Img

Σχέδιο νόμου Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις



ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ "ΔΑΣΙΚΕΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ"

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Ορισμός - σκοπός - διαβάθμιση - δραστηριότητες

1.    Η Δασική Συνεταιριστική Οργάνωση (ΔΑ.Σ.Ο.) είναι αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των μελών της, με ισότιμη συνεργασία και αμοιβαία βοήθεια. Οι ΔΑ.Σ.Ο. είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα.

2.    Οι ΔΑ.Σ.Ο. διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες. Στις πρωτοβάθμιες υπάγονται οι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας (ΔΑ.Σ.Ε.) και οι Κοινοπραξίες Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας (ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε.) και στις δευτεροβάθμιες οι Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας (Ε.ΔΑ.Σ.Ε.).

3.    Οι πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. δραστηριοποιούνται στις δασικές εργασίες και στη διακίνηση, εμπορία, επεξεργασία και μεταποίηση δασικών προϊόντων.
Δασικές εργασίες κατά την έννοια του παρόντος νόμου είναι οι υλοτομικές εργασίες και οι εργασίες συγκομιδής, οι εργασίες ρητινοσυλλογής και συλλογής εν γένει δευτερευουσών καρπώσεων από τα δάση, οι φυτεύσεις δασικών ειδών, οι κλαδεύσεις, αραιώσεις και οι καθαρισμοί δασών, η κατασκευή κορμοδεμάτων και κλαδοπλεγμάτων για την προστασία και συντήρηση του δασικού εδάφους, εργασίες για την προστασία και ανάπτυξη της βλάστησης και της αναγέννησης, εργασίες πρόληψης δασικών πυρκαγιών, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα για την εξυπηρέτηση των σκοπών της δασοπονίας.
Οι πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. δραστηριοποιούνται στις ανωτέρω δασικές εργασίες εφόσον πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις που τάσσονται από ειδικές διατάξεις.

4.    Οι Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας συνδράμουν με κάθε πρόσφορο μέσο τα μέλη τους - δασικούς συνεταιρισμούς εργασίας - και δραστηριοποιούνται στην διακίνηση, εμπορία, επεξεργασία και μεταποίηση δασικών προϊόντων των μελών τους.

5.    Για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από το νόμο αυτό εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του αστικού και εμπορικού δικαίου.

6.    Για την εκπλήρωση των σκοπών τους οι ΔΑ.Σ.Ο. μπορούν να συμπράττουν σε κοινές επιχειρήσεις με καταναλωτικούς ή άλλους συνεταιρισμούς, νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, με κοινωφελείς οργανισμούς, συνεταιριστικές οργανώσεις άλλων χωρών και με επιχειρήσεις οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΣΥΣΤΑΣΗ ΔΑΣΙΚΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 2
Έδρα - περιφέρεια - επωνυμία

1.    Έδρα του ΔΑ.Σ.Ε. είναι ο δήμος ή η δημοτική ή η τοπική κοινότητα όπου είναι εγκατεστημένη η διοίκησή του.

2.    Η περιφέρεια του ΔΑ.Σ.Ε. ορίζεται από το καταστατικό του.

3.    Η επωνυμία του ΔΑ.Σ.Ε. περιλαμβάνει υποχρεωτικά την ιδιότητά του ως δασικού καθώς και την έδρα του.
Η επωνυμία πρέπει να διακρίνεται από την επωνυμία άλλου ΔΑ.Σ.Ε. που έχει την ίδια έδρα ή περιφέρεια και τον ίδιο σκοπό.
Η επωνυμία χρησιμοποιείται υποχρεωτικά στις συναλλαγές και τις νομικές πράξεις του ΔΑ.Σ.Ε.
Τα έντυπα του ΔΑ.Σ.Ε αναφέρουν την επωνυμία, την έδρα, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον κωδικό αριθμό καταχώρισης στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών (ΜΗ.ΔΑ.Σ.Ο.) της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (Υ.Π.ΕΝ).

Άρθρο 3
Όροι σύστασης - έγκριση - καταχώριση καταστατικού

1.    Για τη σύσταση Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας απαιτείται η σύνταξη καταστατικού και η υπογραφή του από εικοσιπέντε (25) τουλάχιστον πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, καθώς και η έγκρισή του από το Ειρηνοδικείο της έδρας του συνεταιρισμού.

2.    Για την έγκριση του καταστατικού κατατίθεται στο Ειρηνοδικείο αίτηση του προσωρινού διοικητικού συμβουλίου, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

3.    Αν το καταστατικό δεν είναι σύννομο, το Ειρηνοδικείο αναβάλει τη λήψη της απόφασης και εκδίδει μη οριστική απόφαση με την οποία καλεί το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο να προβεί στις απαραίτητες διορθώσεις ή να συμπληρώσει τις ελλείψεις μέσα σε δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες, από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης. Στη συνέχεια εκδίδεται η οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου. Εάν με την απόφαση γίνει δεκτή η αίτηση, καταχωρείται το καταστατικό στο βιβλίο Μητρώου Δασικών Συνεταιρισμών, που τηρείται στο Ειρηνοδικείο, με μνεία του αριθμού της σχετικής απόφασης. Με την καταχώριση αυτή, ο ΔΑ.Σ.Ε. αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Κυρωμένο αντίγραφο της εγκριτικής απόφασης του ειρηνοδικείου και του καταστατικού αποστέλλει η Γραμματεία του Ειρηνοδικείου στην Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του ΥΠ.Π.ΕΝ. εντός ενός (1) μηνός από την καταχώριση της απόφασης. Η ίδια διαδικασία τηρείται και για την τροποποίηση του καταστατικού.

4.    Κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου μπορεί να ασκηθεί έφεση στο αρμόδιο δικαστήριο.

Άρθρο 4
Τύπος - περιεχόμενο καταστατικού

1.    Το καταστατικό του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο, που χρονολογείται και υπογράφεται από τα ιδρυτικά του μέλη.

2.    Το καταστατικό για να είναι έγκυρο περιέχει υποχρεωτικά:
α) Το ονοματεπώνυμο, πατρώνυμο και μόνιμη κατοικία των ιδρυτικών μελών.
β) Την επωνυμία, έδρα και περιφέρεια του συνεταιρισμού.
γ) Το σκοπό και τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού.
δ) Τους όρους και τη διαδικασία εγγραφής, αποχώρησης και διαγραφής των μελών, καθώς και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα αυτών. Επίσης τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των δοκίμων μελών.
ε) Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας, τον τρόπο καταβολής της και τη διαδικασία απόδοσής της σε περίπτωση αποχώρησης.
στ) Την έκταση ευθύνης των μελών.
ζ) Τους όρους σύγκλισης και λειτουργίας και τις αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης (Γενική Συνέλευση, Διοικητικό Συμβούλιο, Εποπτικό Συμβούλιο).
η) Τον καθορισμό των ελαχίστων ποσοστών επί των πλεονασμάτων χρήσης για το σχηματισμό αποθεματικών.
θ) Τη χρονική διάρκεια του συνεταιρισμού.
ι) Τον ορισμό προσωρινής διοίκησης για την τήρηση των νόμιμων διαδικασιών έγκρισης του καταστατικού και το χρόνο σύγκλισης της πρώτης γενικής συνέλευσης για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης.
ια) Τη διαδικασία διάλυσης και εκκαθάρισης του συνεταιρισμού.
ιβ) Θέματα σχετικά με την κοινή χρήση περιουσιακών στοιχείων των μελών.
ιγ) Κάθε άλλο θέμα που ο παρών νόμος ορίζει ότι υποχρεωτικά ρυθμίζεται στο καταστατικό.

3. Το καταστατικό μπορεί επίσης να ρυθμίζει και άλλα θέματα, τα οποία άπτονται της φύσης και της λειτουργίας του συνεταιρισμού και δεν ρυθμίζονται στον παρόντα νόμο, υπό την προϋπόθεση ότι οι σχετικές προβλέψεις του δεν αντίκεινται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
ΜΕΛΗ - ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 5
Μέλη

1.    Μέλη Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας μπορεί να γίνουν φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία και έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του δασεργάτη, η δε μόνιμη κατοικία τους βρίσκεται εντός της περιφέρειας του ΔΑΣΕ. Ως δασεργάτης νοείται το φυσικό πρόσωπο που δραστηριοποιείται αυτοπροσώπως στις δασικές εργασίες του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

2.    Η ιδιότητα του δασεργάτη:
α) Για τα φυσικά πρόσωπα που ήδη απασχολούνται στις δασικές εργασίες αποδεικνύεται από τα σχετικά με τις δασικές εργασίες ένσημα του ΙΚΑ και βεβαιώνεται από επιτροπή που συστήνεται για το σκοπό αυτό στην οικεία Διεύθυνση Δασών του Νομού.
β) Αποκτάται για πρώτη φορά (νεοεισερχόμενος/η στο επάγγελμα) μετά από θεωρητική εκπαίδευση στη Διεύθυνση Δασών και πρακτική με ευθύνη δασικού συνεταιρισμού εργασίας -σε εκπλήρωση σχετικής υποχρέωσής του- στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η μόνιμη κατοικία του υποψηφίου. Βεβαιώνεται ομοίως από την επιτροπή της περίπτωσης α της παρούσης παρ. 2.
Οι εκπαιδευόμενοι γίνονται δόκιμα μέλη του συνεταιρισμού που τους εκπαιδεύει κατά τον χρόνο εκπαίδευσης τους και μετά την ολοκλήρωση αυτής με την απόκτηση της ιδιότητας του δασεργάτη γίνονται τακτικά μέλη του συνεταιρισμού εφόσον το επιθυμούν. Το Καταστατικό του συνεταιρισμού καθορίζει υποχρεωτικά τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των δοκίμων μελών.
γ) Αποδεικνύεται με ταυτότητα που εκδίδεται στο όνομα του δασεργάτη από την οικεία Διεύθυνση Δασών και την οποία φέρει υποχρεωτικά κατά την εκτέλεση των δασικών εργασιών.

3.    Κάθε δασεργάτης έχει δικαίωμα να είναι μέλος σε έναν μόνο Δασικό Συνεταιρισμό Εργασίας.

4.    Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εξειδικεύονται οι όροι και προϋποθέσεις, απόκτησης, διατήρησης και απώλειας της ιδιότητας δασεργάτη της παρ. 2 α και β και ορίζεται η σχετική διαδικασία για τις περιπτώσεις αυτές. Επίσης καθορίζονται ο τύπος και οι λεπτομέρειες έκδοσης της ταυτότητας της περίπτωσης γ της παρ. 2 του παρόντος, της συγκρότησης και λειτουργίας της επιτροπής της περίπτωσης α της ως άνω παραγράφου 2 καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 5 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 6
Κωλύματα

1. Δεν μπορεί να γίνει μέλος Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας όποιος:
α) Είναι έμπορος ξυλείας ο ίδιος ή η/ο σύζυγος αυτού.
β) Βλάπτει τα συμφέροντα του συνεταιρισμού με οποιονδήποτε τρόπο.
γ) Έχει υποβληθεί σε δικαστική συμπαράσταση.
δ) Έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα, σε βάρος της περιουσίας Δασικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης ή του Δημοσίου.
ε) Έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για κακούργημα ή εκ δόλου πλημμέλημα για παραβάσεις της δασικής νομοθεσίας.
στ) Έχει συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του.
Για τις περιπτώσεις δ και ε της παρούσης παραγράφου 1, η απαγόρευση ισχύει μέχρι τη διαγραφή της ποινής από το ποινικό μητρώο σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

2. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλες προϋποθέσεις ή κωλύματα για μη συμμετοχή στο Δασικό Συνεταιρισμό Εργασίας αρκεί να μη δυσχεραίνεται η ελεύθερη εγγραφή μελών.

Άρθρο 7
Απόκτηση ιδιότητας μέλους

1.    Τα ιδρυτικά μέλη αποκτούν την ιδιότητα του τακτικού μέλους του ΔΑ.Σ.Ε. από την καταχώριση του Καταστατικού σύμφωνα με το άρθρο 3 και υποχρεούνται να καταβάλλουν χωρίς καθυστέρηση τη συνεταιριστική τους μερίδα όπως ορίζει το άρθρο 11.

2.    Η εγγραφή νέων μελών είναι υποχρεωτική εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού και τηρείται η σχετική διαδικασία. Η αίτηση για την εγγραφή μέλους υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΑ.Σ.Ε.

3.    Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει αιτιολογημένα για την αποδοχή ή όχι της αίτησης εγγραφής φυσικού προσώπου ως μέλους του συνεταιρισμού, εντός προθεσμίας που ορίζεται στο Καταστατικό.

4.    Αν η αίτηση απορριφθεί ή αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν αποφασίσει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει εγγράφως στην πρώτη τακτική ή έκτακτη γενική συνέλευση, η οποία αποφασίζει οριστικά.

5.    Αν η Γενική Συνέλευση απορρίψει την αίτηση εγγραφής, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να προσφύγει στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο μέσα σε τριάντα (30) μέρες από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης. Το Ειρηνοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και ή διατάσσει την εγγραφή του μέλους ή απορρίπτει την προσφυγή.
Η απόφαση του Ειρηνοδικείου υπόκειται σε έφεση.
Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται αν η Γενική Συνέλευση αρνηθεί να αποφασίσει. Η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αρχίζει από τη λήξη των εργασιών της συνέλευσης.

6.    Η ιδιότητα του μέλους του συνεταιρισμού αποκτάται από την ημερομηνία της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Γενικής Συνέλευσης που δέχεται την αίτηση, ή από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης που διατάσσει την εγγραφή, εφόσον ο ενδιαφερόμενος έχει καταβάλλει τη συνεταιριστική μερίδα, σύμφωνα με το άρθρο 11.

7.    Το Δ.Σ υποχρεούται να ενημερώνει για κάθε μεταβολή των μελών του, εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών (15) ημερών, την εποπτεύουσα αρχή - Διεύθυνση Δασών του Νομού - καθώς και τη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υ.Π.ΕΝ. που τηρεί το Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών.

Άρθρο 8
Υποχρεώσεις και δικαιώματα μελών

1. Κάθε μέλος του συνεταιρισμού υποχρεούται:
α) Να παραμένει μέλος του συνεταιρισμού για όσο χρόνο προβλέπει το Καταστατικό του.
β) Να καταβάλλει τη συνεταιριστική μερίδα. Μέλος που καθυστερεί έστω και μία δόση της συνεταιριστικής μερίδας δεν έχει δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση και δικαίωμα εκλέγεσθαι.
γ) Να τηρεί τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας του συνεταιρισμού.

