Img

ΑΠ 180/2015 Δεν επιτρέπεται ο συμψηφισμός αποδοχών εργαζομένου που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες, με αμοιβή ή αποζημίωση για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία. Αντίθετα επιτρέπεται η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υ




Περίληψη
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται στο δεύτερο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία, θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες. Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού, στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 1254/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που ενδεχομένως είναι ανώτερες των νομίμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια, όμως, των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ' εξαίρεση υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφ' όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων
 
 
 
ΑΠ  180/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 14η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσειοντος: Κ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Μιχαήλ Κ. Πικραμένου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..............................", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Παναγιώτη Γραμματικόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 261/2009 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5206/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-1-2011 αίτησή του. Η υπόθεση επανέρχεται προς συζήτηση με την από 12-3-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της 57/2013 απόφασης του παρόντος Τμήματος και της 17/2013 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, με την από 12-3-2014 κλήση του αναιρεσείοντος, η υπόθεση φέρεται νομίμως προς συζήτηση (ΚΠολΔ 230 παρ.2, 568 παρ.1), μετά την έκδοση της 17/2013 απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δια της οποίας έγινε δεκτό ότι η από 10-1-2011 αίτηση αναιρέσεως [ημερομηνία καταθέσεως 11-1-2011] έχει ασκηθεί παραδεκτώς.


2. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.4 του ν.δ. 4020/1959, είναι άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία οι αμοιβές ή αποζημιώσεις, που οφείλονται στο δεύτερο για νόμιμη ή παράνομη υπερωρία, θα καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών, που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες. Από την ίδια διάταξη εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας καταλογισμού, στις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, όσων προσαυξήσεων δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας ή ιδιόρρυθμης υπερωρίας (ΑΠ 1254/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της, κατ' εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας 25825/1951 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που ενδεχομένως είναι ανώτερες των νομίμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων. Κατά την αληθή έννοια, όμως, των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνον ο εκ μέρους του εργοδότη, μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών, προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ, κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Μια τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παρανόμων / κατ' εξαίρεση υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφ' όσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές, κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (Ολ ΑΠ 87/1971, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 1321/2006).


