Img

ΑΠ 991/2015 Απόλυση χωρίς αποζημίωση λόγω υποβολής μήνυσης προς τον εργαζόμενο. Αναβίωση υποχρέωσης εργοδότη για αποζημίωση εφόσον ο εργαζόμενος απαλλαγεί από τις κατηγορίες. Απαιτείται όχληση προς τον εργοδότη, η οποία μπορεί και να είναι και η δήλωση ε


Περίληψη
Από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων  5 παρ.1 του ν. 2112/1920, και άρθρου 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση ή είχε κατ’ αυτού απαγγελθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.

Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.

Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή, πάντως, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, με επαναπρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 1106/2000, ΑΠ 1829/1999).

Είναι ισοδύναμη με δήλωση επιθυμίας για είσπραξη της οφειλομένης αποζημιώσεως η δήλωση του απολυμένου εργαζομένου προς τον εργοδότη, με την οποία ζητείται η επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση, από την οποία είχε απολυθεί, εφόσον και η δήλωση αυτή συνιστά όχληση του εργοδότη, προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την προηγούμενη άτακτη καταγγελία και να εκδηλωθεί η βούλησή του, είτε για αναβίωση της εργασιακής σύμβασης, με την επαναπρόσληψη είτε για την οριστικοποίηση της λύσης της, με την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 1829/1999).


ΑΠ  991/2015    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προε δρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Πρωτοβάθμιου Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Παναγίτσας", νομίμως εκπροσωπουμένου, που εδρεύει στην Παναγίτσα του Δήμου ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευθύμιου Καυκόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ν. Κ. του Ι., κατοίκου ... του Δήμου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Αχτσιόγλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1054/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 16-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 11-11-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 16-11-2013 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 226/26-11-2013 αίτηση του Πρωτοβάθμιου Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Παναγίτσας" κατά του Ν. Κ., περί αναιρέσεως της 1054/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 2112/1920 "δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι’ αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου, "υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ν. 3198/1955, "αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα.

Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ’ αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως".


Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από τον εργοδότη χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απολύσεως, επειδή είχε υποβληθεί εναντίον του εργαζομένου μήνυση ή είχε κατ’ αυτού απαγγελθεί κατηγορία για ποινικό αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, τότε, μετά την απαλλαγή του τελευταίου αναβιώνει η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αποζημίωσης, ώστε η (χωρίς αποζημίωση) καταγγελία να καταστεί έγκυρη.

Η υποχρέωση αυτή του εργοδότη δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά απαιτείται προηγούμενη όχληση από τον εργαζόμενο, η οποία συντελείται με κοινοποίηση στον εργοδότη του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής απόφασης και την ταυτόχρονη δήλωση του εργαζομένου ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεως.

Για να διατηρήσει το κύρος της καταγγελίας και να αποτρέψει την περιέλευσή του σε υπερημερία, ο εργοδότης πρέπει να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση αμέσως ή, πάντως, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από τη λήψη της, κατά τα προαναφερόμενα, όχλησης του εργαζομένου, εκτός αν επιθυμεί τη συνέχιση της εργασιακής σύμβασης, με επαναπρόσληψη του τελευταίου (ΑΠ 1106/2000, ΑΠ 1829/1999).

Είναι ισοδύναμη με δήλωση επιθυμίας για είσπραξη της οφειλομένης αποζημιώσεως η δήλωση του απολυμένου εργαζομένου προς τον εργοδότη, με την οποία ζητείται η επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση, από την οποία είχε απολυθεί, εφόσον και η δήλωση αυτή συνιστά όχληση του εργοδότη, προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την προηγούμενη άτακτη καταγγελία και να εκδηλωθεί η βούλησή του, είτε για αναβίωση της εργασιακής σύμβασης, με την επαναπρόσληψη είτε για την οριστικοποίηση της λύσης της, με την καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 1829/1999).



Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 36/1988, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 129/2014, 1632/2013). Με αυτό το λόγο αναίρεσης (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΑΠ 247/2014, 306/2014). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, 38/2008). Με τον ίδιο λόγο (ΚΠολΔ 559 αρ.1) ελέγχεται και η νομική αοριστία του δικογράφου της αγωγής. Εκτός, όμως, της νομικής υπάρχει και η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής. Ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ’ αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ενώ ποιοτική αοριστία υπάρχει όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής, η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρο 559 αρ.8 και αρ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 225/2014, 13/2014).
2.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι είναι απόφοιτος Λυκείου και από την 1.9.1984 παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα συνεταιρισμό, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως λογιστής, ταμίας, διαχειριστής γεωργικών εφοδίων και υπεύθυνος άσκησης αγροτικής πίστης, εργαζόμενος επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (Δεύτερα έως και Παρασκευή) από 7:30 μέχρι 15:30 από Δευτέρα μέχρι Πέμπτη και από ώρα 7:30 μέχρι 14:30 την Παρασκευή, έναντι των νομίμων αποδοχών που προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων (ΑΣΟ)". Ότι την 14.4.2006 ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, επειδή λόγω προηγουμένης μηνύσεως του εναγομένου, είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για άμεση συνέργεια σε απιστία σε βάρος του μηνυτή εργοδότη του και για υπεξαίρεση χρημάτων του τελευταίου, ιδιαίτερης μεγάλης αξίας. Ότι με την με αριθμό 217/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας καταδικάστηκε για την τέλεση των ανωτέρω πράξεων, όμως, κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους του εφέσεως κατά της ανωτέρω απόφασης, με την 3761/2008 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αθωώθηκε (απαλλάχθηκε) επί της ουσίας από τις ανωτέρω κατηγορίες. Ότι την 10.2.2009 κοινοποίησε στον εναγόμενο την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την ίδια ημέρα κοινοποίησε την από 30.1.2009 εξώδική δήλωση και πρόσκλησή του, με την οποία του δήλωνε ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του πραγματικά και κατά τον προσήκοντα τρόπο και τον καλούσε να τις αποδεχθεί, πλην, όμως, ο εναγόμενος δεν τον επαναπροσέλαβε, ούτε του κατέβαλε μέσα σε εύλογο χρόνο από την ανωτέρω κοινοποίηση της εφετειακής απόφασης τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι κατά το χρόνο καταγγελίας της συμβάσεώς του ήταν έγγαμος και πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων. Με βάση το ιστορικό αυτό και ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, ζήτησε, κατά την κυρία βάση της αγωγής του: α) να αναγνωριστεί, για τον προαναφερόμενο λόγο (της μη καταβολής της αποζημιώσεως εντός ευλόγου χρόνου από της επιδόσεως της αθωωτικής αποφάσεως), η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας που τον συνέδεε με τον εναγόμενο, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει 1) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11.2.2009 μέχρι 31.12.2009, το ποσό των 21.560,32 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου, για τον οποίο αυτές οφείλονται, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, 2) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2009 το ποσό των 684,49 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1.5.2009 ως την εξόφληση, 3) για επίδομα Χριστουγέννων 2009 το ποσό των 2.162,68 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1.1.2010 ως την εξόφληση και 4) για επίδομα αδείας έτους 2009 το ποσό των 1.038 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 1.1.2010 ως την εξόφληση και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται την πραγματικά και προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του κάθε εργάσιμη ημέρα και να τον απασχολεί με τους ίδιους όρους της σύμβασης εργασίας, που υπήρχαν πριν γίνει η άκυρη απόλυση, με απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ ως μέσο εκτέλεσης για κάθε παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης. Επικουρικά, για τη περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής του, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, την οποία προσδιόρισε σε 31.581,21 ευρώ, με βάση το χρόνο εργασίας του στον εναγόμενο που υπερέβαινε τα 21 έτη και τις καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του, οι οποίες, σύμφωνα με την από 1.8.2006 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ)", την αναγνωρισθείσα από τον εναγόμενο προϋπηρεσία του, την οικογενειακή του κατάσταση και την κατηγορία του ως αποφοίτου Λυκείου, ανέρχονταν σε 1.592,33 ευρώ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, αφού περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 2 του ν. 2112/1920, 7 του ν. 3198/1955 και 340 ΑΚ στοιχεία. Ειδικότερα, όσον αφορά την περιέλευση του αναιρεσείοντος εναγομένου σε υπερημερία, σαφώς εκτίθεται ότι με την κοινοποίηση της αθωωτικής αποφάσεως επιδόθηκε σ’ αυτόν και δήλωση του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος με την οποία ζητείται η επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση από την οποία είχε απολυθεί, η οποία είναι ισοδύναμη με δήλωση επιθυμίας για είσπραξη της οφειλομένης αποζημιώσεως και η δήλωση αυτή συνιστά όχληση του εργοδότη, προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την προηγούμενη άτακτη καταγγελία και να εκδηλωθεί η βούλησή του, είτε για αναβίωση της εργασιακής σύμβασης, με την επαναπρόσληψη είτε για την οριστικοποίηση της λύσης της, με την καταβολή της αποζημίωσης. Για το ορισμένο και συγκεκριμένο της όχλησης δεν απαιτείτο ως επιπλέον στοιχείο και η αναφορά του ύψους της οφειλομένης αποζημιώσεως, το οποίο μπορούσε ευχερώς να προσδιοριστεί από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα εναγόμενο, με βάση τα γνωστά σ’ αυτόν στοιχεία προσδιορισμού του, δηλαδή τα έτη που αυτός απασχόλησε τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα και το ύψος του κατά το χρόνο καταγγελίας της συμβάσεως υπ’ αυτού καταβαλλομένου μηνιαίου μισθού στον τελευταίο. Με το να δεχθεί, επομένως, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του την αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ούτε παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με το υπό στοιχείο Α1 μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη καίτοι σ’ αυτή δεν αναφερόταν ότι έγινε συγκεκριμένη όχληση του εναγομένου με την οποία να ζητείται η αποζημίωση απόλυσής του, ενώ με το υπό στοιχείο Α2 μέρος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι έκρινε την αγωγή ορισμένη, παρά το ότι δεν γινόταν σ’ αυτή επίκληση του ότι ο ενάγων προέβη σε όχληση του εναγομένου με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δηλαδή με δήλωσή του ότι επιθυμεί να εισπράξει την αποζημίωση απολύσεώς του και ότι αυτός περιήλθε σε υπερημερία περί την καταβολή της αποζημιώσεως, δέχθηκε δηλαδή πράγματα που [δήθεν] δεν προτάθηκαν, είναι αβάσιμος.
3.Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Ο ενάγων, το έτος 1984, κατάρτισε εγγράφως με τον εναγόμενο, που τότε έφερε την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΑΝΑΓΙΤΣΑΣ", την από 1.9.1984 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος του ανέθεσε τα καθήκοντα του λογιστή, ταμία, διαχειριστή και υπεύθυνου άσκησης της αγροτικής πίστης. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων παρείχε τις συμφωνημένες υπηρεσίες και, συγκεκριμένα: α) ως λογιστής κατηύθυνε και παρακολουθούσε την εφαρμογή του όλου λογιστικού συστήματος του συνεταιρισμού, την τήρηση των προβλεπόμενων από το νόμο λογιστικών βιβλίων Γ’ κατηγορίας, τη λογιστική διατύπωση στα αντίστοιχα βιβλία, την έκδοση και τήρηση των απαραίτητων για το λογιστήριο στοιχείων (τιμολογίων, διπλοτύπων εισπράξεων και πληρωμών κλπ.), την καταχώριση των παραστατικών, την παρακολούθηση της μισθοδοσίας του προσωπικού, τη σύνταξη μισθοδοτικών καταστάσεων, καταστάσεων ασφαλιστικών εισφορών εργαζομένων, δηλώσεων ΦΠΑ, εισφοράς ΕΛΓΑ και ΦΜΥ, ετήσιων ισολογισμών και αποτελεσμάτων χρήσης, το χειρισμό λογιστικών μηχανών για την πραγματοποίηση λογιστικών καταχωρήσεων, την έκδοση δελτίων ποσοτικής παραλαβής των προϊόντων των παραγωγών, τη σύνταξη καταστάσεων πληρωμών των αγροτικών προϊόντων που παραλάμβανε ο συνεταιρισμός και την έκδοση εκκαθαριστικών σημειωμάτων για τους παραγωγούς, β) ως ταμίας είχε αναλάβει την υπεύθυνη διαχείριση του ταμείου του συνεταιρισμού, την έκδοση εντολών πληρωμής και γραμματίων είσπραξης, τη διενέργεια εισπράξεων και πληρωμών χρηματικών