2. Κάθε μέλος του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας δικαιούται:
α) Να εκλέγει και να εκλέγεται στο Διοικητικό και το Εποπτικό Συμβούλιο καθώς και ως αντιπρόσωπος σε Κοινοπραξία και δευτεροβάθμια Δασική Συνεταιριστική Οργάνωση.
β) Να ζητεί πληροφορίες σχετικά με την πορεία των υποθέσεων του συνεταιρισμού. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να παρέχει εγγράφως και άμεσα τις σχετικές πληροφορίες
γ) Να συμμετέχει στη Γενική Συνέλευση και να παίρνει αντίγραφο των πρακτικών αυτής καθώς και αντίγραφο του ισολογισμού και του λογαριασμού «Αποτελέσματα Χρήσης».
δ) Να λαμβάνει γνώση του περιεχομένου των ατομικών του λογαριασμών και των αποφάσεων των οργάνων διοίκησης του συνεταιρισμού, σύμφωνα με τους όρους του Καταστατικού.
ε) Να συμμετέχει στο καθαρό πλεόνασμα της διαχειριστικής χρήσης και στο προϊόν της εκκαθάρισης.

Άρθρο 9
Αποχώρηση - θάνατος μέλους

1.    Ο συνεταίρος δεν μπορεί να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό, πριν περάσει ο χρόνος για τον οποίο έχει δεσμευτεί, εκτός εάν συντρέχει σπουδαίος λόγος.

2.    Ο συνεταίρος δηλώνει εγγράφως τη θέλησή του να αποχωρήσει από το συνεταιρισμό, τουλάχιστον έξι (6) μήνες πριν από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου.
Η δήλωση αποχώρησης είναι ελεύθερα ανακλητή, κατά τη διάρκεια της διαχειριστικής περιόδου μέσα στην οποία υποβλήθηκε και ισχύει για το τέλος αυτής.

3.    Ο συνεταίρος που αποχωρεί αναλαμβάνει την ονομαστική αξία της συνεταιριστικής του μερίδας ή του τιμήματός της, που έχει ήδη καταβάλει, με ανάλογη μείωσή της, σε περίπτωση ζημιών του συνεταιρισμού.
Το Καταστατικό καθορίζει τη διαδικασία απόδοσης της συνεταιριστικής μερίδας.

4.    Αν ο συνεταίρος που ζήτησε να αποχωρήσει είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή του Εποπτικού Συμβουλίου ή αντιπρόσωπος του συνεταιρισμού σε Κοινοπραξίες ή Δευτεροβάθμιες ΔΑ.Σ.Ε., εκπίπτει αυτοδίκαια από το αξίωμά του από την ημέρα που δήλωσε ότι αποχωρεί. Η ανάκληση της δήλωσης αποχώρησης δεν επιφέρει αναβίωση του αξιώματός του.

5.    Αν η Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού αποφασίσει τη μεταβολή των ειδικότερων δραστηριοτήτων του ή τη συγχώνευσή του με άλλον ή άλλους συνεταιρισμούς, τα μέλη που διαφωνούν μπορεί να αποχωρούν από το συνεταιρισμό και πριν περάσει ο χρόνος για τον οποίο έχουν δεσμευτεί.
Η δήλωση για την αποχώρηση υποβάλλεται στο Διοικητικό Συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τη λήψη της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης, μπορεί δε αυτή να ανακληθεί μέσα σε ένα (1) μήνα από τότε που υποβλήθηκε.
Η αποχώρηση επέρχεται από τη δημοσίευση της εγκριτικής δικαστικής απόφασης της τροποποίησης του Καταστατικού ή με την πραγματοποίηση της συγχώνευσης.

6.    Ο συνεταίρος υποχρεούται να επανορθώσει κάθε ζημία του συνεταιρισμού από την πρόωρη λύση της συνεταιριστικής σχέσης, χωρίς σπουδαίο λόγο, η συνδρομή του οποίου διαπιστώνεται από τη Γενική Συνέλευση. Στην ίδια Γενική Συνέλευση προσδιορίζεται και το ύψος της ζημίας μετά από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου.

7.    Σε περίπτωση θανάτου μέλους του συνεταιρισμού, το μέλος που απέθανε διαγράφεται αυτοδίκαια. Η ονομαστική αξία της συνεταιρικής μερίδας του θανόντος, μειωμένη ανάλογα όταν υπάρχει ζημία, αποδίδεται στους κληρονόμους του στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου στη διάρκεια της οποίας επήλθε ο θάνατος του μέλους.

Άρθρο 10
Διαγραφή μέλους

1.    Το Διοικητικό Συμβούλιο, με αιτιολογημένη απόφασή του, υποχρεούται να διαγράφει το μέλος του Συνεταιρισμού όταν δεν έχει πλέον τις προϋποθέσεις εγγραφής του όπως ορίζονται στο άρθρο 5, καθώς και όταν επήλθε στο πρόσωπό του τουλάχιστον ένα από τα κωλύματα εγγραφής των εδαφίων α, γ ,δ ,ε, στ, της παρ. 1 του άρθρου 6.

2.    Η Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού αποφασίζει αιτιολογημένα για τη διαγραφή μέλους όταν:
α) επήλθε στο πρόσωπό του κώλυμα εγγραφής του εδαφίου β της παρ. 1 του άρθρου 6 ή της παρ. 2 του άρθρου 6,
β) δεν εκπληρώνει αδικαιολόγητα τις υποχρεώσεις του προς το συνεταιρισμό όπως αυτές ορίζονται στο Καταστατικό και τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, γ) δεν συμμετέχει στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού για ορισμένη περίοδο που ορίζεται στο Καταστατικό του και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο διαχειριστικών χρήσεων.

3.    Το Διοικητικό Συμβούλιο, πριν την απόφασή του περί διαγραφής μέλους, τάσσει σ' αυτό δεκαήμερη προθεσμία για παροχή εξηγήσεων και άρση του λόγου διαγραφής, αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.

4.    Τη διαγραφή στη Γενική Συνέλευση εισηγείται το Διοικητικό Συμβούλιο. Η Γενική Συνέλευση υποχρεούται να ακούσει το υπό διαγραφή μέλος πριν τη λήψη της απόφασής της.

5.    Κατά των παραπάνω αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου και της Γενικής Συνέλευσης επιτρέπεται προσφυγή του διαγραφέντος στο Ειρηνοδικείο εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης. Το Ειρηνοδικείο δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και η απόφασή του υπόκειται σε έφεση.

6.    Η διαγραφή επέρχεται σε τριάντα (30) ημέρες μετά την κοινοποίησης της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου ή από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης.

7.    Το Καταστατικό ορίζει τους όρους και το χρόνο απόδοσης των συνεταιριστικών μερίδων σε περίπτωση διαγραφής μέλους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ - ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥ

Άρθρο 11
Συνεταιριστική μερίδα

1.    Συνεταιριστική μερίδα είναι το χρηματικό ποσό με το οποίο κάθε μέλος συμμετέχει στο κεφάλαιο του συνεταιρισμού και εκφράζει το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή. Κάθε μέλος συμμετέχει στον συνεταιρισμό υποχρεωτικά με μία μόνο συνεταιριστική μερίδα και έχει μία ψήφο.

2.    Το Καταστατικό προβλέπει το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας και τις χρονικές δόσεις καταβολής της. Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 200 ευρώ και ο χρόνος καταβολής δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των τριών (3) ετών.

3.    Η συνεταιριστική μερίδα είναι ονομαστική, αμεταβίβαστη, αδιαίρετη και ίση για όλους τους συνεταίρους.

4.    Η αύξηση ή η μείωση της αξίας της συνεταιριστικής μερίδας γίνεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης για τη λήψη της οποίας απαιτείται η αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ. 3 και 18 παρ. 2 του παρόντος και σε ύψος όχι μικρότερο από το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12
Ευθύνη του μέλους για υποχρεώσεις του συνεταιρισμού
  
1. Για τις υποχρεώσεις του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας προς τρίτους τα μέλη ευθύνονται περιορισμένα μέχρι το τριπλάσιο του ύψους της συνεταιριστικής μερίδας και για ίσο μέρος της οφειλής καθενός από αυτά. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει υψηλότερο όριο ευθύνης των συνεταίρων.
Επίσης το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών, που λαμβάνεται με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ. 3 και 18 παρ.2, είναι δυνατή η θέσπιση υψηλότερου ορίου ευθύνης των μελών.
   
2. Η προσωπική ευθύνη των μελών απέναντι στους δανειστές του συνεταιρισμού γεννάται μόνον εφόσον οι δανειστές δεν ικανοποιηθούν από τα περιουσιακά στοιχεία του συνεταιρισμού ή των εγγυητών, υφίσταται δε και για χρέη που δημιουργήθηκαν πριν γίνουν μέλη του συνεταιρισμού, εφόσον τα αποδέχτηκαν κατά την εγγραφή τους ως μέλη στο συνεταιρισμό.
   
3. Το μέλος ευθύνεται με τον ίδιο τρόπο και μετά την έξοδό του από το συνεταιρισμό για χρέη που δημιουργήθηκαν όταν ήταν μέλος. Η αξίωση των τρίτων κατά του μέλους παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από την έξοδό του.
   
4. Η ευθύνη του μέλους παύει μετά την παρέλευση ενός (1) έτους από την ημερομηνία που περατώθηκε η εκκαθάριση του συνεταιρισμού, στην περίπτωση της πτώχευσης ή λύσης του, εκτός αν μέσα στο έτος έχει ασκηθεί αγωγή εναντίον του.
   
5. Δεν απαγγέλλεται προσωπική κράτηση κατά των μελών και των μελών των οργάνων του συνεταιρισμού για χρέη του συνεταιρισμού προς τρίτους και το Δημόσιο, καθώς και για υποχρεώσεις μεταξύ μελών και συνεταιρισμού, με την επιφύλαξη γενικότερων σχετικών διατάξεων.

Άρθρο 13
Ευθύνη των μελών προς τρίτους

1.    Οι δανειστές μέλους Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας, για οφειλές του μέλους προς αυτούς, δεν έχουν δικαίωμα επί της κινητής ή ακίνητης περιουσίας του συνεταιρισμού, επί των πλεονασμάτων χρήσεων και των συνεταιριστικών μερίδων.

2.    Δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ή λήψη ασφαλιστικών μέτρων για οφειλές των μελών προς τρίτους τα περιουσιακά στοιχεία των μελών που έχουν παραχωρηθεί κατά χρήση στο συνεταιρισμό καθώς και το αντάλλαγμα που καταβάλλεται σ' αυτούς για τη χρήση αυτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε'
ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΔΑΣΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Άρθρο 14
Όργανα του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας

1. Όργανα του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας είναι:
α) Η Γενική Συνέλευση
β) Το Διοικητικό Συμβούλιο
γ) Το Εποπτικό Συμβούλιο

Άρθρο 15
Γενική Συνέλευση - αρμοδιότητες

1.    Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο του ΔΑ.Σ.Ε. και απαρτίζεται από όλα τα εγγεγραμμένα μέλη του που έχουν εκπληρώσει όλες τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς το συνεταιρισμό σύμφωνα με το Καταστατικό.
Στη Γενική Συνέλευση κάθε μέλος έχει μία ψήφο. Τα μέλη μετέχουν και ψηφίζουν στη Γενική Συνέλευση αυτοπροσώπως.

2.    Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης ανήκουν:
α) Η τροποποίηση του καταστατικού.
β) Η συγχώνευση, η παράταση της διάρκειας και η διάλυση του συνεταιρισμού.
γ) Η ψήφιση και η τροποποίηση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του συνεταιρισμού.
δ) Η συμμετοχή του συνεταιρισμού σε Κοινοπραξίες και δευτεροβάθμιες ΔΑ.Σ.Ε. και η αποχώρησή του από αυτές.
ε) Η εκλογή, ανάκληση, αντικατάσταση και απαλλαγή από την ευθύνη των μελών του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου, καθώς και των αντιπροσώπων σε Κοινοπραξίες και δευτεροβάθμιες ΔΑ.Σ.Ε..
στ) Η έγκριση του απολογισμού πεπραγμένων, του ισολογισμού και του Λογαριασμού «Αποτελέσματα Χρήσης» και ο καθορισμός του τρόπου διάθεσης των πλεονασμάτων της χρήσης ή της επιβάρυνσης των μελών για τυχόν ζημίες.
ζ) Η αύξηση της συνεταιριστικής ευθύνης των μελών.
η) Η μεταβολή του ύψους της συνεταιριστικής μερίδας.
θ) Η επιβολή ειδικής εισφοράς στα μέλη του συνεταιρισμού για την εκπλήρωση συγκεκριμένων σκοπών, που πρέπει απαραίτητα να αναφέρονται στο Καταστατικό.
ι) Η έγκριση του προγράμματος δράσης και ανάπτυξης του συνεταιρισμού για τα επόμενα έτη και ο αντίστοιχος προϋπολογισμός.
ια) Η έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων.
ιβ) Η απόφαση για την αγορά, ανέγερση, υποθήκευση, ανταλλαγή και πώληση ακινήτων ή την ίδρυση, επέκταση, εκσυγχρονισμό και μίσθωση μονάδων επεξεργασίας και μεταποίησης δασικών προϊόντων, καθώς και η έγκριση για τη σύναψη δανείων για τους σκοπούς αυτούς.
ιγ) Ο καθορισμός του ανωτάτου ποσού και των όρων για τα δάνεια που μπορεί να συνάψει ο συνεταιρισμός ή να χορηγήσει στα μέλη του.
ιδ) Κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται στο Καταστατικό και στον παρόντα νόμο. 3. Η Γενική Συνέλευση μπορεί με απόφασή της να εξουσιοδοτεί το Διοικητικό Συμβούλιο μέσα στα πλαίσια του προϋπολογισμού που εγκρίθηκε, για μεταφορά κονδυλίων από ένα λογαριασμό σε άλλον.

Άρθρο 16
Γενική Συνέλευση σύγκληση - ημερήσια διάταξη

1.    Η Γενική Συνέλευση συγκαλείται από το Διοικητικό Συμβούλιο σε τακτική σύνοδο μία φορά το χρόνο και συνεδριάζει στην έδρα του συνεταιρισμού μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από τη λήξη της χρήσης.
Η διαδικασία σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης και διεύθυνσης των εργασιών της, ορίζεται από το Καταστατικό.

2.    Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να συγκαλεί έκτακτη Γενική Συνέλευση για λόγους που προβλέπονται στο νόμο ή το Καταστατικό ή όταν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του συνεταιρισμού.