3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη: Ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία δραστηριοποιείται στην παροχή υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης. Ότι κατά τις θερινές περιόδους των ετών 2003 έως 2007 (ήτοι, από Ιούνιο έως Οκτώβριο), µε αυτοτελείς συμβάσεις έργου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου, σε συνεργασία µε το Πυροσβεστικό Σώμα (ΠΣ), ανέλαβε να συμβάλει στην από αέρος δασοπυρόσβεση της Χώρας, µε τη διάθεση πυροσβεστικών ελικοπτέρων. Ότι τα ελικόπτερα μισθώνονταν από την εναγομένη στο εξωτερικό, κυρίως στη Ρωσία, μαζί µε το πλήρωμά τους, το οποίο, ως εκ τούτου, αποτελείτο από αλλοδαπούς, που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. Ότι η εναγομένη, προς εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, είχε ανάγκη από μεταφραστές - συνδέσμους μεταξύ των εκάστοτε αρμοδίων αξιωματικών του ΠΣ και των μελών του αλλοδαπού πληρώματος των ελικοπτέρων. Ότι οι σύνδεσμοι αυτοί έπρεπε να βρίσκονται σε γνήσια ετοιμότητα, στο έδαφος, μαζί µε τα πληρώματα των ελικοπτέρων, ώστε να λαμβάνουν οδηγίες από το συντονιστικό κέντρο της πυροσβεστικής υπηρεσίας σχετικά με την εκδήλωση και τον τόπο πυρκαγιάς, να τις μεταφέρουν μεταφρασμένες, συνήθως στα αγγλικά, προς τον αλλοδαπό κυβερνήτη του εκάστοτε χρησιμοποιούμενου ελικόπτερου και, στη συνέχεια, να επιβαίνουν μαζί του σ' αυτό, προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν και να μεταφέρουν, με τον ίδιο τρόπο, προς αυτόν, τις οδηγίες, που παρείχε στα ελληνικά ο αξιωματικός του ΠΣ για το συντονισμό της κατάσβεσης. Ότι για την εξασφάλιση του εν λόγω βοηθητικού προσωπικού, η εναγομένη, κατά τα προαναφερθέντα έτη και κατά τη διάρκεια εκάστης, ετήσιας σύμβασης δασοπυρόσβεσης, που συνήπτε µε το Ελληνικό Δημόσιο, προσλάμβανε μεταξύ άλλων και τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), ως μεταφραστή - σύνδεσμο, µε εποχιακές, γραπτές συμβάσεις, που αποκαλούνταν συμβάσεις έργου. Ότι, συγκεκριμένα, η εναγομένη προσέλαβε τον ενάγοντα για τα χρονικά διαστήματα από 17-7-2003 έως 14-10-2003, από 17-7-2004 έως 14-10-2004, από 1-7-2005 έως 10-10-2005, από 28-6-2006 έως 23-10-2006 και από 12-6-2007 έως 22-10-2007. Ότι ο μηνιαίος, συμβατικός μισθός του ενάγοντος για την εργασία αυτή είχε καθορισθεί για τα έτη 2003 και 2004 σε ποσό 700 ευρώ, για τα έτη 2005 και 2006 σε ποσό 800 ευρώ και για το έτος 2007 σε ποσό 900 ευρώ, με ασφάλιση στο ΙΚΑ, για 5νθήµερη εβδομαδιαία εργασία πλήρους απασχόλησης. Ότι, σε περίπτωση που ο ενάγων απασχολείτο εκτός Αττικής, η εναγομένη του πρόσφερε στέγη, πλήρη διατροφή και τα εισιτήρια μετακίνησης από και προς τον τόπο κατοικίας του. Ότι, σύμφωνα με τη σύμβαση, ο ενάγων είχε την υποχρέωση να παραμένει μαζί µε το πλήρωμα του ελικοπτέρου, καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, στο χώρο που διατίθεται γι' αυτό το σκοπό στο αεροδρόμιο, να επιβαίνει κατά τη διάρκεια των πτήσεων στο ελικόπτερο και να μεταφράζει προς τον κυβερνήτη, στα αγγλικά, τις εντολές που λάμβανε από τον εκάστοτε αρμόδιο αξιωματικό του ΠΣ, από το πρώτο φως της ημέρας (30 πρώτα λεπτά πριν την ανατολή του ηλίου), μέχρι το τελευταίο (30 πρώτα λεπτά μετά τη δύση του ηλίου). Ότι υπό τις περιστάσεις αυτές δεν επρόκειτο για συμβάσεις έργου, αλλά για διαδοχικές συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δικαιολογημένες από τον εποχιακό χαρακτήρα της δραστηριότητας, που ετησίως αναλάμβανε η εναγομένη έναντι του Ελληνικού Δημοσίου. Ότι, ειδικότερα, η