ποσών, την ανάληψη και κατάθεση χρημάτων από και σε τράπεζες, γ) ως διαχειριστής γεωργικών εφοδίων είχε αναλάβει τις παραγγελίες και αγορές γεωργικών εφοδίων (λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων) από προμηθευτές, την πώληση αυτών στους παραγωγούς, την έκδοση σχετικών παραστατικών, την είσπραξη της αξίας των εφοδίων από τους αγοραστές παραγωγούς και τις πληρωμές των προμηθευτών και δ) ως υπεύθυνος άσκησης αγροτικής πίστης είχε αναλάβει την είσπραξη βραχυπρόθεσμων δανείων από την Αγροτική Τράπεζα, μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού και τη χορήγησή τους στα μέλη αυτού, τον εκτοκισμό δανείων, την είσπραξη από τους συνεταίρους και την απόδοση στην ΑΤΕ των δόσεων και δανείων. Στις 24.10.2005 το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου εγχείρησε στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας την από 20.10.2005 μηνυτήρια αναφορά, στην οποία κατήγγειλε αξιόποινες πράξεις σε βάρος του, με αποτέλεσμα να ασκηθεί ποινική δίωξη, μεταξύ άλλων, και σε βάρος του ενάγοντος για τα αδικήματα της άμεσης συνέργειας σε απιστία σε βάρος του εναγομένου και της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού. [...]. Στη συνέχεια και κατόπιν της ανωτέρω μηνυτήριας αναφοράς του εναγομένου, συντάχθηκε την 10.2.2006 κλητήριο θέσπισμα το οποίο επιδόθηκε την 16.2.2006 στον ενάγοντα με την υπ’ αριθ. 61/2006 κλήση, ο οποίος παραπέμφθηκε να δικαστεί για τις ανωτέρω πράξεις στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Έδεσσας και ορίστηκε δικάσιμος η 5η Απριλίου 2006. Μετά τη γνώση της άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του ενάγοντος και την παραπομπή του στο εν λόγω ποινικό δικαστήριο για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις σε βάρος του εναγομένου, το Διοικητικό Συμβούλιο του τελευταίου, συνεδρίασε την 13.4.2006 και αποφάσισε, μεταξύ άλλων, με το υπ’ αριθ. 290/13.4.2006 πρακτικό συνεδρίασής του, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, την 18.4.2006, ο Πρόεδρος του ΔΣ του εναγομένου γνωστοποίησε στον ενάγοντα την από 14.4.2006 έγγραφη "ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ EΡΓΑΣΙΑΣ ΛΟΓΩ ΑΣΚΗΣΕΩΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΩΞΗΣ", με την οποία κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να του καταβάλει αποζημίωση. Στη συνέχεια ο ενάγων καταδικάστηκε με την 217/14.3.2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας για άμεση συνέργεια στη πράξη της απιστίας σε βάρος του εναγομένου συνεταιρισμού και για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από κοινού, σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοχτώ (18) μηνών. Κατόπιν έφεσης που άσκησε ο ενάγων κατά της υπ’ αριθ. 217/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3761/25.9.2008 απόφαση του Β’ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ενάγων κρίθηκε αθώος για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις. Την ανωτέρω απόφαση, ο ενάγων κοινοποίησε στον εναγόμενο την 10.2.2009 μαζί με την από 30.1.2009 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθ. ... και ...10.2.2009 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Έδεσσας Ν. Μ.), με την οποία δήλωνε στον τελευταίο, ότι εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του πραγματικά και κατά τον προσήκοντα τρόπο και τον καλούσε να τις αποδεχθεί, ώστε να παύσει η υπερημερία του ως προς την αποδοχή αυτών. Ο εναγόμενος, όμως, παρά την κοινοποίηση της ανωτέρω απαλλακτικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν επαναπροσέλαβε τον ενάγοντα στην υπηρεσία του, μη αποδεχόμενος την προσφορά της εργασίας του, ούτε όμως του κατέβαλε μέχρι την κατάθεση της κρινόμενης αγωγής, αλλά και μέχρι σήμερα, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, μη συμμορφούμενος προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 7 του ν. 3198/1955. Εξάλλου, η ανωτέρω εξώδικη δήλωση του ενάγοντα προς τον εναγόμενο για την επαναπρόσληψή του, ισοδυναμεί με την άσκηση της αξίωσης για καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως. Με δεδομένα τα ανωτέρω, η μη καταβολή εντός ευλόγου χρόνου της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης από τον εναγόμενο στον ενάγοντα, μετά την κοινοποίηση προς αυτόν της ως άνω απαλλακτικής απόφασης, καθιστά άκυρη την καταγγελία και, συνεπώς, η εργασιακή σχέση μεταξύ των διαδίκων αναβίωσε και ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος ως προς την αποδοχή της προσφερόμενης εργασίας του, ως εκ τούτου δε του οφείλει μισθούς υπερημερίας για τον μετά την κοινοποίηση της απαλλακτικής απόφασης χρόνο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε περαιτέρω ότι "το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε ίδια και αναγνώρισε την ακυρότητα της επίδικης καταγγελίας, ενώ επιδίκασε για την αιτία αυτή, ως μισθούς υπερημερίας, το συνολικό ποσό των 21.322,76 ευρώ, δεν έσφαλε" και απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Έκρινε δηλαδή το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και τη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, ότι "η δήλωση του εργαζομένου στην ανωτέρω κοινοποίηση της απαλλακτικής απόφασης προς τον εργοδότη του, με την οποία ζητεί την επαναπρόσληψή του, θα πρέπει να θεωρηθεί ισοδύναμη με την άσκηση της αξίωσης για καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεως", ότι με την προαναφερόμενη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, δεν ζητήθηκε μεν η καταβολή της αποζημίωσης απολύσεως, αλλά η επαναπρόσληψή του στην ίδια θέση από την οποία είχε απολυθεί, η δήλωση, όμως, θεωρείται ισοδύναμη προς την άσκηση της αξίωσης για την πληρωμή της αποζημίωσης, εφόσον συνιστά όχληση του εργοδότη (δηλαδή του αναιρεσείοντος), προκειμένου να αρθεί η εκκρεμότητα από την προηγούμενη άτακτη καταγγελία και να εκδηλωθεί η βούλησή του, είτε για αναβίωση της εργασιακής σύμβασης, με την επαναπρόσληψη είτε για την οριστικοποίηση της λύσης της, με την καταβολή της αποζημίωσης. Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, και μάλιστα εκτενείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου. Ειδικότερα, με σαφήνεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η επίδοση της αθωωτικής απόφασης ταυτόχρονα με την προαναφερομένη δήλωση δεν έγινε απλώς προς γνώση του περιεχομένου της από τον αναιρεσείοντα, αλλά περιείχε ταυτόχρονα και σαφή και ορισμένη όχληση για καταβολή της αποζημιώσεως απόλυσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση πλήττεται για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες σχετικά με την όχληση που έγινε από τον αναιρεσίβλητο προς τον αναιρεσείοντα την 10.2.2009 για την καταβολή της αποζημιώσεως απολύσεώς του και προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4.Επειδή, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται, επί πλέον, στην προσβαλλόμενη απόφαση η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, ήτοι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ως προς το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης του αναιρεσιβλήτου, για την οποία έγινε παραπάνω λόγος (ΚΠολΔ 559 αρ.1). Το Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου δεν περιέχει αίτημα καταβολής της αποζημίωσης απολύσεως, αλλά εφόσον η επαναπρόσληψή του δεν ήταν υποχρεωτική για τον εργοδότη (τον αναιρεσείοντα), θεώρησε - ορθώς - τη δήλωση "ισοδύναμη με την άσκηση της αξίωσης για την πληρωμή αποζημίωσης", υπό την έννοια ότι συνιστά όχληση του εργοδότη, προκειμένου να άρει την εκκρεμότητα από την προηγηθείσα άτακτη καταγγελία της συμβάσεως και να εκδηλώσει τελειωτικά τη βούληση του, είτε για την αναβίωση της σχέσεως εργασίας, με την επαναπρόσληψη (όπως ζητούσε ο αναιρεσίβλητος) είτε για την οριστικοποίηση της λύσεώς της, με την καταβολή της αποζημιώσεως (όπως είχε δικαίωμα να πράξει ο αναιρεσείων). Συνακόλουθα, δεν υπάρχει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, αφού δεν διαπιστώθηκε ότι υπάρχει κενό η ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσίβλητου, που περιείχε η εξώδικη δήλωσή του, ώστε να αναζητηθεί η αληθινή βούλησή της ή να ερμηνευθεί αυτή κατά την καλή πίστη ή τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 173, 200). Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αυτός της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
5.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-11-2013 και με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 226/26.11.2013 αίτηση του πρωτοβάθμιου αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Αγροτικός Συνεταιρισμός Παναγίτσας" κατά του Ν. Κ., περί αναιρέσεως της 1054/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 9η Ιουνίου 2015. -Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Ιουλίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΠηγή: Taxheaven