3.    Το ένα πέμπτο (1/5) των μελών του συνεταιρισμού μπορεί να ζητήσει από το Διοικητικό Συμβούλιο τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αναφέροντας υποχρεωτικά στην αίτησή του τα προς συζήτηση θέματα.
Αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση μέσα σε είκοσι (20) μέρες από την υποβολή της αίτησης, τα παραπάνω μέλη έχουν δικαίωμα σύγκλησής της.

4.    Το ίδιο ποσοστό μελών της παρ. 3 μπορεί να ζητήσει, κατά τους όρους του Καταστατικού, την εγγραφή θεμάτων στην ημερήσια διάταξή της. Η εγγραφή των θεμάτων αυτών και η ενημέρωση των μελών πριν τη Γενική Συνέλευση είναι υποχρεωτική.

5.    Επίσης η Γενική Συνέλευση με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μπορεί να εισαγάγει θέματα προς συζήτηση στην ημερήσια διάταξη.

6.    Θέματα αναβολής ή διακοπής της συνέλευσης, σύγκλησης νέας και εγγραφής νέων μελών δεν είναι αναγκαίο να αναγράφονται στην πρόσκληση.

Άρθρο 17
Γενική Συνέλευση - απαρτία

1.    Η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει έγκυρα, εφόσον στην αρχή της συνεδρίασης είναι παρόντα τα μισά τουλάχιστον μέλη (απαρτία).

2.    Αν κατά την έναρξη της συνεδρίασης διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται, χωρίς νέα πρόσκληση, στον ίδιο τόπο, την ίδια ημέρα και ώρα της επόμενης εβδομάδας και με τα ίδια θέματα ημερήσιας διάταξης. Στην επαναληπτική συνεδρίαση υπάρχει απαρτία ανεξαρτήτως του αριθμού των παρόντων μελών.

3.    Κατ' εξαίρεση, αν πρόκειται για θέματα ημερήσιας διάταξης που αφορούν στην:
α) διεύρυνση των δραστηριοτήτων του συνεταιρισμού
β) συγχώνευση του συνεταιρισμού
γ) παράταση της διάρκειας ή διάλυση του συνεταιρισμού
δ) τροποποίηση του Καταστατικού
ε) εκποίηση ή δωρεά ακινήτων του συνεταιρισμού
στ) ανάκληση του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου ή μελών αυτού και αντιπροσώπων σε Κοινοπραξίες και δευτεροβάθμιες ΔΑ.Σ.Ε.
ζ) επιβάρυνση των μελών για την κάλυψη τυχόν ζημιών ή επιβολή ειδικής εισφοράς
η) για κάθε άλλο θέμα, όπου ο νόμος αυτός απαιτεί αυξημένη πλειοψηφία, η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως, εφόσον στην έναρξη της συνεδρίασης είναι παρόντα τα δύο τρίτα (2/3) τουλάχιστον των μελών. Αν διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας η Γενική Συνέλευση συνέρχεται σε επαναληπτική συνεδρίαση σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Στην περίπτωση αυτή βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον είναι παρόντα κατά την έναρξη της συνεδρίασης τα μισά (1/2) τουλάχιστον μέλη.

4.    Το καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλα συγκεκριμένα θέματα ημερήσιας διάταξης για τα οποία απαιτείται η ενισχυμένη απαρτία η οποία προβλέπεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 18
Γενική Συνέλευση - απόφαση

1.    Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτό ή το Καταστατικό. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης είναι υποχρεωτικές για όλα τα μέλη του συνεταιρισμού, έστω και αν διαφωνούν ή είναι απόντα.

2.    Κατ' εξαίρεση, για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 17, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των παρόντων μελών του συνεταιρισμού.
Το Καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλα θέματα στα οποία, για τη λήψη απόφασης απαιτείται η πλειοψηφία που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.

3.    Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία για τα θέματα που αφορούν:
α) Αρχαιρεσίες.
β) Παροχή εμπιστοσύνης ή απαλλαγή από την ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
γ) Προσωπικά θέματα των μελών.

4.    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν έχουν δικαίωμα ψήφου σε θέματα παροχής εμπιστοσύνης στο πρόσωπό τους ή απαλλαγής τους από ευθύνη στο συνεταιρισμό.

Άρθρο 19
Προσβολή αποφάσεων Γενικών Συνελεύσεων

1.    Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που έχει ληφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου ή του καταστατικού υπόκειται σε ακύρωση.

2.    Η ακυρότητα αποφάσεων κηρύσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του συνεταιρισμού, μετά από αίτηση μέλους ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη λήψη της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και κοινοποιείται στον συνεταιρισμό και την εποπτεύουσα αρχή αυτού.

3.    Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπόκειται σε έφεση.
Η έφεση ασκείται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

4.    Η αίτηση ακύρωσης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Αναστολή εκτέλεσης μπορεί να δοθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ύστερα από αίτηση των αιτούντων την ακύρωσή της.

5.    Αν η τελεσίδικη ακυρωτική απόφαση αφορά την εκλογή ενός ή περισσοτέρων μελών του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου για τα οποία δεν υπάρχουν επιλαχόντες, τα υπόλοιπα μέλη, εφόσον είναι περισσότερα του μισού του όλου αριθμού τους, συγκαλούν τη Γενική Συνέλευση με μόνο θέμα την αναπλήρωση των μελών που ακυρώθηκε η εκλογή τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση με την ακυρωτική απόφαση διορίζεται συγχρόνως προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο ή Εποπτικό Συμβούλιο από μέλη του Συνεταιρισμού και διατάσσεται η διενέργεια εκλογών για ανάδειξη Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου ή και των δύο οργάνων του συνεταιρισμού μέσα σε ένα (1) μήνα από τη δημοσίευση της απόφασης.
Σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης εκλογής Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου ή μελών αυτών περισσότερων από τα μισά για τα οποία δεν υπάρχουν επιλαχόντες, η απόφαση περιλαμβάνει και το διορισμό προσωρινού Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου από μέλη του συνεταιρισμού.

Άρθρο 20
Διοικητικό Συμβούλιο

1.    Το Διοικητικό Συμβούλιο εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση.
Ο αριθμός των μελών του ορίζεται από το Καταστατικό και είναι πάντοτε περιττός. Τα μέλη δεν μπορεί να είναι λιγότερα από πέντε (5).
Η διάρκεια της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τριετής. Οι σύμβουλοι είναι επανεκλέξιμοι και ανακαλούνται ελευθέρως από τη Γενική Συνέλευση.

2.    Το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικά και εξώδικα σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού.

3.    Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού μέσα στα πλαίσια του νόμου, του Καταστατικού και των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, η σύνθεση και τα καθήκοντα των μελών αυτού καθορίζονται στο Καταστατικό. Το Δ.Σ μπορεί να μεταβιβάζει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε ένα από τα μέλη του ΔΣ.

4.    Το Δ.Σ συνεδριάζει υποχρεωτικά τουλάχιστον μία (1) φορά το μήνα και συγκαλείται υποχρεωτικά σε έκτακτη συνεδρίαση όταν αυτό ζητηθεί από την πλειοψηφία των μελών του. Το Δ.Σ βρίσκεται σε απαρτία όταν τα παρόντα μέλη αυτού είναι περισσότερα από τα απόντα και αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.

5.    Μέλος του Δ.Σ δεν μπορεί να ψηφίζει στις συνεδριάσεις του για θέματα που αφορούν στον ίδιο, στη σύζυγο ή τέκνα του.

6.    Τα μέλη του Δ.Σ ευθύνονται σύμμετρα για κάθε ζημιά που προκάλεσαν, με υπαιτιότητά τους, στο συνεταιρισμό κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

7.    Αν ο Πρόεδρος ή μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου είναι αντίδικοι του συνεταιρισμού, το συνεταιρισμό εκπροσωπεί το ειδικά εξουσιοδοτημένο μέλος του, εκτός εάν η Γενική Συνέλευση διορίσει ειδικούς εκπροσώπους.

8.    Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δεν δικαιούνται μισθό ή αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Δικαιούνται έξοδα κίνησης και παράστασης αποκλειστικά για τους σκοπούς που ορίζονται στο Καταστατικό. Το ύψος των εξόδων κίνησης και παράστασης καθορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 21
Αρχαιρεσίες

1.    Οι εκλογές στους Δασικούς Συνεταιρισμούς Εργασίας για την ανάδειξη των μελών του Διοικητικού και του Εποπτικού Συμβουλίου καθώς και των αντιπροσώπων για την δευτεροβάθμια ΔΑ.Σ.Ε. διενεργούνται ταυτόχρονα από τριμελή εφορευτική επιτροπή η οποία εκλέγεται από τη γενική συνέλευση. Της εφορευτικής επιτροπής προεδρεύει δικαστικός λειτουργός, ο οποίος διορίζεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών της έδρας του συνεταιρισμού. Σε περίπτωση αδυναμίας διορισμού δικαστικού λειτουργού, η οποία βεβαιώνεται με έγγραφο του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών, διορίζεται δικηγόρος, ύστερα από πρόταση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κατόπιν αιτήματος του συνεταιρισμού.
Κατ εξαίρεση οι εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων για την δευτεροθάθμια ΔΑ.Σ.Ε. όταν διενεργούνται για πρώτη φορά μπορούν να γίνουν ανεξάρτητα, η δε θητεία των αντιπροσώπων που θα εκλεγούν περιορίζεται μέχρι τη λήξη της θητείας των μελών του Διοικητικού και του Εποπτικού Συμβουλίου.

2.    Δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται έχουν τα μέλη του συνεταιρισμού που έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς το συνεταιρισμό σύμφωνα με το Καταστατικό.

3.    Οι εκλογές διενεργούνται με μυστική ψηφοφορία και με 3 ενιαία ψηφοδέλτια, ένα για κάθε όργανο διοίκησης και ένα για τους αντιπροσώπους στη δευτεροβάθμια ΔΑ.Σ.Ε. Στα ενιαία ψηφοδέλτια αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των υποψηφίων με αλφαβητική σειρά.

4.    Κάθε μέλος έχει δικαίωμα δύο (2) σταυρών προτίμησης για το ψηφοδέλτιο του Διοικητικού Συμβουλίου και ενός (1) σταυρού προτίμησης για κάθε ένα από τα υπόλοιπα δύο ψηφοδέλτια (Εποπτικού Συμβουλίου και αντιπροσώπων). Ψηφοδέλτια με μεγαλύτερο αριθμό σταυρών προτίμησης ή χωρίς σταυρό είναι άκυρα.

5.    Εκλέγονται όσοι συγκέντρωσαν τις περισσότερες ψήφους και σε περίπτωση ισοψηφίας γίνεται κλήρωση. Όσοι δεν εκλέγονται θεωρούνται επιλαχόντες κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν. Οι επιλαχόντες καταλαμβάνουν κενούμενες θέσεις τακτικών μελών μέχρι τη λήξη της θητείας τους.

6.    Το Καταστατικό ορίζει τις διαδικασίες εκλογής της εφορευτικής επιτροπής, της υποβολής υποψηφιοτήτων, διεξαγωγής των εκλογών καθώς και κάθε συναφές θέμα.

7.    Το Διοικητικό Συμβούλιο στην πρώτη μετά την εκλογή του συνεδρίαση συγκροτείται σε σώμα σύμφωνα με το Καταστατικό. Το Καταστατικό ορίζει τις προϋποθέσεις ανακατανομής των αξιωμάτων στο Διοικητικό Συμβούλιο.

8.    Αν για οποιοδήποτε λόγο κενωθεί θέση ή θέσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου πριν τη λήξη της θητείας του και δεν υπάρχουν επιλαχόντες το Διοικητικό Συμβούλιο συμπληρώνεται από μέλη του συνεταιρισμού που ορίζονται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, εφόσον ο αριθμός των μελών που λείπουν είναι μικρότερος του μισού του συνολικού αριθμού των μελών του Δ.Σ. Τα μέλη που ορίζονται με την παραπάνω διαδικασία διατηρούν την ιδιότητά τους αυτή μέχρι τη σύγκλιση της πρώτης τακτικής ή έκτακτης Γενικής Συνέλευσης η οποία εκλέγει νέα μέλη. Τα μέλη που εκλέγονται συνεχίζουν τη θητεία των παλιών μελών.
Αν ο αριθμός των θέσεων Δ.Σ που κενώνεται είναι μεγαλύτερος του μισού του συνολικού αριθμού των μελών του, το Εποπτικό Συμβούλιο συγκαλεί τη Γενική Συνέλευση για εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου.

9.    Η ως άνω διαδικασία της παρ. 8 ισχύει και για τη συμπλήρωση των θέσεων που κενώνονται στο Εποπτικό Συμβούλιο με τη διαφορά ότι στην μεν περίπτωση του εδ. α της παρ. 8 τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου που λείπουν συμπληρώνονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, στη δε περίπτωση του εδαφίου β της ως άνω παραγράφου τη Γενική Συνέλευση για διενέργεια αρχαιρεσιών συγκαλεί το Διοικητικό Συμβούλιο.

10.    Δεν μπορεί να θέσει υποψηφιότητα και να εκλεγεί ως μέλος Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου όποιος καταδικάστηκε με τελεσίδικη απόφαση σε οποιαδήποτε ποινή για: κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), εκβίαση, πλαστογραφία, ψευδορκία, απιστία, δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαγωγή εγγράφου, λαθρεμπορία και εμπορία ναρκωτικών, μέχρι τη διαγραφή της ποινής του από το ποινικό μητρώο κατά την κείμενη νομοθεσία.
Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας των οργάνων διοίκησης διαπιστωθεί για μέλος τους οποιοδήποτε από τα παραπάνω κωλύματα, το μέλος αυτό εκπίπτει αυτοδίκαια από μέλος του οργάνου οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις των παρ. 5, 8 και 9.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ'
ΕΠΟΠΤΕΙΑ - ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 22
Εποπτικό Συμβούλιο

1.    Η εποπτεία και ο έλεγχος της διοίκησης και της διαχείρισης των υποθέσεων των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας ασκείται από το Εποπτικό Συμβούλιο.

2.    Ο αριθμός των μελών του ορίζεται στο Καταστατικό και είναι πάντοτε περιττός. Τα μέλη δεν μπορεί να είναι λιγότερα από τρία (3), ένα εκ των οποίων εκλέγεται ως πρόεδρος.

3.    Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει μία φορά τουλάχιστον στους δύο (2) μήνες.

4.    Το μέλος του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα μέλος του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου.

