λόγω ΣΣΕ τρόπο υπολογισµού, δηλαδή µε βάση το µηνιαίο µισθό, όπως αυτός είχε διαμορφωθεί κατά τους προαναφερόµενους χρόνους. Όµως, ο τρόπος αυτός υπολογισµού τροποποιήθηκε µε το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ, που τέθηκε σε ισχύ µε την από 10/6/1999 ΕΣΣΕ, αφού ρητά σ' αυτήν ορίζεται ότι στο προσωπικό παρέχεται µε απόφαση του ΔΣ "επίδοµα ποσού ίσου προς τις τακτικές αποδοχές µε τις προσαυξήσεις που ορίζουν οι ΕΣΣΕ". Εποµένως, ως βάση υπολογισµού των ανωτέρω επιδοµάτων λαµβάνεται πλέον όχι ο µηνιαίος µισθός, όπως είχε διαμορφωθεί κατά τους χρόνους που αναφέρθηκαν, αλλά οι τακτικές αποδοχές του µισθωτού, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται ο µηνιαίος µισθός και όλες οι παροχές που καταβάλλονται από την αναιρεσίβλητη κάθε µήνα ή κατ' επανάληψη περιοδικά κατά ορισμένα χρονικά διαστήµατα του έτους, όπως είναι οι πρόσθετες αµοιβές για υπερεργασία, για νόµιµη ή ιδιόρρυθµη υπερωριακή απασχόληση και για εργασία κατά τις Κυριακές και τη νύκτα. Εξάλλου, όσον αφορά τις αποδοχές αδείας, ενώ στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ υπήρχε ρητή διάταξη σύµφωνα µε την οποία στις αποδοχές αυτές δεν συμπεριλαμβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή, στο νέο ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται σαφώς ότι το προσωπικό του ΟΤΕ δικαιούται για την κανονική άδεια "αποδοχές", όπως προβλέπουν οι διατάξεις της κείμενης νοµοθεσίας.". Ενόψει της ανωτέρω ρητής παραποµπής για τον προσδιορισµό των αποδοχών αδείας στις διατάξεις της κοινής εργατικής νοµοθεσίας, άρα και στο άρθρο 3 του Α.Ν. 539/1945, είναι σαφές ότι ο τρόπος υπολογισµού των αποδοχών αδείας ρυθµίζεται διαφορετικά σε σχέση µε την από 14/3/1985 ΕΣΣΕ, µε αποτέλεσµα τη σιωπηρή κατάργηση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 της από 14/3/1985 ΕΣΣΕ, που όριζε και µάλιστα αντίθετα προς τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Ν. 539/1945, ότι στις αποδοχές αδείας δεν περιλαµβάνονται αµοιβές για εργασία νυκτερινή, Κυριακών και λοιπών εξαιρέσιμων ηµερών και υπερωριακή εργασία. Άλλωστε στο άρθρο 50 του νέου ΓΚΠ - ΟΤΕ ορίζεται ρητά ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος ΓΚΠ, αποφάσεις της Διοίκησης και ΕΣΣΕ, που υπογράφηκαν µέχρι την ηµεροµηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Κανονισµού και έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του παύουν να ισχύουν από την ηµεροµηνία αυτή. Εποµένως, στις αποδοχές αδείας των µισθωτών της αναιρεσίβλητης πρέπει να συνυπολογίζεται και κάθε άλλη καταβαλλόμενη πρόσθετη παροχή σε χρήµα ή σε είδος µε την προϋπόθεση ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερώς και µονίµως ως συμβατικό αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας, όπως είναι η σταθερή και μόνιμη υπερεργασία, η νόμιμη ή ιδιόρρυθμη υπερωρία και η παροχή εργασίας κατά τη νύκτα και τις αργίες (Ολ. ΑΠ 16/2011). Δεν συνυπολογίζεται όμως σ' αυτές και το επίδομα αδείας, διότι αυτό, όπως προαναφέρθηκε, υπολογίζεται με βάση τις αποδοχές αδείας. Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, κατά την οποία το επίδομα αδείας είναι ίσο με το σύνολο των αποδοχών των ημερών αδείας, που δικαιούται ο μισθωτός, με τον περιορισμό ότι τούτο δεν μπορεί να υπερβαίνει τις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό και 13 ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε στην αγωγή του, ότι προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 3-2-1977, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε στην κατηγορία του τεχνικού προσωπικού με την ειδικότητα του τεχνίτη εγκαταστάσεων και με το βαθμό Τ/Α. Ότι η εναγομένη, κατά τα έτη 2000 έως 2004, δεν υπολόγισε τις αποδοχές κανονικής άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, που του κατέβαλε, με βάση τις τακτικές αποδοχές του, προσαυξημένες