εναγομένη απέβλεπε στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας του ενάγοντος, έναντι αμοιβής µε μηνιαίο μισθό, χωρίς περαιτέρω ευθύνη αυτού ως προς την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος, από το οποίο να εξαρτάται η καταβολή της αμοιβής και με παράλληλη υποχρέωση του ενάγοντος να συμμορφώνεται προς τις εκάστοτε παρεχόμενες εντολές και οδηγίες και να δέχεται έλεγχο ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας του. Ότι ο ενάγων απασχολήθηκε µε την ως άνω ιδιότητα του συνδέσμου - μεταφραστή κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα λειτουργίας των συμβάσεών του, κατά το έτος 2003 στον αερολιμένα Αλεξανδρούπολης και κατά τα έτη 2004 έως 2007 στο αεροδρόμιο της 115 ΠΜ στη Σούδα Χανίων Κρήτης. Ότι, επειδή η φύση της εργασίας του ενάγοντος απαιτούσε τη φυσική παρουσία αυτού στον τόπο εργασίας από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας και είτε την πραγματική απασχόλησή του, μόλις παρουσιαζόταν ανάγκη δασοπυρόσβεσης από αέρος είτε τη διατήρηση των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων σε εγρήγορση, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του μόλις ανακύψει τέτοια ανάγκη, η εναγομένη πρότεινε σ' αυτόν να απασχολείται εναλλάξ και συγκεκριμένα τη µία ημέρα της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων και των Σαββατοκύριακων, από το πρωί μέχρι το βράδυ και την επόμενη ημέρα να έχει πλήρες ρεπό, χωρίς μείωση των αποδοχών του για τις ημέρες που δεν θα εργαζόταν. Ότι, αντίθετα, του πρότεινε αύξηση των αποδοχών στο ποσό των 1760 ευρώ μηνιαίως, προς κάλυψη, μαζί µε τα επί πλέον ρεπό που θα λάμβανε, του συνόλου των προσθέτων αξιώσεων αυτού από υπερεργασία, υπερωρίες εν γένει και εργασία κατά τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες. Ότι ο ενάγων αποδέχθηκε την πρόταση, µε τροποποίηση µόνο ως προς τη συχνότητα εναλλαγής των ημερών εργασίας και αναπαύσεως, έτσι, ώστε τη µία εβδομάδα (συμπεριλαμβανομένων και των Σαββατοκύριακων) να απασχολείται συνεχώς, αλλά ολόκληρη την επόμενη εβδομάδα να βρίσκεται σε ρεπό, χωρίς καμία δέσμευση της ελευθερίας του, δυνάμενος να επιστρέφει στην οικία του, στην Αθήνα. Ότι για όλη την εργασία αυτή ο ενάγων λάμβανε, σταθερά, από την εναγομένη το ποσό των 1760 ευρώ μηνιαίως, καθώς και το ποσό των 25 ευρώ ημερησίως (ήτοι 750 μηνιαίως, είτε δούλευε είτε είχε ρεπό) για έξοδα διαμονής και διατροφής στον τόπο εργασίας του. Ότι ο ενάγων απασχολήθηκε με τον τρόπο που αναφέρθηκε κατά το έτος 2003 επί 27 εργάσιμες ημέρες και 8 Σαββατοκύριακα, κατά το έτος 2004 επί 27 εργάσιμες ημέρες και 9 Σαββατοκύριακα, κατά το έτος 2005 επί 36 εργάσιμες ημέρες και 9 Σαββατοκύριακα, κατά το έτος 2006 επί 48 εργάσιμες ημέρες και 10 Σαββατοκύριακα και κατά το έτος 2007 επί 48 εργάσιμες ημέρες και 12 Σαββατοκύριακα, εργαζόμενος ημερησίως κατά µέσο όρο (λόγω της προοδευτικής μειώσεως της διάρκειας της ημέρας από τον Ιούνιο μέχρι τον Οκτώβριο εκάστου έτους) επί 14 ώρες. Ότι, με τον τρόπο αυτό, ο ενάγων εργάσθηκε τις μισές από τις ημέρες διάρκειας εκάστης ετήσιας σύμβασης, λαμβάνοντας πάντοτε ως μηνιαίο αντάλλαγμα το ποσό των (1760+750=) 2510 ευρώ, στο οποίο, όπως αναφέρθηκε, είχε συμφωνηθεί να περιλαμβάνεται ο συμβατικός μισθός του για πλήρη απασχόληση και, επί πλέον, οι πρόσθετες αμοιβές του (ήτοι, αμοιβή ή αποζημίωση και νόμιμες προσαυξήσεις) για την εβδομαδιαία υπερεργασία, την ημερήσια υπερωριακή εργασία και την εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.