5.    Έργο του Εποπτικού Συμβουλίου είναι:
α) Να ελέγχει την τήρηση των διατάξεων του νόμου, του Καταστατικού και των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης.
β) Να διενεργεί το διαχειριστικό και λογιστικό έλεγχο του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας και γενικά να παρακολουθεί την οικονομική του κατάσταση.
γ) Να επιλαμβάνεται των καταγγελιών και αναφορών των μελών του συνεταιρισμού ή τρίτων που έχουν υποστεί ζημία από τις αποφάσεις και ενέργειες του Δ.Σ και τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης.
δ) Να εισηγείται σχετικά με τα ανωτέρω α, β, γ στο Δ.Σ και τη Γ.Σ., για αποκατάσταση της νομιμότητας.

6.    Για τη διευκόλυνση του έργου του το Εποπτικό Συμβούλιο λαμβάνει γνώση των βιβλίων, εγγράφων και αποφάσεων, καθώς και κάθε άλλου αναγκαίου στοιχείου και πληροφορίας για την πορεία των υποθέσεων του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας.

7.    Το Εποπτικό Συμβούλιο συντάσσει για κάθε διαχειριστική περίοδο αναλυτική και για κάθε δραστηριότητα κατατοπιστική έκθεση, την οποία υποχρεούται να δημοσιοποιήσει δέκα (10) ημέρες πριν από τη σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης. Την Έκθεση αυτή υποβάλλει ταυτοχρόνως με τη δημοσιοποίησή της στην εποπτεύουσα αρχή του άρθρου 23 του παρόντος.

8.    Κατά τα λοιπά όσον αφορά τα θέματα της εκλογής των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, της διάρκειας της θητείας αυτών, της απαρτίας και πλειοψηφίας του Συμβουλίου και της ευθύνης των μελών του, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1, 4 και 6 αντιστοίχως του παρόντος νόμου.

Άρθρο 23
Εποπτεία Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας
   
1. Οι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
   
2. Η Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υ.Π.ΕΝ.:
α) τηρεί το κεντρικό Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών σε ηλεκτρονική μορφή και εκδίδει τον κωδικό αριθμό καταχώρισης αυτών του άρθρου 2 του παρόντος νόμου.
β) συνεργάζεται με τις Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και τις εποπτεύουσες αρχές αυτών για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, παρέχει διευκρινήσεις και εκδίδει οδηγίες εφαρμογής του.
   
3. Εποπτεύουσα αρχή των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας είναι η Διεύθυνση Δασών του Νομού η οποία:
α) τηρεί το περιφερειακό μητρώο των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας και δασεργατών της περιοχής ευθύνης της σε ηλεκτρονική μορφή και συνεργάζεται με την Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος για την ταυτόχρονη ενημέρωση του κεντρικού και περιφερειακού μητρώου,
β) συγκροτεί την επιτροπή του άρθρου 5 του παρόντος νόμου και εκδίδει την απόφαση απόκτησης της ταυτότητας του δασεργάτη του ιδίου άρθρου,
γ) υποβοηθά το έργο και τη λειτουργία των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας της περιοχής ευθύνης της, παρέχοντας σ' αυτούς διευκρινήσεις για την εφαρμογή του παρόντος νόμου,
δ) ελέγχει, πριν την ανάθεση των πάσης φύσεως δασικών εργασιών στους συνεταιρισμούς σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, βάσει των δικαιολογητικών και εγγράφων του σχετικού φακέλου που υποβάλλουν υποχρεωτικά οι συνεταιρισμοί: 1) ότι λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του Καταστατικού αυτών.
2) τη δυναμικότητά τους σε μέλη, μηχανικά μέσα, οχήματα και ζώα καθώς και την οικονομική τους επάρκεια, ιδίως για την έκδοση εγγυητικών επιστολών.
Σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι τα στοιχεία ή μέρος των στοιχείων του φακέλου που υπέβαλε κάποιος συνεταιρισμός είναι αναληθή, τότε ο συγκεκριμένος συνεταιρισμός αποκλείεται από την ανάθεση εργασιών για ένα έτος.
   
4 .Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών, οι προϋποθέσεις παραμονής σε αυτό, οι λόγοι διαγραφής από αυτό, τα αναγκαία στοιχεία καταχώρισης καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την τήρησή του. Επίσης οι σχέσεις κεντρικού και περιφερειακού μητρώου και οι υποχρεώσεις των αρμόδιων υπηρεσιών.
   
5. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα δικαιολογητικά, έγγραφα και λοιπά στοιχεία που υποβάλλουν οι συνεταιρισμοί σύμφωνα με την περίπτωση δ της παρ. 3 του παρόντος άρθρου. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζεται η μίσθωση μηχανικών μέσων, μηχανημάτων και ζώων από τους Δασικούς Συνεταιρισμούς Εργασίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Άρθρο 24
Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας

1. Η εσωτερική λειτουργία του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας ρυθμίζεται από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας, ο οποίος εγκρίνεται από τη Γενική Συνέλευση μετά
από εισήγηση του Δ.Σ. Η έγκρισή αυτή αποτελεί προϋπόθεση νόμιμης λειτουργίας του συνεταιρισμού κατά τον παρόντα νόμο.

2.    Η Γενική Συνέλευση για την ψήφιση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας συνέρχεται υποχρεωτικά μέσα στον πρώτο χρόνο από την έγκριση του Καταστατικού ή την τροποποίησή του κατά τον παρόντα νόμο από το αρμόδιο Ειρηνοδικείο. Η συνέλευση αποφασίζει με τη διαδικασία και ενισχυμένη απαρτία της παρ. 3 του άρθρου 17 καθώς και με την ενισχυμένη πλειοψηφία της παρ. 2 του άρθρου 18.

3.    Ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας καθορίζει υποχρεωτικά:
α) Τους όρους λειτουργίας του συνεταιρισμού για την εκπλήρωση των σκοπών του.
β) Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών για την έγκαιρη και ορθή εκτέλεση των δασικών εργασιών που αναλαμβάνει ο συνεταιρισμός.
γ) Τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών για τη χρήση των εγκαταστάσεων, των μέσων, των μηχανημάτων και των υπηρεσιών του συνεταιρισμού.
δ) Τις κυρώσεις για την αθέτηση των υποχρεώσεων των μελών και τη διαδικασία επιβολής τους.
ε) Τις λεπτομέρειες της τήρησης των λογαριασμών μεταξύ συνεταιρισμού και μελών, καθώς και τα δικαιολογητικά που τηρεί ο συνεταιρισμός για τις συναλλαγές που διενεργεί.
στ) Την υποχρέωση του συνεταιρισμού να διαθέτει τα προϊόντα που παράγει, μετά από παραχώρηση σε αυτόν της εκμετάλλευσης δημοσίων δασών κατ' εφαρμογή του άρθρου 136Α, το οποίο προστίθεται στο ν.δ. 86/1969 (ΦΕΚ Α' 7) με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 48 του παρόντος νόμου, μέσω δημοπρασιών καθώς και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής αυτών. Οι δημοπρασίες διενεργούνται από τριμελή επιτροπή, που εκλέγεται κατ' έτος από τη Γενική Συνέλευση του συνεταιρισμού, στην οποία και υποβάλλει λεπτομερή αναφορά για τις ενέργειές της και τα αποτελέσματα αυτών. Εφόσον η δημοπρασία διάθεσης ματαιωθεί δύο φορές λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών ή διενεργηθεί δύο φορές και οι προσφερθείσες τιμές κρίνονται ασύμφορες είναι δυνατή η διάθεση των προϊόντων σε τρίτους με ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ αυτών και του συνεταιρισμού.

4.    Το Καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλα θέματα τα οποία θα καθορίζονται υποχρεωτικά στον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας.

Άρθρο 25
Είσπραξη απαιτήσεων από τα μέλη

1.    Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των μελών του συνεταιρισμού βεβαιώνονται και γίνονται απαιτητές με πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου.

2.    Το μέλος δικαιούται να ασκήσει ένσταση κατά της πράξης, στην πρώτη μετά την κοινοποίησή της, τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση.

3.    Αν η ένσταση της προηγουμένης παραγράφου δεν ασκηθεί ή απορριφθεί, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση την πράξη του Διοικητικού Συμβουλίου. Αν η ένσταση γίνει δεκτή, το Διοικητικό Συμβούλιο δικαιούται να προσβάλλει την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης σύμφωνα με το άρθρο 19. Το Μονομελές Πρωτοδικείο, αν δεχτεί την αίτηση του Διοικητικού Συμβουλίου, επιδικάζει την απαίτηση.

Άρθρο 26
Τηρούμενα βιβλία

1. Οι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας τηρούν υποχρεωτικά τα παρακάτω βιβλία, θεωρημένα από το Ειρηνοδικείο της έδρας τους:
α) Βιβλίο μητρώου μελών.
β) Βιβλίο πρακτικών Γενικών Συνελεύσεων.
γ) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων Διοικητικού Συμβουλίου.
δ) Βιβλίο πρακτικών συνεδριάσεων Εποπτικού Συμβουλίου.
ε) Βιβλίο απογραφής περιουσιακών στοιχείων (ακινήτων, κινητών, ζωικού κεφαλαίου).
στ) Βιβλίο ισολογισμού.
ζ) Βιβλίο ημερησίων εργασιών και καταγραφής εργαζομένων δασεργατών ανά συστάδα, το οποίο πρέπει να επιδεικνύεται κατά τους σχετικούς ελέγχους της οικείας δασικής υπηρεσίας.
η) Βιβλίο ατυχημάτων.
θ) Κάθε άλλο βιβλίο που προβλέπεται από το Καταστατικό και τη φορολογική νομοθεσία.

Άρθρο 27
Διαχειριστική χρήση

1.    Η διαχειριστική χρήση του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας είναι ετήσια και λήγει την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους. Κατ' εξαίρεση η πρώτη διαχειριστική χρήση λήγει την 31η Δεκεμβρίου του επομένου από τη σύσταση του συνεταιρισμού έτους.

2.    Κατά τη λήξη της χρήσης κλείνονται τα βιβλία του συνεταιρισμού, ενεργείται η απογραφή της περιουσίας του και καταρτίζεται ο ισολογισμός και ο λογαριασμός «Αποτελέσματα χρήσης» με την υποχρεωτική συνδρομή και υπογραφή λογιστικού γραφείου με το οποίο συνεργάζεται ο συνεταιρισμός.

3.    Με τη λήξη της χρήσης το Διοικητικό Συμβούλιο συντάσσει Απολογισμό Πεπραγμένων για τη δραστηριότητά του κατά την υπόψη χρήση και Πρόγραμμα Δράσης και Ανάπτυξης του συνεταιρισμού για την επόμενη χρήση το οποίο συνοδεύεται υποχρεωτικά από προϋπολογισμό δαπανών.

4.    Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να καταθέσει στο Εποπτικό Συμβούλιο, ένα (1) μήνα πριν τη Γενική Συνέλευση, τα στοιχεία της παρ. 2 καθώς και τον Απολογισμό Πεπραγμένων προκειμένου το Εποπτικό Συμβούλιο να συντάξει την κατά το άρθρο 22 παρ.7 αναλυτική και για κάθε δραστηριότητα κατατοπιστική έκθεσή του.

5.    Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται στην πρώτη μετά το τέλος της χρήσης τακτική Γενική Συνέλευση να υποβάλλει για έγκριση τον Απολογισμό Πεπραγμένων, το Πρόγραμμα Δράσης και Ανάπτυξης, τον ισολογισμό και λογαριασμό «Αποτελέσματα χρήσης». Πριν την ψηφοφορία η Γενική Συνέλευση λαμβάνει γνώση της σχετικής έκθεσης του Εποπτικού Συμβουλίου.

6.    Η μη έγκριση του ισολογισμού από τη Γενική Συνέλευση ισοδυναμεί με υποβολή και υπερψήφιση πρότασης μομφής κατά του Διοικητικού Συμβουλίου, επιφέρει την παραίτησή του και την προκήρυξη και διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου εντός διμήνου από την ημέρα της Γενικής Συνέλευσης. Η Γενική Συνέλευση στην ίδια συνεδρίαση ορίζει την ημερομηνία των εκλογών και εκλέγει προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο με αποκλειστική αρμοδιότητα τη διενέργεια των εκλογών και την εξυπηρέτηση των πάγιων και ανελαστικών υποχρεώσεων του συνεταιρισμού.

7.    Αν δεν εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση ο απολογισμός πεπραγμένων του Διοικητικού Συμβουλίου, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για την ανάκληση όλου ή μέρους του Διοικητικού Συμβουλίου. Εφόσον ανακληθεί το σύνολο του Διοικητικού Συμβουλίου ή η πλειοψηφία των μελών του ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 6 του παρόντος άρθρου για την ανάδειξη νέου Διοικητικού Συμβουλίου. Σε περίπτωση ανάκλησης της μειοψηφίας των μελών του, αυτά αντικαθίστανται από τους αναπληρωματικούς αυτών και σε περίπτωση έλλειψης αναπληρωματικών η ίδια Γενική Συνέλευση εκλέγει τα νέα μέλη η θητεία των οποίων διαρκεί μέχρι τη λήξη της θητείας του Διοικητικού Συμβουλίου.

8.    Ο ισολογισμός και ο Λογαριασμός «Αποτελέσματα Χρήσης», ο Απολογισμός Πεπραγμένων και το Πρόγραμμα Δράσης και Ανάπτυξης του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας μετά την ψήφισή τους από τη Γενική Συνέλευση και εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών υποβάλλονται με ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου στην εποπτεύουσα αρχή και την οικεία Ένωση Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας και φυλάσσονται σε ειδικό φάκελο που τηρούν οι ανωτέρω για κάθε συνεταιρισμό.

Άρθρο 28
Διαχειριστικό υπόλοιπο - αποθεματικά

1.    Το καθαρό πλεόνασμα της διαχειριστικής χρήσης προκύπτει όταν από τα ακαθάριστα έσοδα του ΔΑ.Σ.Ε. αφαιρεθούν οι κάθε είδους δαπάνες, ζημιές και αποσβέσεις.

2.    Ποσοστό τουλάχιστον δέκα τοις εκατό (10%) από το καθαρό πλεόνασμα της διαχειριστικής χρήσης περιέρχεται σε λογαριασμό τακτικού αποθεματικού, μέχρις ότου το συνολικό ποσό φθάσει στο ύψος τουλάχιστον της συνολικής αξίας των συνεταιριστικών μερίδων, οπότε η κράτηση παύει να είναι υποχρεωτική. Η κράτηση αυτή επαναφέρεται όταν το τακτικό αποθεματικό υστερήσει έναντι του συνολικού ποσού των συνεταιριστικών μερίδων. Το Καταστατικό μπορεί να προβλέπει μεγαλύτερο ύψος αποθεματικού και ποσοστού κράτησης.

