Img

Άρειος Πάγος 867/2015 Μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο

Περίληψη

Κατά το άρθρο 7 εδαφ.α’ του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ. προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 24/2014, ΑΠ 77/2013, ΑΠ 13/2012).


 
ΑΠ  867/2015    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γ. Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".......................", και το δ.τ. ".............................." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ι. του Ζ. κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2990/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6187/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-2-2014 αίτησή της και τους από 4-9-2014 πρόσθετους λόγους επ’ αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη διάβασε την από 30-1-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την παραδοχή των πρώτου, τέταρτου και δέκατου λόγων αναίρεσης, την παραδοχή των πρώτου, τέταρτου και δέκατου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, την μερική παραδοχή του δέκατου πέμπτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης(κατά το δεύτερο σκέλος του) και την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης με αριθμό 6187/2013 του Εφετείου Αθηνών και την απόρριψη των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι επ’ αυτής και να καταδικαστεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ. ...5-9-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Χ. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 14η Οκτωβρίου 2014, καθώς και κλήση για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομότυπα μεν, πλην, όμως, εκπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη με επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ....5-9-2014 έκθεση επιδόσεως της ίδιας πιο πάνω δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των από 1-9-2014 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, στο τέλος των οποίων είναι συνημμένη η πράξη κατάθεσης αυτών, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, δηλαδή τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που είχε αρχικά οριστεί για τις 14-10-2014, και πάλι με επιμέλεια της αναιρεσείουσας. Κατά την τελευταία δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε, ερήμην της αναιρεσίβλητης, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (10-2-2015).

Από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ...14-11-2014, ...14-11-2014 και ...14-11-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μ. Χ. προκύπτει ότι, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη και πάλι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και το υπ’ αριθμ. 95/2014 πρακτικό αναβολής της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης από τη δικάσιμο της 14-10-2014 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της , κατ’ άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η συζήτηση, όμως, θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α’ και γ’ ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 7 εδαφ.α’ του ν. 2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ` αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξαρτήτως αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.

Για την εφαρμογή, όμως, της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ` αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία.

Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ` ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα, ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης.

Εξάλλου, από τις προαναφερθείσες διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ. προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή, κατά την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευτικώς τις εξής δυνατότητες:

α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφ' όσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη,

β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία εκ μέρους του της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν. 2112/1920 και

γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε, εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας, ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 59, 281, 288, 648, 652, 914, 932 του Α.Κ., προκύπτει ότι αν η ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως, υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες επιχειρείται, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και ενέχει καταχρηστική ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, με αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του μισθωτού, μπορεί ο τελευταίος να αξιώσει από τον υπαίτιο, εκτός των άλλων, και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον υποβιβασμό και την ανεπίτρεπτη επαγγελματική του μείωση (ΑΠ 24/2014, ΑΠ 77/2013, ΑΠ 13/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, και ιδίως της αγωγής, από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, προς βεβαίωση λόγου αναίρεσης. Επομένως, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη του περιστατικά που δεν αναφέρονται στην αγωγή, τα οποία είναι αναγκαία για το, κατ’ άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, ορισμένο του περιεχομένου της και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεχθεί, δηλαδή, την αγωγή ως ορισμένη παρά την αοριστία της, θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αριθμός 8 λόγος αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αοριστία έχει προταθεί και ενώπιον του Εφετείου. Εξάλλου, τα στοιχεία που, κατά περίπτωση, απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγής, ώστε αυτή να είναι επαρκώς ορισμένη, κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολ.Δ, και συνακόλουθα επιδεκτική δικαστικής εκτιμήσεως, δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφό της με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις.