4. Επειδή, μετά από τις ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η συμφωνία καταλογισμού στις καταβαλλόμενες αποδοχές του ενάγοντος, των αξιώσεών του για αμοιβές και προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας (ή ιδιόρρυθμων υπερωριών κατά το ν. 2874/2000) και εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, είναι νόμιμη, αφού οι αποδοχές αυτές ήσαν κατά πολύ ανώτερες από εκείνες που είχαν ορισθεί στη σύμβαση ως συμφωνημένος μισθός και τις υπερκάλυπταν. Κατόπιν, κατά παραδοχή του σχετικού, καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, ο οποίος, λόγω της ερημοδικίας αυτής στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, διατυπώθηκε παραδεκτά ως λόγος έφεσης, το Εφετείο έκρινε ότι οι εν λόγω αξιώσεις του αναιρεσείοντος, συμπεριλαμβανομένης και της προσαυξήσεως για την εργασία κατά τα Σάββατα ή τις Κυριακές [30% ή 75% επί του νομίμου ημερομισθίου, κατά περίπτωση], πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.2) και διέλαβε στην απόφασή του επαρκή αιτιολογία. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, κατά τα μέρη αυτών με τα οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα επί του θέματος αυτού και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.


5. Επειδή, από το πλέγμα των ειδικών ρυθμίσεων για τα ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας (άρθρο 1 του ν. 435/1976 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν.δ. 515/1970, άρθρο 4 του ν. 2874/2000, όπως διαδοχικώς αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 1 του ν. 3385/2005 και 74 παρ.10 του ν. 3863/2010 και άρθρο 41 του ν. 1892/1990, όπως διαδοχικώς αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 2639/1998, 5 του ν. 2874/2000, 2 του ν. 3385/ 2005, 7 του ν. 3846/2010 και 42 του ν. 3986/2011), συνάγεται ότι οι σχετικές διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου, διότι αποβλέπουν τόσο στο καλώς νοούμενο συμφέρον αμφοτέρων των μερών μιας συμβάσεως ή σχέσεως εργασίας όσο και στο γενικό συμφέρον. Τούτο, υπό την έννοια ότι η ημερήσια απασχόληση για περισσότερες ώρες από όσες, σύμφωνα με τις γενικές εκτιμήσεις που υιοθετεί ο νομοθέτης, μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του ο μέσος εργαζόμενος, αν και εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ευνοεί την παραγωγικότητα, στην πραγματικότητα βάζει σε κίνδυνο όχι μόνο την υγεία και την ασφάλεια του ίδιου του εργαζόμενου, αλλά και την επιχείρηση, διότι αυξάνει τις πιθανότητες ατυχήματος και δημιουργεί ενδεχόμενο υποβάθμισης της ποιότητας ή ενοχής για την πληρωμή αποζημιώσεων. Και σε κάθε περίπτωση, στο μέτρο που όλα τα παραπάνω δημιουργούν αξιώσεις ή απώλειες σε βάρος του Δημοσίου ή ασφαλιστικών οργανισμών που επιχορηγούνται από αυτό, προκαλείται διακύβευση και του γενικού συμφέροντος. Γι' αυτό και, όπως αναφέρθηκε (βλ. παραπάνω, αρ.2), όχι μόνο απαγορεύεται ο συμψηφισμός των αποζημιώσεων και προσαυξήσεων που δικαιούται ο εργαζόμενος για νόμιμες ή παράνομες (ήδη: κατ' εξαίρεση) υπερωρίες με τις καταβαλλόμενες, τυχόν υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές, αλλά και, όπως παγίως δίνεται δεκτό (ενδεικτικώς: ΑΠ 534/2014, ΑΠ 457/2012), δεν χωρεί συμψηφισμός της επί πλέον ημερήσιας εργασίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας άλλης ημέρας, εντός της αυτής ή και άλλης εβδομάδος, με την επιφύλαξη όσων έχουν ήδη προβλεφθεί για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας (όπου και πάλι, όμως, τίθεται ανώτατο όριο ημερήσιας εργασίας, ακόμη και για τη χρονική περίοδο της λεγόμενης "αυξημένης απασχόλησης", βλ. άρθρο 41 του ν. 1892/ 1990, όπως διαδοχικώς αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις των νόμων που ήδη αναφέρθηκαν). Αντιθέτως, θεωρείται έγκυρη η συμφωνία ότι θα προκαταβάλλεται στον εργαζόμενο ορισμένο χρηματικό ποσό, επί πλέον του μισθού του, προς εξόφληση των αξιώσεών του για συγκεκριμένη, νόμιμη ή παράνομη, υπερωριακή εργασία αυτού, η οποία πρόκειται να παρασχεθεί στο μέλλον (ΑΠ 1112/2011, ΑΠ 645/2010) και στο μέτρο που οι εξ αυτής αξιώσεις καλύπτονται από το επί πλέον ποσό. Για τον ίδιο λόγο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν πρόκειται για συμψηφισμό περισσότερων και ολιγότερων ωρών εργασίας διαφορετικών ημερών, όταν ο εργοδότης, σε αντάλλαγμα των όσων οφείλει στον εργαζόμενο για αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις υπερωριακής εργασίας, καταβάλλει σ' αυτόν τη συμφωνημένη αμοιβή για ημέρες, κατά τις οποίες ο εργαζόμενος δεν εργάζεται, διότι με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ των δύο οι εν λόγω ημέρες διατίθενται ως ημέρες προσθέτου αναπαύσεως, επί πλέον των νομίμως οφειλομένων ημερών εβδομαδιαίας αναπαύσεως. Στην περίπτωση αυτή, αληθώς, πρόκειται για επιτρεπτή καταβολή πρόσθετου χρηματικού ποσού (ήτοι, των αποδοχών που λαμβάνει ο εργαζόμενος για ημέρες κατά τις οποίες δεν εργάζεται), με την οποία επέρχεται απόσβεση των αξιώσεων για υπερωριακή απασχόληση, κατά το μέρος που με αυτήν καλύπτονται οι εν λόγω αξιώσεις (ΑΚ 416).