3.    Στο τακτικό αποθεματικό περιέρχονται ακόμα:
α) Τα πρόστιμα που προβλέπονται από το καταστατικό και τα ποσά που προέρχονται από ποινικές ρήτρες.
β) Τα έσοδα που περιέρχονται στη συνεταιριστική οργάνωση από χαριστική αιτία, εκτός εάν υπάρχει ειδικός όρος.
γ) Κάθε άλλο έσοδο για το οποίο δεν ορίζεται στο Καταστατικό ο ειδικός προορισμός του.
Το τακτικό αποθεματικό χρησιμοποιείται για την αντικατάσταση και συντήρηση του παγίου κεφαλαίου, για την ανάπτυξη του συνεταιρισμού και ως κεφάλαιο κίνησης.

4.    Μετά την αφαίρεση του ποσοστού για τη δημιουργία του τακτικού αποθεματικού η Γενική Συνέλευση μπορεί να αποφασίσει με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ.3 και 18 παρ.2 την κράτηση ποσοστού από το καθαρό πλεόνασμα της διαχειριστικής χρήσης για τη δημιουργία έκτακτου αποθεματικού.
Το έκτακτο αποθεματικό χρησιμοποιείται:
α) για την κάλυψη των κάθε είδους ζημιών του συνεταιρισμού. Οι ζημιές στα περιουσιακά στοιχεία των μελών καλύπτονται μόνο, όταν η χρήση τους έχει παραχωρηθεί στο συνεταιρισμό.
β) για την εξυπηρέτηση ειδικών σκοπών. Στο έκτακτο αποθεματικό περιέρχεται και κάθε έκτακτη ή ειδική εισφορά των συνεταίρων, που επιβάλλεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης για ορισμένο σκοπό με την ίδια ως ανωτέρω αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία.

5.    Το απομένον υπόλοιπο του καθαρού πλεονάσματος της διαχειριστικής χρήσης διανέμεται στα μέλη σύμφωνα με το Καταστατικό. Η Γενική Συνέλευση μπορεί να αποφασίσει με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ. 3 και 18 παρ. 2, να μην διανεμηθεί μέρος ή και όλο το απομένον καθαρό πλεόνασμα της διαχειριστικής χρήσης στα μέλη του συνεταιρισμού, αλλά να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών.

Άρθρο 29
Έκτακτη εισφορά

1.    Αν ο ΔΑ.Σ.Ε. αδυνατεί να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του ή αν κατά τη σύνταξη του ισολογισμού διαπιστωθεί ότι το παθητικό υπερβαίνει το ενεργητικό κατά το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού ποσού της ευθύνης όλων των μελών, ή αν υποβληθεί αίτηση κήρυξης σε πτώχευση του ΔΑ.Σ.Ε. από πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον ή από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΑ.Σ.Ε., το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να συγκαλέσει αμέσως τη Γενική Συνέλευση με θέμα την επιβολή έκτακτης εισφοράς στα μέλη.

2.    Στη Γενική Συνέλευση υποβάλλεται ισολογισμός και έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου για την περιουσιακή κατάσταση του ΔΑ.Σ.Ε. και την προτεινόμενη έκτακτη εισφορά.

3.    Η έκτακτη εισφορά επιβάλλεται στα μέλη αν το αποφασίσει η Γενική Συνέλευση με την αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ. 3 και 18 παρ. 2. Η έκτακτη εισφορά πρέπει να είναι μέσα στα όρια της περιορισμένης ευθύνης των μελών που προβλέπεται στο άρθρο 12 του παρόντος νόμου. Η εισφορά αυτή βαρύνει και τα μέλη
που αποχώρησαν για οποιοδήποτε λόγο μέσα στο προηγούμενο της Γενικής Συνέλευσης διαχειριστικό έτος.

4. Η εισφορά καταβάλλεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της απόφασης στη Γενική Συνέλευση.
Αν η προθεσμία παρέλθει, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να υποβάλλει στο Ειρηνοδικείο Πίνακα για τις τυχόν έκτακτες εισφορές που επιβλήθηκαν και δεν καταβλήθηκαν και τις τυχόν καθυστερούμενες τακτικές εισφορές. Ο Πίνακας κηρύσσεται εκτελεστός από το Ειρηνοδικείο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'
ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ - ΠΤΩΧΕΥΣΗ ΔΙΑΛΥΣΗ - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 30
Συγχώνευση - διαδικασία

1.    Δύο ή περισσότεροι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας μπορούν να συγχωνευθούν σε έναν. Η συγχώνευση πραγματοποιείται είτε με την ίδρυση ενός νέου ΔΑ.Σ.Ε. στον οποίο ενσωματώνονται οι συγχωνευόμενοι, είτε με την ενσωμάτωση ενός ή περισσότερων ΔΑ.Σ.Ε. σε άλλον, ο οποίος ήδη λειτουργεί.

2.    Για τη συγχώνευση απαιτείται απόφαση των Γενικών Συνελεύσεων των υπό συγχώνευση συνεταιρισμών, η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 17 και 18 του παρόντος νόμου.

3.    Αμέσως μετά την απόφαση ακολουθεί υποχρεωτικά η απογραφή και αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των συγχωνευόμενων συνεταιρισμών. Η αποτίμηση γίνεται με την τρέχουσα αξία των εκτιμώμενων στοιχείων. Η απογραφή και αποτίμηση γίνεται από επιτροπή στην οποία συμμετέχουν ένας (1) εκπρόσωπος από κάθε συγχωνευόμενο συνεταιρισμό και ένας (1) εκπρόσωπος της Ένωσης Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας ή της εποπτεύουσας αρχής στην περίπτωση που δεν υφίσταται Ένωση.

4.    Μετά το τέλος της απογραφής και αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων τα Διοικητικά Συμβούλια των συνεταιρισμών που πρόκειται να συγχωνευθούν καλούν τα μέλη τους σε κοινή Γενική Συνέλευση η οποία συνέρχεται και αποφασίζει κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Η συνέλευση αυτή εκλέγει το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο του νέου συνεταιρισμού και ψηφίζει το καταστατικό του. Το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο υποβάλλει το Καταστατικό για έγκριση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3.

5.    Με την τελεσιδικία της εγκριτικής απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου το Καταστατικό καταχωρείται σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 με μνεία του αριθμού της εγκριτικής απόφασης του δικαστηρίου στο μητρώο των δασικών συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου εκείνου στην περιφέρεια του οποίου θα έχει τη έδρα του ο νέος μετά την συγχώνευση συνεταιρισμός. Από την καταχώριση αυτή συντελείται η συγχώνευση, όλα τα περιουσιακά στοιχεία των συγχωνευόμενων συνεταιρισμών αποτελούν περιουσία του νέου συνεταιρισμού ο οποίος υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνεταιρισμών που συγχωνεύτηκαν και συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες τους.

6.    Μέσα σε ένα (1) μήνα από την καταχώριση της προηγουμένης παραγράφου το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο συγκαλεί τα μέλη του σε γενική συνέλευση για την εκλογή των οργάνων του κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

7.    Ο νέος συνεταιρισμός που προέκυψε από τη συγχώνευση εγγράφεται στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών και λαμβάνει τον κωδικό αριθμό καταχώρισης αυτού, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος νόμου. Οι συνεταιρισμοί που συγχωνεύτηκαν διαγράφονται από το Μητρώο.

8.    Όλα τα μέλη των συνεταιρισμών που συγχωνεύτηκαν και πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου γίνονται μέλη του νέου συνεταιρισμού με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζει το νέο Καταστατικό. Μέλη που πληρούν τις προϋποθέσεις και δεν επιθυμούν τη συγχώνευση, μπορούν να αποχωρήσουν σύμφωνα με τους όρους του Καταστατικού του υπό συγχώνευση συνεταιρισμού του οποίου είναι μέλη.

9. Οι συνεταιριστικές μερίδες των συνεταιρισμών που συγχωνεύτηκαν αποτελούν το κεφάλαιο του νέου συνεταιρισμού. Αν οι συνεταιριστικές μερίδες είναι άνισες, η κοινή γενική συνέλευση της παρ. 4 του παρόντος άρθρου καθορίζει το ύψος της νέας συνεταιριστικής μερίδας, τον τρόπο καταβολής της διαφοράς για τα μέλη που έχουν μικρότερες μερίδες και τη διευθέτηση της διαφοράς της μερίδας των μελών που είναι μεγαλύτερη από τη νέα μερίδα.

Άρθρο 31
Πτώχευση - Διαδικασία

1.    Ο ΔΑ.Σ.Ε. κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης αν παύσει τις πληρωμές των χρεών του.

2.    Η πτώχευση κηρύσσεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του συνεταιρισμού.

3.    Αν υποβληθεί αίτηση κήρυξης σε πτώχευση του συνεταιρισμού από το Διοικητικό Συμβούλιο ή αν έχει κατατεθεί αίτηση για την κήρυξή του σε πτώχευση από πιστωτή που έχει έννομο συμφέρον, το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλεί αμέσως τη Γενική Συνέλευση με θέμα την επιβολή έκτακτης εισφοράς, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 29 του παρόντος, για να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης.

4.    Μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης της προηγούμενης παραγράφου ή από την κοινοποίηση στη συνεταιριστική οργάνωση, της αίτησης για την κήρυξή της σε πτώχευση, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να δηλώσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αν συνεχίζει ή όχι τις πληρωμές.

5.    Το Πολυμελές Πρωτοδικείο προσδιορίζει δικάσιμο για την εκδίκαση της αίτησης μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου και αν διαπιστώσει ότι εξακολουθεί η κατάσταση παύσης των πληρωμών λόγω αποτυχίας της διαδικασίας του άρθρου 29 του παρόντος, κηρύσσει το συνεταιρισμό σε πτώχευση.

6.    Από την κήρυξή του σε πτώχευση ο ΔΑ.Σ.Ε. διαλύεται. Η πτώχευση του συνεταιρισμού δεν συνεπάγεται την πτώχευση των μελών του.

7.    Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του πτωχευτικού κώδικα όπως ισχύει.

Άρθρο 32
Διάλυση

1.    Ο ΔΑ.Σ.Ε. διαλύεται:
α) Αν τα μέλη του μειωθούν κάτω των είκοσι πέντε (25) και εφόσον εντός ενός έτους από τη μείωση δεν συμπληρωθεί ο ως άνω απαιτούμενος ελάχιστος αριθμός των μελών του.
β) Αν έληξε ο χρόνος διάρκειάς του, που ορίζεται στο Καταστατικό και δεν αποφασίστηκε η παράτασή του από τη Γενική Συνέλευση.
γ) Αν αποφασίσει η Γενική Συνέλευση με την εξαιρετική απαρτία και πλειοψηφία των άρθρων 17 παρ. 3 και 18 παρ. 2 του παρόντος νόμου.
δ) Αν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Η πτώχευση μπορεί να κηρυχθεί μόνο αφού αποτύχει η διαδικασία του άρθρου 29.
ε) Με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας του ΔΑΣΕ μετά από αίτηση του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου, ή των 2/3 του συνολικού αριθμού των μελών του ή της εποπτεύουσας αρχής.

2.    Αίτηση για διάλυση του συνεταιρισμού με δικαστική απόφαση μπορεί να υποβληθεί:
α) Αν η λειτουργία του συνεταιρισμού έχει αποβεί παράνομη.
β) Αν ο συνεταιρισμός αδρανεί για δύο (2) τουλάχιστον διαχειριστικές χρήσεις ή αν από τη μείωση της δραστηριότητάς του για μεγάλο χρονικό διάστημα συνάγεται εγκατάλειψη του σκοπού του.
γ) Αν ο συνεταιρισμός αδυνατεί να εκλέξει διοίκηση ή να διορίσει προσωρινή για χρονικό διάστημα ενός έτους
Η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου υπόκειται σε έφεση.

3.    Η διάλυση του συνεταιρισμού επέρχεται:
α) Από τη λήξη του χρόνου διάρκειάς του.
β) Μόλις συμπληρωθεί ένα (1) έτος από τότε που τα μέλη του μειώθηκαν κάτω των είκοσι πέντε (25) και εφόσον εντός του έτους αυτού δεν συμπληρώθηκε ο ως άνω απαιτούμενος ελάχιστος αριθμός των είκοσι πέντε (25) μελών.
γ) Από την ημερομηνία που η Γενική Συνέλευση έλαβε την απόφασή της ή σε περίπτωση προσβολής της, σύμφωνα με το άρθρο 19 από την ημερομηνία που δημοσιεύθηκε η τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου.
δ) Από την ημερομηνία που δημοσιεύθηκε η τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου για την πτώχευση ή διάλυση του συνεταιρισμού.

4.    Η διάλυση του συνεταιρισμού γνωστοποιείται από τον Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου στην Ένωση Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας, την εποπτεύουσα αρχή και τη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υ.Π.ΕΝ. και καταχωρίζεται στο μητρώο δασικών συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συνεταιρισμός.

Άρθρο 33
Εκκαθάριση

1.    Τη διάλυση του συνεταιρισμού ακολουθεί η εκκαθάριση με εξαίρεση την περίπτωση της διάλυσης που επέρχεται από την κήρυξη του ΔΑ.Σ.Ε. σε κατάσταση πτώχευσης κατά την οποία ακολουθείται η διαδικασία του εμπορικού δικαίου.

2.    Η εκκαθάριση διενεργείται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Η Γενική Συνέλευση του Συνεταιρισμού ή το Πολυμελές Πρωτοδικείο ανάλογα με το λόγο διάλυσης, μπορούν με απόφασή τους να ορίσουν άλλους εκκαθαριστές.
Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή αδράνειας των εκκαθαριστών, μετά από αίτηση μέλους ή πιστωτή του συνεταιρισμού, το Ειρηνοδικείο της έδρας του Συνεταιρισμού, διορίζει άλλους εκκαθαριστές κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

3.    Το νομικό πρόσωπο του ΔΑ.Σ.Ε. εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής. Το Εποπτικό Συμβούλιο παραμένει το ίδιο, έστω και αν στο μεταξύ λήξει η θητεία του.

Άρθρο 34
Ενέργειες εκκαθαριστών
   
1. Οι εκκαθαριστές έχουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Διοικητικού Συμβουλίου.
   
2. Με την έναρξη της εκκαθάρισης γίνεται η απογραφή της περιουσίας του συνεταιρισμού και συντάσσεται ο ισολογισμός με την υποχρεωτική συνδρομή και υπογραφή λογιστικού γραφείου. Ο ισολογισμός γνωστοποιείται στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο και υποβάλλεται στην εποπτεύουσα αρχή και στην Ένωση Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας της οποίας ο συνεταιρισμός είναι μέλος. Αν η εκκαθάριση παρατείνεται, ο ισολογισμός συντάσσεται στο τέλος κάθε χρόνου. Ο τελικός ισολογισμός καταρτίζεται στο τέλος της εκκαθάρισης.
   