Το αίτημα της αγωγής μπορεί να περιέχεται οπουδήποτε στο δικόγραφο, ακόμη και στο ιστορικό, αρκεί να συνάγεται από τα όλο περιεχόμενο του δικογράφου, ιδιαίτερα δε από την αντιπαραβολή του ιστορικού με το αιτητικό. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 1-7-2008 αγωγής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε, εκτός των άλλων, ότι η αναφερόμενη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της είναι καταχρηστική, αυτή δε εμμένει στην προ της μεταβολής τήρηση των συμβατικών όρων και στην προσφορά της εργασίας της, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, την οποία δεν αποδέχθηκε η εναγομένη εργοδότρια, και έτσι την ζημίωσε και υλικά, αφού απώλεσε το μισθό που ελάμβανε από αυτή, ο οποίος, κατά το χρόνο της απόλυσης, ανερχόταν στο ποσό των 720 ευρώ μηνιαίως. Στη συνέχεια, στο αιτητικό της αγωγής, ζήτησε κατά λέξη ‘ ‘ να αναγνωρισθεί ότι η αντίδική μου οφείλει να μου καταβάλει το ποσόν των 7200 ευρώ (720 Χ 9 μήνες συν το επίδομα κανονικής αδείας) για μισθούς υπερημερίας από το μήνα Απρίλιο 2008 έως το μήνα Δεκέμβριο 2008, συμπεριλαμβανομένου του επιδόματος κανονικής αδείας 2008...’ ‘ . Δηλαδή, στο ιστορικό της ως άνω αγωγής δεν αναφέρεται ότι ζητεί μισθούς υπερημερίας η ενάγουσα, πλην όμως στο αιτητικό της ίδιας αγωγής διατυπώνει ρητά αίτημα για καταβολή μισθών υπερημερίας, οπότε, από το όλο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς την πληρότητα και το ορισμένο του σχετικού κεφαλαίου της αγωγής. Ορθώς, επομένως, το Εφετείο, στο οποίο προτάθηκε από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός περί αοριστίας της ανωτέρω αγωγής, έκρινε (σιωπηρά) ότι η αγωγή είναι ορισμένη ως προς το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας και όλα όσα υποστηρίζονται από τις περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, αιτιάσεις (και όχι από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα) στο δωδέκατο λόγο της αναίρεσης και στον συναφή δωδέκατο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, ενιαίως κρινόμενοι, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, 20/2005). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με τους λόγους από το άρθρο 559 αριθμός 8 και 14 ΚΠολΔ. Ανεξάρτητα ,πάντως, από το είδος της αοριστίας, πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει, επίσης, να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένη ή απορρίφθηκε ως αόριστη, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον ένατο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος) και τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης (κατά το σκέλη β και γ), καθώς και τους ένατο (κατά το πρώτο μέρος), ενδέκατο (κατά τα σκέλη β και γ) και δέκατο πέμπτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που εκτιμώνται ενιαία, προβάλλει την αιτίαση ότι έσφαλε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που δεν δέχθηκε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της, τους οποίους παραδεκτά είχε προβάλλει ενώπιον αυτού, ήτοι: α) Ότι η μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας της, που επικαλείται η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, δεν θεμελιώνει αξίωση για μισθούς υπερημερίας, παρά μόνο για αποζημίωση απόλυσης, β) Ότι η αγωγή ήταν αόριστη και γ) Ότι η αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη. Όσον αφορά την υπό στοιχείο β’ αιτίαση, με την οποία η αναιρεσείουσα, κατ’ εκτίμηση, αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο σχετικός λόγος είναι αόριστος, καθόσον δεν επικαλείται αυτή: 1) το περιεχόμενο της αγωγής κατά τα κύρια σημεία, ως προς τα οποία