6. Επειδή, μετά τις ουσιαστικές παραδοχές που ήδη αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.3), το Εφετείο έκρινε ότι είναι έγκυρη η εκεί περιγραφόμενη συμφωνία των διαδίκων και ως προς το μέρος που αναφέρεται σε καταλογισμό της ημερήσιας αμοιβής, την οποία η αναιρεσίβλητη κατέβαλλε στον αναιρεσείοντα κατά τις ημέρες αναπαύσεως (ρεπό), τις οποίες χορηγούσε σ' αυτόν κατά την εναλλάξ εβδομάδα, κατά την οποία του επέτρεπε να μην εργάζεται καθόλου και να μεταβαίνει στο σπίτι του, στην Αθήνα, προς τις αξιώσεις αυτού για αποζημιώσεις και προσαυξήσεις λόγω υπερωριακής απασχόλησης, χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, τόσο κατά τις συνήθεις ημέρες όσο και κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, της εναλλάξ εβδομάδας κατά την οποία εργαζόταν από το πρώτο μέχρι το τελευταίο φως της ημέρας. Κατόπιν αυτού, το Εφετείο έκρινε ότι, με δεδομένο το ότι ο αναιρεσείων τις μισές εβδομάδες ή ημέρες της χρονικής διάρκειας της συμβάσεως εργασίας εκάστου έτους εργάσθηκε υπερωριακά και τις άλλες μισές δεν εργάσθηκε καθόλου, αλλά πληρώθηκε σαν να είχε εργασθεί, το σύνολο των ενδίκων αξιώσεων αυτού από την παροχή υπερωριακής εργασίας έχει εξοφληθεί. Γι' αυτό και απέρριψε το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής ως κατ' ουσίαν αβάσιμο.

Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε μεν σωστά τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν (βλ. παραπάνω, αρ.5), διέλαβε, όμως, στην απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία και τις παραβίασε εκ πλαγίου, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή τους. Ειδικότερα, η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων "τις μισές ημέρες δούλευε και τις άλλες μισές είχε ρεπό, άρα ουδέν δικαιούται για υπερωριακή απασχόληση", δεν αιτιολογεί την απόσβεση των αξιώσεών του, διότι, αν και απλή, ουδέν διαλαμβάνει ως προς το πραγματικό ύψος αφ' ενός των αξιώσεων αυτών, με υπολογισμό των ωρών υπερωριακής απασχόλησης, του οφειλομένου ωρομισθίου με βάση το νόμιμο μισθό ή, εν ελλείψει σχετικής συλλογικής ρυθμίσεως, τα εκάστοτε ελάχιστα όρια των ΕΓΣΣΕ και τον υπολογισμό των νομίμων προσαυξήσεων του εν λόγω ωρομισθίου, ως προς τις οποίες υπήρξε διαφοροποίηση μεταξύ των ετών αφ' ενός 2003 - 2005 (υπό την ισχύ του ν. 2874/ 2000) και αφ' ετέρου 2006 - 2007 (υπό την ισχύ του ν. 3385/2005) και ως προς το πραγματικό ύψος των καταβληθεισών, αυξημένων αποδοχών για ημέρες αναπαύσεως, μετά την αφαίρεση των ημερών κατά τις οποίες ούτως ή άλλως ο αναιρεσείων έπρεπε να έχει εβδομαδιαία ανάπαυση. Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο επί της ερμηνείας των ως άνω διατάξεων και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο πρώτος εξ αυτών, όμως, κατά το μέρος με το οποίο επισημαίνεται η έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.


7. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλά έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, συνεπώς, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997).

Εν προκειμένω, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπ' όψη, αν και δεν προτάθηκε από την αναιρεσίβλητη, τον ισχυρισμό ότι υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτής (εναγομένης) και του αναιρεσείοντος (ενάγοντος) περί απασχολήσεως αυτού, συνεχώς, τη μία εβδομάδα και παροχής σ' αυτόν αναπαύσεως (ρεπό) ολόκληρη την επόμενη εβδομάδα, χωρίς μείωση των αποδοχών του, ήτοι του ποσού των 1760 ευρώ μηνιαίως, καθώς και του ποσού των 25 ευρώ ημερησίως για έξοδα διαμονής και διατροφής του στον τόπο της εργασίας του, με τα οποία καλύπτονταν οι πρόσθετες αξιώσεις αυτού από την παροχή υπερωριακής εργασίας. Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προσθέτων λόγων, διότι η αναιρεσίβλητη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας είχε δικασθεί ερήμην, από αυτήν, ως εκκαλούσα, προτάθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων να απασχολείται ο αναιρεσείων τη μια μέρα και την άλλη να κάθεται, χωρίς μείωση των αποδοχών του και ότι, με τον τρόπο αυτό, καλύπτονται οι ένδικες αξιώσεις. Ο ισχυρισμός αυτός, αφού, ορθώς, κρίθηκε παραδεκτός και νόμιμος από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 528), κατά την ουσιαστική του διερεύνηση οδήγησε στην παραδοχή ότι, τελικώς, το "μία - μία" δεν αναγόταν σε ημερήσια, αλλά σε εβδομαδιαία βάση. Επομένως, ουδόλως λήφθηκε υπ' όψη πράγμα μη προταθέν και ο εξεταζόμενος τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ελέγχεται αβάσιμος.

8. Επειδή, με τους τέταρτο και πέμπτο από τους λόγους της αιτήσεως και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έπρεπε να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων ήταν μέλος του πληρώματος του πυροσβεστικού ελικοπτέρου της αναιρεσίβλητης και όχι ότι επέβαινε αυτού ως σύνδεσμος - μεταφραστής. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω περιστατικό δεν είναι εν προκειμένω ουσιώδες, με τους λόγους αυτούς επιχειρείται να ελεγχθεί η περί πραγμάτων, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι.

9. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το κεφάλαιο για τις αξιώσεις αποζημιώσεως και προσαυξήσεων από την παροχή υπερωριακής εργασίας και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ.3) και το οποίο πρέπει να ερευνήσει εκ νέου το εν λόγω κεφάλαιο και τους κατ' αυτού αμυντικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρει την 5206/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπεμπει την υπόθεση ως προς αναιρεθέν μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι εφικτή.- Και
Καταδικαζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιανουαρίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 24η Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΠηγή: Taxheaven