3. Οι εκκαθαριστές φροντίζουν για τη διεκπεραίωση των εκκρεμών υποθέσεων και τη ρύθμιση των εκκρεμών λογαριασμών του συνεταιρισμού.
Γνωστοποιούν τη διάλυση του συνεταιρισμού σε μια ημερήσια ή περιοδικού τύπου εφημερίδα η οποία εκδίδεται στην Περιφερειακή Ενότητα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης της έδρας του και καλούν τους πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.
   
4. Απαιτήσεις των πιστωτών κατά του υπό εκκαθάριση συνεταιρισμού παραγράφονται τρία χρόνια μετά τη διάλυσή του.
   
5. Η περιουσία του ΔΑΣΕ σε περίπτωση διάλυσης ρευστοποιείται μέσω δημοπρασίας. Από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλούνται κατά πρώτον τα ληξιπρόθεσμα χρέη του συνεταιρισμού προς τρίτους με πρόταξη των οφειλών προς τους εργαζόμενους. Τα ποσά των επίδικων και μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων κατατίθενται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
   
6. Το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει μετά την κάλυψη των απαιτήσεων των τρίτων διατίθεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης ή του εκκαθαριστή αποκλειστικά για σκοπούς συνεταιριστικούς ή κοινωνικούς. Ουδέποτε διανέμεται στα μέλη. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις περί δικαστικής εκκαθάρισης της κληρονομιάς.
   
7. Οι λογαριασμοί της εκκαθάρισης και ο τελικός ισολογισμός εγκρίνονται από τη Γενική Συνέλευση. Αν η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης είναι αδύνατη, αυτοί κατατίθενται από τους εκκαθαριστές στο Ειρηνοδικείο. Η εκκαθάριση τελειώνει με την καταχώριση της εγκριτικής απόφασης της Γενικής Συνέλευσης στο μητρώο δασικών Συνεταιρισμών του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συνεταιρισμός ή με την κατάθεση του τελικού ισολογισμού στο Ειρηνοδικείο.
   
8. Τα βιβλία και τα αρχεία του ΔΑΣΕ που διαλύθηκε παραδίδονται στο Ειρηνοδικείο της έδρας του, φυλάσσονται για δέκα (10) έτη και είναι προσιτά στους ενδιαφερόμενους, με εξαίρεση τα βιβλία και στοιχεία που τηρούνται με βάση την φορολογική νομοθεσία, τα οποία διατηρούνται στον εκάστοτε οριζόμενο από τις σχετικές φορολογικές διατάξεις χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ'
ΕΝΩΣΕΙΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΕΣ

Άρθρο 35
Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας (Ε.ΔΑ.Σ.Ε.) -σύσταση

1.    Πέντε (5) ή περισσότεροι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας που έχουν την έδρα τους στην ίδια Περιφέρεια και πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού, μπορεί να συνιστούν την Ένωση Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας της Περιφέρειας. Σε κάθε Περιφέρεια συνιστάται μόνο μία Ε.ΔΑ.Σ.Ε.
Σε περίπτωση που οι πρωτοβάθμιοι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας οι οποίοι είναι γραμμένοι στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών και έχουν την έδρα τους στην ίδια Περιφέρεια είναι λιγότεροι του αριθμού πέντε (5) επιτρέπεται κατ' εξαίρεση:
α) η σύσταση Ε.ΔΑ.Σ.Ε. με μικρότερο αριθμό μελών, τα οποία όμως δεν είναι δυνατόν να είναι λιγότερα από τρία (3) ή
β) να γίνουν μέλη Ένωσης όμορης Περιφέρειας.

2.    Η Ε.ΔΑ.Σ.Ε. είναι δασική συνεταιριστική οργάνωση δευτέρου βαθμού. Έδρα της Ε.ΔΑ.Σ.Ε. είναι η έδρα της οικείας Περιφέρειας. Για τα έντυπα της Ένωσης ισχύουν όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 2 για τους Δασικούς Συνεταιρισμούς Εργασίας.

3.    Για τη σύσταση Ένωσης Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας απαιτείται απόφαση των Γενικών Συνελεύσεων όλων των δασικών συνεταιρισμών που επιθυμούν τη σύσταση της Ένωσης, η σύνταξη Καταστατικού και η υπογραφή του από τους εκπροσώπους των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, καθώς και η έγκρισή του από το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας της Ε.ΔΑ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου που εφαρμόζεται ανάλογα.

4.    Τα μέλη της Ε.ΔΑ.Σ.Ε. που έχασαν για οποιοδήποτε λόγο τις προϋποθέσεις νόμιμης λειτουργίας και διαγράφηκαν από το Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών χάνουν αυτοδίκαια την ιδιότητα του μέλους της Ένωσης και διαγράφονται από το Μητρώο μελών της.

Άρθρο 36
Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας
σκοπός - δραστηριότητες - καταστατικό - εποπτεία

1.    Σκοπός της Ε.ΔΑ.Σ.Ε. είναι ο συντονισμός και η ενίσχυση του έργου των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας που είναι μέλη της.

2.    Η Ένωση για την εκπλήρωση του σκοπού της μπορεί να αναπτύσσει τις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) Παρέχει στα μέλη της κάθε συνδρομή και φροντίζει για τον εφοδιασμό τους με μέσα και υλικά που είναι απαραίτητα στις δασικές εργασίες, στον πρωτογενή ή δευτερογενή τομέα.
β) Φροντίζει για τη διαφήμιση, διακίνηση και εμπορία των δασικών προϊόντων των μελών της.
γ) Ιδρύει και διευθύνει μονάδες επεξεργασίας και μεταποίησης των προϊόντων των μελών της, μόνο όταν για τη λειτουργία τους απαιτείται η συνεργασία δύο ή περισσοτέρων μελών της Ένωσης.
δ) Φροντίζει για την επιμόρφωση των μελών της με κύκλους σεμιναρίων ή με την ίδρυση και λειτουργία κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης σε θέματα συνεργατισμού ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο.

3.    Η Ένωση δεν μπορεί να αναλαμβάνει για λογαριασμό της ή για λογαριασμό των μελών της δασικές εργασίες. Στις δασικές εργασίες δραστηριοποιούνται αποκλειστικά οι πρωτοβάθμιοι δασικοί συνεταιρισμοί εργασίας.

4.    Κατά τα λοιπά όσον αφορά τα θέματα του περιεχομένου και του τύπου του Καταστατικού εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 4 του παρόντος νόμου.

5.    Εποπτεύουσα αρχή της Ε.ΔΑ.Σ.Ε. είναι η Διεύθυνση Συντονισμού και Επιθεώρησης Δασών της Αποκεντρωμένης Διοίκησης στην οποία υπάγεται η έδρα της Ένωσης. Η Ένωση καταχωρείται στο περιφερειακό Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών της Διεύθυνσης Δασών του Νομού στην οποία υπάγεται η έδρα της Ένωσης.

Άρθρο 37
Όργανα της Ε.ΔΑ.Σ.Ε.

1.    Όργανα της Ε.ΔΑ.Σ.Ε. είναι:
α) Η Γενική Συνέλευση
β) Το Διοικητικό Συμβούλιο
γ) Το Εποπτικό Συμβούλιο

2.    Η Γενική Συνέλευση απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των πρωτοβάθμιων Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας - μελών της Ένωσης, οι οποίοι εκλέγονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21.

3.    Ο αντιπρόσωπος του συνεταιρισμού εκπροσωπεί στη Γενική Συνέλευση της Ένωσης το συνεταιρισμό του, ενεργώντας στα πλαίσια των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού του.

4.    Κάθε Δασικός Συνεταιρισμός Εργασίας αντιπροσωπεύεται στην Ένωση ανάλογα με τον αριθμό των μελών του. Για κάθε δέκα (10) μέλη δασικού συνεταιρισμού εργασίας εκλέγεται ένας αντιπρόσωπος. Αν με την αναλογία αυτή προκύπτει ένα υπόλοιπο μελών ίσο ή πάνω από πέντε (5) που δεν έχει αντιπροσωπευθεί τότε εκλέγεται ένας επιπλέον αντιπρόσωπος.

5.    Κάθε αντιπρόσωπος έχει μία ψήφο. Στη Γενική Συνέλευση μπορούν να συμμετέχουν οι Πρόεδροι των πρωτοβάθμιων ΔΑ.Σ.Ε. μελών της Ένωσης χωρίς δικαίωμα ψήφου.
Οι αντιπρόσωποι των συνεταιρισμών που δεν έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς την Ένωση, σύμφωνα με το Καταστατικό της, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στη Γενική Συνέλευση και δεν υπολογίζονται στην απαρτία αυτής. Επίσης δεν μπορούν να εκλεγούν μέλη του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου της Ένωσης.

6.    Η θητεία των αντιπροσώπων είναι τριετής. Σε κάθε περίπτωση όμως λήγει πάντοτε με τη λήξη της θητείας του Δ.Σ του πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού.

7.    Η ιδιότητα του αντιπροσώπου αποβάλλεται όταν ο αντιπρόσωπος παύει να είναι μέλος του συνεταιρισμού ή ανακληθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Με την απώλεια της ιδιότητας του αντιπροσώπου, αυτός παύει αυτοδίκαια να ασκεί τα καθήκοντά του αν έχει εκλεγεί μέλος του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου της Ένωσης.

8.    Οι μερίδες κάθε Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας στην Ένωση ορίζονται από το Καταστατικό της ανάλογα με τον αριθμό των φυσικών προσώπων - μελών του πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού. Το ύψος της συνεταιριστικής μερίδας δεν μπορεί να είναι μικρότερο των 750 ευρώ.

9.    Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο της Ένωσης εκλέγεται από τη Γενική Συνέλευση των αντιπροσώπων της με το σύστημα και τη διαδικασία του άρθρου 21 του παρόντος νόμου.

10.    Ο αριθμός των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και Εποπτικού Συμβουλίου ορίζεται στο Καταστατικό της Ένωσης και είναι πάντοτε περιττός. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είναι τουλάχιστον πέντε (5), ενώ του Εποπτικού Συμβουλίου τουλάχιστον τρία (3). Κατ' εξαίρεση για την περίπτωση α) της παρ. 1 του άρθρου 35 μπορεί τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου να είναι τουλάχιστον τρία (3).

11.    Τα λοιπά θέματα που αφορούν στα μέλη, στις σχέσεις μελών με την Ένωση, στη Γενική Συνέλευση και στις αρχαιρεσίες, τα όργανα διοίκησης της Ένωσης ρυθμίζονται ανάλογα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα αντίστοιχα κεφάλαια των δασικών συνεταιρισμών εργασίας.

Άρθρο 38
Κοινοπραξίες Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας (ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε.)

1.    Δύο (2) ή περισσότεροι πρωτοβάθμιοι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου μπορούν να συνιστούν μεταξύ τους Κοινοπραξία Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας με σκοπό την προαγωγή των καταστατικών σκοπών και δραστηριοτήτων τους.

2.    Η ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε. είναι ίδιο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και για τη σύστασή της απαιτείται η σύνταξη καταστατικού και η υπογραφή του από τους εκπροσώπους των δασικών συνεταιρισμών εργασίας που συμμετέχουν στην Κοινοπραξία και οι οποίοι εξουσιοδοτούνται για το σκοπό αυτό με απόφαση της Γενικής τους Συνέλευσης.
Το Καταστατικό της Κοινοπραξίας εγκρίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος.

3.    Η ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε. είναι συνεταιριστική οργάνωση πρώτου βαθμού. Η έδρα της Κοινοπραξίας ορίζεται στο Καταστατικό της και η περιφέρειά της περιλαμβάνει τις περιφέρειες των δασικών συνεταιρισμών εργασίας - μελών της. Η επωνυμία της Κοινοπραξίας θα πρέπει να διακρίνεται από την επωνυμία άλλης ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε. με την ίδια έδρα. Για τα έντυπα της Κοινοπραξίας ισχύουν όσα ορίζονται στην παρ. 3 του άρθρου 2 για τους Δασικούς Συνεταιρισμούς Εργασίας.

4.    Η Γενική Συνέλευση της Κοινοπραξίας απαρτίζεται από τους αντιπροσώπους των συνεταιρισμών μελών της, τα καταστατικά των οποίων, καθορίζουν τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία ορισμού και απώλειας της ιδιότητας των αντιπροσώπων τους στην Κοινοπραξία. Ο αριθμός των αντιπροσώπων κάθε μέλους της Κοινοπραξίας καθορίζεται από το Καταστατικό της.

5.    Όλα τα θέματα που αναφέρονται στη σύσταση, στην εκλογή Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου και γενικά στη διοίκηση και λειτουργία της Κοινοπραξίας, ρυθμίζονται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του παρόντος νόμου, που εφαρμόζονται ανάλογα.

Άρθρο 39
Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων

Για τις Ε.ΔΑ.Σ.Ε. και τις ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του νόμου αυτού που θεσπίζουν οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές και κίνητρα ή αφορούν και ρυθμίζουν θέματα των πρωτοβάθμιων Δασικών Συνεταιρισμών (ΔΑ.Σ.Ε.), εφόσον δεν προβλέπεται ρητή εξαίρεση ή απόκλιση στις διατάξεις αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι'
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 40

1.    Τιμωρούνται με φυλάκιση από τρεις (3) μήνες μέχρι ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και οι υπάλληλοι δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων αν:
α) Εν γνώσει τους παρέχουν στη γενική συνέλευση ή σε εκείνον που ασκεί την εποπτεία ή διενεργεί το διαχειριστικό έλεγχο ψευδή στοιχεία ή αρνούνται ή αποκρύπτουν αληθή στοιχεία ή γεγονότα ή περιστατικά που αφορούν στην οικονομική κατάσταση των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων.
β) Εν γνώσει τους προβαίνουν σε ψευδείς ή εικονικές εγγραφές στα βιβλία των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων ή συντάσσουν ψευδείς ή εικονικούς ισολογισμούς αυτών.
γ) Αρνούνται να παραδώσουν ή αποκρύπτουν από εκείνον που ασκεί την εποπτεία ή διενεργεί το διαχειριστικό έλεγχο τα τηρούμενα στοιχεία ή βιβλία ή παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση του ελέγχου ή της εποπτείας.