κρίθηκε ορισμένη, 2) το νομικό σφάλμα της απόφασης και 3) τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε από την αντιπαραβολή αυτών να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης. Εξ άλλου, αόριστοι είναι και κατά τα λοιπά οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, κατ’ ορθή υπαγωγή, είναι από τον αριθμό 1 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια ή ποιες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου παραβιάστηκαν, β) ποιο το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα και γ ) ποιες οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως αποδειχθέντα για να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ. Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκείς αιτιολογίες) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ. 115/2012). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μετ’ επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ".............................", η οποία το έτος 2005 μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία , που είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, το Δεκέμβριο του έτους 2002 αρχικά προφορικά και στις 2-1-2003 και με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως υπάλληλος γραφείου - βοηθός λογιστή στην επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας σαπουνιού, που διατηρεί η τελευταία στον ... Αττικής, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, από ώρα 06.00 έως 14.30 ημερησίως, και μηνιαίες αποδοχές 583,43 ευρώ. Ότι ομόρρυθμα μέλη και συνδιαχειριστές της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας ήταν ο πατέρας της ενάγουσας Ζ. Μ. και ο αδελφός του Ν. Μ., με ποσοστό συμμετοχής 50 % έκαστος. Ότι από τη σύσταση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....................." και το διακριτικό τίτλο "Α. Α.Ε." ο πατέρας της ενάγουσας ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Δέχεται, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι από την πρόσληψη της ενάγουσας και μέχρι τις 31-3-2008 αυτή μετέβαινε από τη ... Αττικής, όπου κατοικούσε με την οικογένειά της, στον τόπο της εργασίας της (... Αττικής) με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που η εναγομένη είχε παραχωρήσει στον πατέρα της, ως Πρόεδρο του Διοικητικού της Συμβουλίου. Ότι ο τελευταίος, λόγω προβλημάτων που ανέκυψαν στις μεταξύ αυτού και της συζύγου του σχέσεις, μετοίκησε από τη συζυγική οικία (και οικία της ενάγουσας), που βρίσκεται στη ... Αττικής και επί της οδού ..., στις 29-3-2008, αλλά, παρά ταύτα, στις 31-3-2008 παρέλαβε την ενάγουσα και τον αδελφό της Γ., ο οποίος, επίσης, εργαζόταν στην εναγομένη, από την οικία τους και τους μετέφερε στον τόπο της εργασίας τους. Ότι στις 8-4-2008 ο Ζ. Μ. απέστειλε στη σύζυγό του, την ενάγουσα και το γυιό του την από 4-4-2008 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι η νέα διεύθυνσή του βρίσκεται στον ... Αττικής και ότι πλέον δεν είναι σε θέση να μεταφέρει τα τέκνα του στον τόπο της εργασίας τους. Συνεχίζοντας το Εφετείο δέχεται ότι, απαντώντας στο ανωτέρω εξώδικο, η ενάγουσα απέστειλε στις 15-4-2008 στον πατέρα της την από 10-4-2008 εξώδικη απάντηση, με την οποία του γνωστοποίησε ότι, λόγω στέρησης του μεταφορικού μέσου για τη μετάβασή της σ τον τόπο της εργασίας της και επιστροφής στην οικία της, η οποία συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, έχει καταστεί αδύνατη η μετάβασή της στον ως άνω τόπο, αφού η ίδια δεν διαθέτει μεταφορικό μέσο και η έγκαιρη μετάβασή της στον τόπο της εργασίας της με τα μέσα μαζικής μεταφοράς απαιτούσε χρόνο τριών (3) περίπου ωρών.