κατά τις αμοιβές που λάμβανε σταθερώς και ανελλιπώς, για εργασία κατά τις Κυριακές, νυκτερινή εργασία και υπερεργασία, ως όφειλε, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 18-6-1999 νέο ΓΚΠ/ΟΤΕ, αλλά με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και με τις αναφερόμενες στην από 14/3/1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, με αποτέλεσμα να του οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, που ανέρχεται συνολικά, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στο συνολικό ποσό των 11.694,91 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό αυτό. Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας επί έφεσης του ενάγοντος, δέχθηκε ότι η αγωγή, "καίτοι επαρκώς ορισμένη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής και ειδικότερα την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, τον καταβαλλόμενο στον ενάγοντα κατ' έτος μέσο μηνιαίο μισθό, τις ώρες απασχόλησης του κάθε μήνα κατά τις Κυριακές, τις νύχτες και την υπερεργασία καθώς και τις ληφθείσες αμοιβές για την εν λόγω απασχόληση, κατά τρόπο ώστε να προκύπτουν με σαφήνεια οι αιτούμενες διαφορές, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον ο ενάγων αιτείται με αυτή την διαφορά μεταξύ των ληφθέντων από αυτόν επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά υπολογίσθηκαν, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, εσφαλμένα, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό και τις ειδικότερα αναφερόμενες στην από 14-03-1985 ΕΣΣΕ προσαυξήσεις, και των ληπτέων επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών κανονικής αδείας, όπως αυτά ώφειλε να υπολογίσει η εναγομένη με το άρθρο 12 & & 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές στις οποίες περιλαμβάνεται το σύνολο των αμοιβών για την επικαλούμενη σταθερή και μόνιμη πρόσθετη εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, κατά τη νύκτα και για την υπερεργασία και νόμιμη υπερωριακή εργασία, όλα δε τα ανωτέρω αναφέρει στην αγωγή του, χωρίς, ωστόσο, να αφαιρεί, για τη νομική βασιμότητά αυτής, τις προσαυξήσεις που έλαβε με βάση τον εσφαλμένο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή του, υπολογισμό της εναγομένης, με συνέπεια να υφίσταται ανεπίτρεπτος, διπλός υπολογισμός των εν λόγω πρόσθετων αποδοχών στα επιδόματα εορτών και αδείας".

 Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του ενάγοντος. Κρίνοντας, όμως, με την απόφαση του, ως μη νόμιμη την αγωγή εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι, εφόσον ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η αναιρεσίβλητη συνυπολόγιζε τα επιδόματα εορτών και αποδοχών κανονικής αδείας, με βάση τον απλό μηνιαίο μισθό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 14-3-1985 ΕΣΣΕ και όχι με το άρθρο 12 παρ. 3 και 4 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, ανεξαρτήτως της επίκλησης ή μη των παραπάνω στοιχείων, η αγωγή είναι νόμιμη, εκτός από το συνυπολογισμό του επιδόματος αδείας στις ως άνω αιτούμενες διαφορές αποδοχών και ο μοναδικός λόγος αναίρεσης(αληθώς) από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και όχι 559 αρ. 1, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο αναιρεσείων, είναι βάσιμος.
Μετά από αυτά, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεµφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει µετά την αντικατάσταση του µε το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4139/2013) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρο183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, την 2122/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέµπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015. Δηµοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δηµόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΠηγή: Taxheaven