2.    Τιμωρούνται με φυλάκιση από τρεις (3) μήνες μέχρι ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου ή εκείνοι που διενεργούν διαχειριστικό έλεγχο αν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους παρέχουν εν γνώσει τους ψευδή στοιχεία ή αποκρύπτουν ή αρνούνται αληθή γεγονότα ή περιστατικά, που αφορούν στη διαχείριση ή στην οικονομική κατάσταση των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων και περιήλθαν σε γνώση τους από την εποπτεία ή τον έλεγχο που διενήργησαν σε αυτές.

3.    Τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μήνα μέχρι ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, όποιος παρεμποδίζει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου ή της Γενικής Συνέλευσης των μελών των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων με χρήση σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης.

4.    Τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μήνα μέχρι ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, όποιος:
α) Ενεργεί πράξεις διοίκησης ή διαχείρισης ή εποπτείας ή ελέγχου μετά τη λήξη της θητείας του.
β) Ψηφίζει χωρίς δικαίωμα ψήφου ή ψηφίζει πολλές φορές ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο μπορεί να προκαλέσει την παραγωγή μη γνήσιου αποτελέσματος εκλογής ή νοθεύει το γνήσιο αποτέλεσμα εκλογής για την ανάδειξη διοικητικών συμβουλίων, εποπτικών συμβουλίων και αντιπροσώπων των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων.

5.    Με τις ποινές της προηγουμένης παραγράφου τιμωρούνται τα μέλη του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου, ή τα μέλη των επιτροπών που ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση ή οι εκκαθαριστές, για παράβαση των διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού ή για ενέργειες που αντίκεινται στις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης ή για μη εκτέλεση σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό των καθηκόντων τους, καθώς και για την παράλειψη σύνταξης του ισολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ'
ΣΧΕΣΕΙΣ ΔΑΣΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ - ΚΡΑΤΟΥΣ

Άρθρο 41
Δικαίωμα πρόσβασης

Δικαίωμα στα κίνητρα και τις παροχές των άρθρων 42 και 43 του παρόντος νόμου καθώς και των εκάστοτε ισχυόντων αναπτυξιακών νόμων έχουν μόνο οι Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (ΔΑ.Σ.Ε., ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε. και Ε.ΔΑ.Σ.Ε.) που έχουν καταχωρηθεί στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών του Υ.Π.ΕΝ.

Άρθρο 42
Αναπτυξιακά κίνητρα

1.    Οι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας (ΔΑ.Σ.Ε.), οι Κοινοπραξίες τους (ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε.) καθώς και οι Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας (Ε.ΔΑ.Σ.Ε.) δύνανται να ενισχύονται από το Πράσινο Ταμείο του Υ.Π.ΕΝ. προκειμένης της προώθησης από αυτούς, επί τη βάσει σχετικών προγραμμάτων, των ακόλουθων δραστηριοτήτων:
α) Του εφοδιασμού των πρωτοβάθμιων δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων με μέσα (μηχανικό εξοπλισμό, ζώα μεταφοράς και σύρσης δασικών προϊόντων και λοιπά μέσα) και υλικά παραγωγής και της συντήρησης αυτών, τα οποία είναι απαραίτητα στις δασικές εργασίες, στον πρωτογενή ή δευτερογενή τομέα.
β) Της διαφήμισης, διακίνησης και εμπορίας των δασικών προϊόντων.
γ) Της ίδρυσης και διεύθυνσης μονάδων επεξεργασίας και μεταποίησης των προϊόντων αυτών.
δ) Της επιμόρφωσης των μελών τους με κύκλους σεμιναρίων ή με την ίδρυση και λειτουργία κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης και επιμόρφωσης σε θέματα συνεργατισμού ή με κάθε άλλο πρόσφορο τρόπο.
Οι ΔΑ.Σ.Ε. και ΚΟ.ΔΑ.Σ.Ε. δύνανται να ενισχύονται για τις δραστηριότητές τους που συμβάλλουν στην προστασία των δασών από πυρκαγιές.

2.    Με Κοινές Αποφάσεις του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργών μπορεί να καθορίζονται κίνητρα για τη συγχώνευση καθώς και την ανάπτυξη των δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων, και να ορίζεται η σχετική διαδικασία, τα απαραίτητα δικαιολογητικά και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

3.    Με κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και κάθε άλλου συναρμόδιου υπουργού καθορίζονται τα κριτήρια χορήγησης, τα απαραίτητα δικαιολογητικά και η σχετική διαδικασία για την απόκτηση αδειών κυκλοφορίας φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως (Φ.Ι.Χ.) της κατηγορίας «αγροτικές», για τα οχήματα των ΔΑ.Σ.Ο. και των φυσικών προσώπων - μελών των πρωτοβάθμιων δασικών συνεταιρισμών που χρησιμοποιούνται στις δραστηριότητές τους.

4.    Οι πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις δεν υποχρεούνται να εγγράφονται στα Εμπορικά Επιμελητήρια της χώρας.

Άρθρο 43
Φορολογικές απαλλαγές

1.    Τα καταστατικά των Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου, ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ τρίτου.

2.    Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που παρέχουν κάθε φορά διευκολύνσεις ή απαλλαγές από φόρους, τέλη χαρτοσήμου ή άλλα υπέρ του Δημοσίου τέλη, εισφορές ή δικαιώματα υπέρ οποιουδήποτε τρίτου για τη συγχώνευση επιχειρήσεων εφαρμόζονται ανάλογα και στους δασικούς συνεταιρισμούς εργασίας, που συγχωνεύονται, εφόσον αυτοί πληρούν τις προβλεπόμενες από τις αντίστοιχες διατάξεις προϋποθέσεις.

3.    Αγορές ακινήτων από ΔΑ.Σ.Ο. για τη δημιουργία μονάδων επεξεργασίας και μεταποίησης δασικών πρωτογενών προϊόντων (επιχειρήσεων) μέσα στην περιφέρειά τους ή μεταχειρισμένων κινητών μέσων δασικής παραγωγής, έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση όπως το Δημόσιο.

4.    Οι εισφορές των μελών προς τις Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις δεν υπόκεινται σε φόρο ή σε τέλος χαρτοσήμου ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ τρίτου.

5.    Οι καταθέσεις των μελών του Δασικού Συνεταιρισμού Εργασίας σε αυτόν, οι αναλήψεις καταθέσεων και οι χορηγήσεις δανείων από τον συνεταιρισμό στα μέλη του απαλλάσσονται από κάθε τέλος χαρτοσήμου ή άλλο τέλος υπέρ του Δημοσίου και από κάθε εισφορά ή δικαίωμα υπέρ τρίτου.

6.    Απαλλάσσεται του φόρου μεταβίβασης ακινήτων η αξία του ακινήτου που μεταβιβάζεται στα μέλη των δασικών συνεταιρισμών εργασίας κατά το ποσοστό που υποβλήθηκε αυτή σε φόρο μεταβίβασης κατά την αγορά από το συνεταιρισμό του ακινήτου που μεταβιβάζεται.

7.    Δεν υπόκεινται σε φόρο μεταβίβασης ή τέλος ή άλλο δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων οι πράξεις με τις οποίες κινητά ή ακίνητα μεταβιβάζονται μεταξύ δασικών συνεταιριστικών οργανώσεων.

8.    Ειδικά για απαλλαγές από το Φ.Π.Α έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ν.1642/1986 (ΦΕΚ 125 Α'), όπως ισχύουν κάθε φορά.

9.    Τα πλεονάσματα της διαχειριστικής χρήσης των Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας, που διανέμονται στα μέλη, υπόκεινται μόνο σε φορολογία εισοδήματος των μελών ανεξαρτήτως της καταβολής τους ή εξατομικευμένης διατήρησής τους ως κατάθεσης στο συνεταιρισμό.

10.    Οι προβλεπόμενες στο άρθρο 42 χρηματοδοτήσεις υπέρ ΔΑ.Σ.Ο. απαλλάσσονται από κάθε τέλος χαρτοσήμου ή άλλη επιβάρυνση υπέρ Δημοσίου καθώς και από άλλη εισφορά ή δικαίωμα υπέρ τρίτου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ'
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 44
Προσωπικό Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων Υγιεινή και Ασφάλεια

1.    Οι σχέσεις εργασίας του προσωπικού των ΔΑ.Σ.Ο. ρυθμίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

2.    Οι εργαζόμενοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας στους Δασικούς Συνεταιρισμούς Εργασίας που συγχωνεύονται κατά τη διαδικασία του άρθρου 30, εφόσον οι συμβάσεις τους είναι σε ισχύ, μεταφέρονται αυτοδίκαια στο νέο συνεταιρισμό που προέκυψε από τη συγχώνευση μέχρι τη λήξη της σύμβασής τους.

3.    Με κοινή απόφαση, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας καθορίζονται τα μέτρα υγιεινής, ασφάλειας και προστασίας της υγείας, που πρέπει να λαμβάνονται κατά τις δασικές εργασίες.

Άρθρο 45
Μητρώο Δασικών Συνεταιρισμών στο Ειρηνοδικείο

1.    Το βιβλίο Μητρώου Δασικών Συνεταιρισμών τηρείται στο Ειρηνοδικείο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 3 παρ. 3.

2.    Καθένας μπορεί να λαμβάνει γνώση των εγγραφών του βιβλίου Μητρώου και να παίρνει επικυρωμένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από αυτό.

3.    Η Γραμματεία του Ειρηνοδικείου χορηγεί πιστοποιητικά για την ύπαρξη ή όχι ορισμένης εγγραφής.

Άρθρο 46
Αναγκαστικοί Δασικοί Συνεταιρισμοί Δασοκτημόνων

1. Η σύσταση αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών απαγορεύεται.
   
2. Εντός προθεσμίας δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος του παρόντος οι συσταθέντες κατά τις διατάξεις του Α. Ν. 1627/1939 αναγκαστικοί συνεταιρισμοί δασοκτημόνων (κύριων, νομέων ή καρπωτών περιορισμένων δασικών δικαιωμάτων) λύονται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσής τους.
Η διαχείριση των δασών των παραπάνω συνεταιρισμών γίνεται σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 151 του Δασικού Κώδικα, όπως αντικαθίσταται από την παρ. 2 του άρθρου 48 του παρόντος.
   
3. Αναγκαστικές δασικές οργανώσεις που δεν συμμορφώθηκαν με την προηγούμενη διάταξη διαλύονται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μετά από αίτηση της οικείας Διεύθυνσης Δασών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 47
Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας, που λειτουργούν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υποχρεούνται εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από την έναρξη ισχύος του, με δυνατότητα παράτασης μέχρι ένα (1) ακόμη έτος χορηγουμένη με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατ' εφαρμογή των επί μέρους σχετικών διατάξεων του παρόντος νόμου, να μεριμνήσουν:
α) για την βεβαίωση της ιδιότητας του δασεργάτη ως προς τα μέλη τους που πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος νόμου καθώς και για τη διαγραφή όσων μελών στερούνται των προϋποθέσεων αυτών,
β) για τη συμπλήρωση του αριθμού των μελών τους ή για τη συγχώνευσή τους με άλλον δασικό συνεταιρισμό εργασίας, εφόσον τα μέλη τους - κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή μετά τη διαγραφή όσων δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις - είναι λιγότερα από είκοσι πέντε (25). Άλλως, επί παρέλευσης άπρακτης της ως άνω προθεσμίας, λύονται αυτοδίκαια.
γ) για την προσαρμογή των καταστατικών τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών τους που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία της παραγράφου 1 των άρθρων 17 και 18 αντιστοίχως του παρόντος νόμου και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού, που εγκρίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας που δεν προσάρμοσαν το καταστατικό τους, κατά τα ως άνω, εντός της προθεσμίας της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου διαλύονται με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου, μετά από αίτηση παντός έχοντος έννομο συμφέρον.
δ) για την εγγραφή τους, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της Υπουργικής Απόφασης της παρ. 4 του άρθρου 23 του παρόντος νόμου, στο κεντρικό και περιφερειακό Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών του ως άνω άρθρου 23. Μέχρι τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας της παραγράφου 1 οι υφιστάμενοι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας μπορούν να αναλαμβάνουν δασικές εργασίες ανεξαρτήτως της εγγραφής τους ή μη στο Μητρώο.

2. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου των υφισταμένων κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας μεριμνούν για την τυχόν συγχώνευση του συνεταιρισμού με άλλον, την προσαρμογή του καταστατικού του, εντός της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου και την - άμα τη εγκρίσει του τροποποιημένου καταστατικού από το Ειρηνοδικείο - διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη των μελών του νέου Διοικητικού και του Εποπτικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 21 του παρόντος Νόμου.
Η θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου των υφιστάμενων κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας, παρατείνεται μέχρι την διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη των μελών του νέου Διοικητικού και του Εποπτικού
Συμβουλίου, κατά τα ως άνω, ως και - επί συγχωνεύσεως τους με άλλον συνεταιρισμό - μέχρι την συγχώνευση αυτή.
Αν για οποιοδήποτε λόγο κενωθεί θέση ή θέσεις μελών του Διοικητικού Συμβουλίου πριν από την λήξη της παρατεταμένης θητείας τους - κατά τα ως άνω - και δεν υπάρχουν επιλαχόντα μέλη, το Διοικητικό Συμβούλιο, με απόφαση των λοιπών μελών του, συμπληρώνει τις κενές θέσεις με μέλη του συνεταιρισμού, εφόσον ο αριθμός των μελών που λείπουν είναι μικρότερος του μισού του συνολικού αριθμού των μελών του Δ.Σ. Αν ο αριθμός των θέσεων του Δ.Σ. που κενώνεται είναι μεγαλύτερος του μισού του συνολικού αριθμού των μελών του διενεργούνται αρχαιρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις του ισχύοντος καταστατικού.

3.    Εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου με δυνατότητα παράτασης για τρεις (3) ακόμη μήνες, χορηγούμενη με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου Ενώσεις Δασικών Συνεταιρισμών Εργασίας μεριμνούν:
α) για τη διαγραφή από το Μητρώο τους, κατ' ανάλογη εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 35 του παρόντος νόμου, όσων μελών τους δεν ενεγράφησαν στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην περίπτωση δ της παραγράφου 1 του παρόντος,
β) για τη συμπλήρωση του αριθμού των μελών τους, εφόσον αυτά - κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου ή μετά τη διαγραφή όσων δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις, κατ' εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου - είναι λιγότερα από τα προβλεπόμενα από τον παρόντα νόμο. Άλλως λύονται αυτοδίκαια. Στην περίπτωση αυτή η προβλεπομένη από τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 32, που εφαρμόζεται αναλόγως, γνωστοποίηση της διάλυσης στην εποπτεύουσα αρχή και στην Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υ.Π.ΕΝ. διενεργείται από τον πρόεδρο του απερχόμενου Διοικητικού Συμβουλίου.
γ) για την προσαρμογή του καταστατικού τους στις διατάξεις του παρόντος νόμου,
δ) για την εγγραφή τους, μετά από αίτησή τους, στο Μητρώο Δασικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Δασεργατών του άρθρου 23 του παρόντος. Κατά τα λοιπά ως προς τα θέματα της προσαρμογής του Καταστατικού, της εγγραφής στο Μητρώο και της παράτασης της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου εφαρμόζονται και για τις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού Ενώσεις αναλόγως οι διατάξεις των περιπτώσεων γ και δ της παρ. 1 και της παρ. 2 αντιστοίχως του παρόντος άρθρου.