Ότι στις 3-4-2008 η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και διαμαρτυρήθηκε για τη στέρηση του ως άνω μεταφορικού μέσου, την οποία θεώρησε ως βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της. Ότι, κατά το Εφετείο, η από μέρους της εναγομένης μη παροχή καθημερινώς στην ενάγουσα μέσου μετάβασης από την οικία της προς τον τόπο της εργασίας της και το αντίστροφο, όπως συνέβαινε επί μακρά σειρά ετών (εξαετία περίπου), σταθερά, τακτικά και μόνιμα, με συνέπεια να διαμορφωθεί σιωπηρά όρος της εργασιακής της σύμβασης περί αυτού, αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της, διότι της στερεί τη δυνατότητα μετάβασής της στον τόπο της εργασίας της και επιστροφής της από αυτόν, αφού αυτή στερείται μεταφορικού μέσου και για την έγκαιρη (ώρα 06.00) προσέλευση στον τόπο της εργασίας της με τα μέσα μαζικής μεταφοράς απαιτούνται τρεις (3) περίπου ώρες, αφού πρέπει να χρησιμοποιήσει τρία (3) μέσα μαζικής μεταφοράς και να διανύσει πεζή στον ... 3/4 της ώρας.

Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι αυτή (ενάγουσα) αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία της, αφού από 1-4-2008 και εντεύθεν δεν προσήλθε να εργασθεί, καίτοι στις 29-4-2008 της κοινοποίησε την από 24-4-2008 εξώδικη δήλωση, με την οποία την καλούσε να προσέλθει στην εργασία της, δηλώνοντάς της ότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα θεωρούσε τη συμπεριφορά της ως οικειοθελή αποχώρηση, όπως και έπραξε με την κοινοποίηση σ’ αυτή στις 5-5-2008 σχετικής εξώδικης δήλωσης και αναγγελίας της οικειοθελούς αποχώρησής της στον ΟΑΕΔ, εν όψει των προεκτεθέντων, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ότι, εφόσον η ενάγουσα αξίωσε την τήρηση της εργασιακής της συμβάσεως, όπως ίσχυε πριν τη μεταβολή, η δε εναγομένη δεν αποδέχθηκε την αξίωση αυτή, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας από 1-4-2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 6.840 ευρώ (9 μήνες Χ 720 ευρώ καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός = 6.480 ευρώ +360 ευρώ επίδομα αδείας 2008). Μετά τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση , αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, και στη συνέχεια δέχθηκε ως εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσία την αγωγή της τελευταίας και:
α) αναγνώρισε ότι η μη παραχώρηση από την εναγομένη στην ενάγουσα μεταφορικού μέσου για τη μετάβασή της από και προς τον τόπο της εργασίας της συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας της,
β) υποχρέωσε την εναγομένη να απασχολεί την ενάγουσα πραγματικά και να αποδέχεται την εργασία της με την προσφορά μεταφορικού μέσου σε αυτή για τη μετάβασή της από και προς τον τόπο της εργασίας της, ανάλογο με αυτό που της παρείχε από της προσλήψεώς της και μέχρι του χρόνου της βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της,
γ) υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας και επίδομα αδείας 2008,
δ) απήγγειλε σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους 20.000 ευρώ για την περίπτωση παράβασης από μέρους της του διατακτικού της εν λόγω απόφασης κ.λπ.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν (άρθρα 648, 652, 656 εδ. α, 281, 288, 349-351 του ΑΚ, 7 εδ. α’ του ν. 2112/1920), εφόσον δεν αναφέρονται σε αυτή:
α) τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη σιωπηρής συμφωνίας για τη μεταφορά της ενάγουσας στον τόπο της εργασίας της (πρόταση και αποδοχή), ούτε ποιο ήταν το κριτήριο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη για να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό, αλλά ούτε και ο ακριβής χρόνος κατάρτισης της συμφωνίας αυτής,
β) ποιο όργανο της αναιρεσείουσας συμφώνησε για τον τρόπο μεταφοράς της αναιρεσίβλητης και αν ήταν αρμόδιο για την κατάρτιση μιας τέτοιας σύμβασης,
γ) από ποιο όργανο της αναιρεσείουσας αποφασίστηκε η μεταβολή της ως άνω σιωπηρής συμφωνίας, της μη μεταφοράς πλέον της αναιρεσίβλητης από την οικία της στον τόπο της εργασίας της και το αντίστροφο και
δ) αν η ανωτέρω μεταβολή ήταν δικαίωμα το οποίο είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της η εργοδότρια ή αν συνέτρεχε κάποια άλλη εξαιρετική περίπτωση (από ελευθεριότητα και ανακλητική παροχή ή παροχή που δόθηκε προς αντιμετώπιση λειτουργικών αναγκών) και πραγματικά περιστατικά από τα οποία να συνάγεται η βούληση της αναιρεσείουσας όπως, στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας υπό τη μορφή καθορισμού του περιεχομένου της σύμβασης εργασίας από τα μέρη, διατηρήσει αμετάβλητη τη μεταφορά της αναιρεσίβλητης που προεκτέθηκε σε κάθε περίπτωση. Περαιτέρω, ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η μεταφορά της αναιρεσίβλητης στην εργασία της και η επιστροφή στην οικία της γινόταν από τον πατέρα της Ζ. Μ., ο οποίος ήταν διαχειριστής της εταιρείας με την επωνυμία ".....................", η οποία την προσέλαβε, και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, με το υπ’ αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που η τελευταία του είχε παραχωρήσει λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του και ότι ο πατέρας της αρνείται από την 1-4-2008 και εφεξής την ως άνω μεταφορά της, στη συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι η εναγομένη εταιρεία δεν παρέχει στην αναιρεσίβλητη καθημερινά μέσο μεταφοράς της, όπως συνέβαινε επί μακρά σειρά ετών.

Επομένως, ο πρώτος και ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου και οι συναφείς πρώτος, τέταρτος και δέκατος πέμπτος (κατά το δεύτερο σκέλος) λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, οι οποίοι εκτιμώνται ενιαία, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά ταύτα και επειδή παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 6187/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: Taxheaven