4.    Δασικοί Συνεταιρισμοί Εργασίας, οι οποίοι μετέχουν σε Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών του άρθρου 26 του Ν. 2810/2000 με λοιπά μέλη αγροτικούς συνεταιρισμούς, απασχολούμενους σε οποιοδήποτε κλάδο ή δραστηριότητα της αγροτικής οικονομίας και οι οποίες Ενώσεις υφίστανται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είτε επειδή δεν μετατράπηκαν σε Αγροτικό Συνεταιρισμό, είτε επειδή δεν τέθηκαν σε αναγκαστική εκκαθάριση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19 του Ν. 4015/2011, υποβάλλουν αίτηση στην Ένωση για τη διαγραφή τους από αυτή.

Άρθρο 48
Καταργούμενες - τροποποιούμενες - λοιπές διατάξεις

1.    Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις, του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 135 και των παρ. 8 και 9 του άρθρου 151 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969), της παρ. 7 του άρθρου 18 του Ν. 4015/2011, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στο νόμο αυτό ή που αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν.

2.    Η παρ. 7 του άρθρου 151 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) αντικαθίσταται ως εξής:
«Κύριοι ή νομείς αδιαιρέτου δάσους εκτάσεως ανωτέρας των εκατό (100) εκταρίων, είτε περιορισμένων δικαιωμάτων καρπώσεως δάσους της αυτής τουλάχιστον έκτασης, πλείονες των επτά (7), αναθέτουν τη διαχείριση του αδιαίρετου δάσους ή την κάρπωση των δασικών περιορισμένων δικαιωμάτων σε εκπροσώπους τους ή σε επιτροπή κατά τις περί κοινωνίας, εντολής και αντιπροσώπευσης διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καταρτιζομένης συμβολαιογραφικώς. Η διαχείριση των ανωτέρω δασών μπορεί να διενεργείται επίσης από νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που συστήνεται από τους δασοκτήμονες με σκοπό τη διαχείρισή τους.
Κατά τα λοιπά ως προς τη διαχείριση των δασών αυτών εφαρμόζονται οι περί διαχειρίσεως των ιδιωτικών δασών διατάξεις της δασικής νομοθεσίας. Η επίλυση των διαφορών μεταξύ των κύριων ή νομέων υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων».

3.    Η παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 3208/2003 (ΦΕΚ Α' 303/24.12.2003) αντικαθίσταται ως εξής:
«Ιδιωτικά εν γένει δάση, των οποίων η διαχείριση και εκμετάλλευση έχει από εικοσαετίας και πλέον εγκαταλειφθεί, τίθενται από την αρμόδια δασική αρχή υπό διαχείριση, για λόγους προστασίας του περιβάλλοντος και προαγωγής της εθνικής οικονομίας, σύμφωνα με τις περί διαχειρίσεως και εκμεταλλεύσεως των δημοσίων δασών ισχύουσες διατάξεις. Προϋπόθεση για την κατά τα ανωτέρω ενέργεια της δασικής αρχής, είναι η διαπίστωσή της, ότι οι κάτοχοι των δασών αυτών, παρουσιάζουν αντικειμενική αδυναμία να τα διαχειριστούν ή να τα εκμεταλλευτούν. Τα έσοδα από την εκμετάλλευση των παραπάνω δασών, μετά την αφαίρεση των πάσης φύσεως εξόδων και των δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου, αποδίδονται από το Δημόσιο νομίμως στους δικαιούχους. Κατά την απόδοσή τους, υφίσταται επιπλέον παρακράτηση, ποσοστού δέκα επί τοις εκατό (10%), το οποίο όπως και τα δικαιώματα υπέρ του Δημοσίου κατατίθενται υπέρ του Πράσινου Ταμείου στον ειδικό κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών και διατίθενται αποκλειστικά για έργα διαχείρισης, ανάπτυξης και προστασίας δασών. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, καθορίζονται οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσης παραγράφου».

4.    Στο άρθρο 117 του Δασικού Κώδικα (Ν.Δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) προστίθενται παράγραφοι 5 και 6, ως εξής:
«5. Μέχρι την 30η Αυγούστου εκάστου έτους, οι Διευθύνσεις Δασών Νομών, καταρτίζουν και εγκρίνουν, μετά από εισήγηση των οικείων Δασαρχείων, Πρόγραμμα Εκμετάλλευσης των δασικών συμπλεγμάτων ευθύνης τους για το επόμενο διαχειριστικό έτος, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις εγκεκριμένες διαχειριστικές μελέτες ή στους εγκεκριμένους πίνακες υλοτομίας Το Πρόγραμμα Εκμετάλλευσης είναι ετήσιο, συντάσσεται ανά δασικό σύμπλεγμα και περιλαμβάνει:
α) τις προς υλοτομία συστάδες και την έκταση αυτών,
β) τον τρόπο εκμετάλλευσης κάθε συστάδας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις του Δασικού Κώδικα όπως ισχύουν.
γ) τα δασοπονικά είδη, το προβλεπόμενο λήμμα ανά κατηγορία ξυλείας, το είδος υλοτομίας, τις εργασίες συντήρησης και βελτίωσης, τις ποσότητες που πρόκειται να δεσμευθούν για την κάλυψη ατομικών αναγκών, τις αναγκαίες πιστώσεις όπου απαιτούνται, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια που κρίνεται αναγκαία ανά συστάδα. Η σύνταξη και έγκριση του ανωτέρω Προγράμματος αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη των εργασιών εκμετάλλευσης εκάστου διαχειριστικού έτους. Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η τήρηση της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παρούσας για την κατάρτιση και έγκριση του Προγράμματος Εκμετάλλευσης, λόγω αδυναμίας έγκαιρης σύνταξης και έγκρισης Διαχειριστικής Μελέτης ή Πίνακα Υλοτομίας, η ως άνω προθεσμία δύναται να παρατείνεται έως την 31η Ιανουαρίου του έτους το οποίο αφορά το Πρόγραμμα Εκμετάλλευσης με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της οικείας δασικής υπηρεσίας, υποβαλλομένης ιεραρχικώς στην Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος.» «6. Ποσοστό τουλάχιστον 10% των ετήσιων εσόδων του Πράσινου Ταμείου στον κωδικό Ειδικός Φορέας Δασών που προέρχονται από την εκμετάλλευση των δασών (δημοσίων και μη δημοσίων) κατ' εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) διατίθεται αποκλειστικά από αυτό για την κάλυψη των δαπανών εκπόνησης δασοπονικών μελετών των δημοσίων δασών».

5. Μετά το άρθρο 136 του Δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) προστίθεται άρθρο 136Α ως εξής:
«Άρθρο 136Α - «Παραχώρηση της εκμετάλλευσης των δημοσίων δασών σε πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο.»
«1. Η εκμετάλλευση των δημοσίων δασών μπορεί να παραχωρείται σε πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο.
Σε κάθε συνεταιρισμό ή κοινοπραξία παραχωρείται η εκμετάλλευση τουλάχιστον μιας διαχειριστικής μονάδας, ήτοι συστάδας, αποκλειόμενης της παραχώρησης μέρους αυτής. Στις πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. μπορούν να ανατίθενται και εργασίες βελτίωσης και συντήρησης των ως άνω δασών.
2.    Η παραχώρηση της εκμετάλλευσης των συστάδων γίνεται χωρίς μίσθωμα, με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης στις πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. της περιφέρειάς της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ύστερα από αίτησή τους και μετά από σχετική εισήγηση της Διεύθυνσης Δασών του Νομού περί της νόμιμης λειτουργίας, της δυναμικότητας και της οικονομικής τους επάρκειας, επί τη βάσει ελέγχου που διενεργεί κατ' εφαρμογή της κείμενης περί αυτών νομοθεσίας.
Η παραχώρηση στις ΔΑ.Σ.Ο. γίνεται με την ακόλουθη σειρά προτίμησης:
α) στις ΔΑ.Σ.Ο των οποίων η έδρα υπάγεται στα διοικητικά όρια του Δήμου στην περιφέρεια του οποίου εμπίπτουν οι υπό παραχώρηση συστάδες.
β) στις ΔΑΣΟ, των οποίων η έδρα και οι υπό παραχώρηση συστάδες υπάγονται στα γεωγραφικά όρια του Νομού
γ) στις ΔΑΣΟ των οποίων η έδρα και οι συστάδες υπάγονται στα διοικητικά όρια της Περιφέρειας και
δ) στις ΔΑ.Σ.Ο. των οποίων η έδρα και οι συστάδες κείνται εντός της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Σε περίπτωση που δεν εκδηλωθεί ενδιαφέρον από πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, είναι δυνατόν η εκμετάλλευση να παραχωρηθεί σε πρωτοβάθμια ΔΑ.Σ.Ο. άλλης Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
3.    Της απόφασης παραχώρησης έπεται υπογραφή συμφωνητικού παραχώρησης που υπογράφεται από τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Δασών του Νομού και τον Πρόεδρο της πρωτοβάθμιας ΔΑ.Σ.Ο. Στο συμφωνητικό παραχώρησης περιλαμβάνονται οι όροι εκτέλεσης των απαραίτητων για την εκμετάλλευση, συντήρηση και βελτίωση του δάσους, δασικών εργασιών. Εάν η πρωτοβάθμια ΔΑ.Σ.Ο. παραβιάζει τους όρους του συμφωνητικού κηρύσσεται έκπτωτη και αποκλείεται η ανάθεση σε αυτήν της εκμετάλλευσης δασών για τα επόμενα 2 χρόνια με όλους τους τρόπους εκμετάλλευσης τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του δασικού κώδικα.
4.    Με Προεδρικό Διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι προϋποθέσεις, η διαδικασία, τα υποδείγματα συμφωνίας, οι εγγυήσεις, οι κυρώσεις και οι λοιπές λεπτομέρειες για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης, συντήρησης και βελτίωσης των δημοσίων δασών στις πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. Με το ως άνω προεδρικό διάταγμα καθορίζεται το τίμημα που αποδίδουν οι πρωτοβάθμιες ΔΑ.Σ.Ο. στους οικείους ΟΤΑ, και στο Φορέα Δασών του Πράσινου Ταμείου.
5.    Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν θίγονται οι διατάξεις του Δασικού Κώδικα που αφορούν την προστασία και διαχείριση των εθνικών δρυμών, αισθητικών δασών και διατηρητέων μνημείων της φύσης, οι διατάξεις του Ν. 1650/1986 περί προστατευόμενων περιοχών, όπως σήμερα ισχύουν, καθώς και κάθε άλλη διάταξη του Εθνικού και Κοινοτικού Δικαίου που αφορά προστατευόμενες περιοχές.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται για τα δάση που ανήκουν στους ΟΤΑ για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 197 του ν. 3463/2006 (Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων/ΦΕΚ Α78.6.2006), όπως ισχύουν».

6.    Μέχρι την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος της παρ. 4 του άρθρου 136Α, το οποίο προστίθεται μετά το άρθρο 136 του Δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969, ΦΕΚ Α'7/18.1.1969), με την παρ. 5 του παρόντος άρθρου, παραμένει σε ισχύ το π.δ.126/1986 (Α' 44), όπως αυτό τροποποιείται με τον παρόντα νόμο.

7.    Το εδάφιο β της παρ. 3 του άρθρου 137 του Δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) αντικαθίσταται ως εξής: «Η άνευ δημοπρασίας απόληψη δασικών προϊόντων ενεργείται μόνον δια δασικών συνεταιρισμών εργασίας και στην περίπτωση αυτή το καταβλητέο στο Δημόσιο τίμημα εάν τα δασικά προϊόντα παραλαμβάνει για λογαριασμό του ο συνεταιρισμός καθορίζεται με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Εφόσον, όμως, τα δασικά προϊόντα παραλαμβάνει το Δημόσιο από τον συνεταιρισμό, οι τιμές ανάθεσης υλοτομικών και λοιπών εργασιών συγκομιδής (ρίψη, διαμόρφωση, μετατόπιση και λοιπές εργασίες) καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας».

8.    Το εδάφιο ε) της παρ.1 του άρθρου 138 του Δασικού Κώδικα (ν.δ 86/1969 ΦΕΚ Α' 7/18.1.1969) αντικαθίσταται ως εξής: «Εφόσον πρόκειται για κάλυψη αναγκών, είτε μικροεπαγγελματιών, είτε ατομικής καταναλώσεως των κατοίκων της περιφέρειας του δασαρχείου το τίμημα, οι δικαιούχοι, τα δικαιολογητικά καθώς και κάθε συναφής λεπτομέρεια καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας».

9.    Το Π.Δ 616/1979 (183 Α) εξακολουθεί να ισχύει.

10.    Στο άρθρο 3 του Π.Δ. 126/1986 (Α' 44) προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:
"Σε περίπτωση που λόγω αδυναμίας έγκαιρης σύνταξης και έγκρισης Διαχειριστικής Μελέτης ή Πίνακα Υλοτομίας, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος (τοιχοκόλληση και έγγραφη γνωστοποίηση του προγράμματος ή σχεδίου εκμετάλλευσης), στην παρ. 1 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος (υποβολή αίτησης του Α.Δ.Σ.), στην παρ. 1 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος (απόφαση παραχώρησης εκμετάλλευσης) και στην παρ. 2 του άρθρου 3 του παρόντος διατάγματος (υποβολή δήλωσης του Α.Δ.Σ. περί αποδοχής της απόφασης παραχώρησης), οι ως άνω προθεσμίες δύναται να παρατείνονται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού, μετά από αιτιολογημένη εισήγηση της οικείας δασικής υπηρεσίας, υποβαλλομένης ιεραρχικώς στην Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος, υπό την προϋπόθεση ότι η εγκατάσταση του Α.Δ.Σ. στο δάσος με την έκδοση του σχετικού πρωτοκόλλου θα έχει συντελεστεί έως την 30η Απριλίου του οικείου διαχειριστικού έτους».

Άρθρο 49
Έναρξη ισχύος

Ο νόμος αυτός ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.Πηγή: Taxheaven