Img

ΑΠ 1134/2015 Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μί




Περίληψη
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. Έτσι, ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και, γενικά, τους όρους παροχής αυτής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε, όμως, με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα καταχρηστικά.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 652 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α` του ν. 2112/1920, που ορίζει ότι πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλαπτική για τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, συνάγεται ότι μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται με αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή
β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως ή
γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 1221/2013).

Εξ άλλου, από τα άρθρα 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 809/2014, 1694/2012).
Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.

Επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί η σύμβαση εργασίας λύθηκε με καταγγελία, αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας (ΑΠ 1694/2012).





ΑΠ  1134/2015    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 12η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Μ. Δ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σάββα Ενωτιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΉΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "........................................", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία` παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Κουρέντα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1342/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 287/2013 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 15-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 30-4-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθούν οι δεύτερος, τρίτος τέταρτος και πέμπτος λόγοι της από 15-10-2014 με αριθ. Εκθέσεως καταθέσεως 1027/5-12-2014 αίτησης του Μ. Δ. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ".........................", περί αναίρεσης της 287/2013 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής . Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση εργασίας η ρύθμιση κάθε θέματος που ανάγεται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχειρήσεως για την επίτευξη των σκοπών της ανήκει στον εργοδότη και αποτελεί εκδήλωση του διευθυντικού δικαιώματος αυτού. Έτσι, ο εργοδότης δικαιούται να καθορίζει το είδος, τον τόπο, το χρόνο, τις συνθήκες εργασίας και, γενικά, τους όρους παροχής αυτής, εφόσον αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση, πάντοτε, όμως, με το βασικό περιορισμό που τίθεται από τα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ, με την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα καταχρηστικά.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 652 ΑΚ με τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α` του ν. 2112/1920, που ορίζει ότι πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλαπτική για τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, για την οποία ισχύουν οι διατάξεις του εν λόγω νόμου, συνάγεται ότι μονομερής μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη που γίνεται με αθέτηση της εργασιακής συμβάσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους:
α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή
β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως ή
γ) να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει την τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 1221/2013).

Εξ άλλου, από τα άρθρα 669 παρ.2 ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία έγινε.

Η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 809/2014, 1694/2012).

Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων.

Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.

Επί αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών, γιατί η σύμβαση εργασίας λύθηκε με καταγγελία, αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη, γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.

Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους, που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας (ΑΠ 1694/2012).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς είτε να προκύπτει από αυτήν έμμεσα, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπιστώσεως ή, ακόμα, και παρά τη διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως και με τον τρόπο αυτό καθιστά φανερό ότι βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, που δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της. Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται σ' αυτές. Παραβιάζονται δε οι εν λόγω κανόνες, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της δηλώσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 756/2014). 2.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία λειτουργεί τον τηλεοπτικό σταθμό με την επωνυμία ....................., με έδρα στην…, όπου διατηρεί εγκαταστάσεις και απασχολεί τη συντριπτική πλειοψηφία του προσωπικού της. Ο ενάγων προσλήφθηκε αρχικά στις 3-9-2003 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία την 1-2-2007 μετατράπηκε σ' αορίστου χρόνου. Με την τελευταία σύμβαση εργασίας, όπως και με την προηγούμενη, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να εργασθεί ως δημοσιογράφος - παρουσιαστής για τις ανάγκες του ενημερωτικού - ειδησεογραφικού προγράμματος του παραπάνω τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον όρο 2 της εν λόγω σύμβασης, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτής και εφόσον αποφασισθεί σχετικά από τη Διοίκηση της εταιρείας, αυτός ανέλαβε την υποχρέωση: "
... α) να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει δελτία ειδήσεων του σταθμού, αν χρειασθεί και όποτε το απαιτήσουν οι ανάγκες του προγράμματος, των οποίων η ημέρα, η ώρα και η ακριβής διάρκεια θα καθορίζονται από την εταιρεία. Περαιτέρω, να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει έκτακτα δελτία ειδήσεων ή και έκτακτες εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού περιεχομένου, όταν κριθεί αναγκαίο από την εταιρεία και ειδικότερα όταν η επικαιρότητα και οι ανάγκες του προγράμματος το απαιτούν ανεξαρτήτως ζώνης, ημέρας, ώρας και χρονικής διάρκειάς τους,
β) να παρουσιάζει ή και να συμπαρουσιάζει τηλεοπτικές εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού περιεχομένου και γ) να συμμετέχει, εφόσον του ζητηθεί από την εταιρεία
i) στις συσκέψεις - συναντήσεις που αφορούν θέματα του αντικειμένου του και
ii) στις κάθε είδους εκδηλώσεις της εταιρείας...". Στις αρχές του έτους 2009 η εναγομένη, ενόψει του ότι κατά το έτος 2008 παρουσίασε μεγάλες ζημίες, αναγκάσθηκε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των υπηρεσιών της, το οποίο περιλάμβανε αφενός τη μείωση των δαπανών της και αφετέρου την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των εργαζομένων της που θα παρέμεναν, δεδομένου ότι στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος αναδιάρθρωσης τέθηκε το Φεβρουάριο του έτους 2009 σε εφαρμογή πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου του προσωπικού της. Στο πρόγραμμα αυτό, το οποίο αρχικά είχε διάρκεια μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου 2009, τέθηκε δε πάλι σε ισχύ από τις 19-6-2009 μέχρι 31-8-2009, εντάχθηκαν πολλοί συνάδελφοι του ενάγοντος, οι οποίοι, κάνοντας χρήση προνομιακών δυνατοτήτων, αποχώρησαν από τον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης και έτσι η τελευταία πέτυχε με τον τρόπο αυτό να μειώσει το προσωπικό της, χωρίς να προβεί σ' απολύσεις. Στις 13-4-2009 και ενώ η πρώτη φάση του προγράμματος εθελουσίας εξόδου είχε ήδη λήξει, διαμηνύθηκε στον ενάγοντα, ο οποίος σημειωτέον δεν είχε ενταχθεί στο εν λόγω πρόγραμμα, η απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών της εναγομένης, Β. Π., να απασχολείται αυτός πλέον, ως δημοσιογράφος, στο πολιτικό ρεπορτάζ του σταθμού και όχι να παρουσιάζει, όπως μέχρι τότε, δελτία ειδήσεων και ενημερωτικές εκπομπές, ενόψει και της προηγηθείσης αποφάσεως της εναγομένης να μη μεταδίδει ήδη από τις αρχές Απριλίου 2009 νυχτερινό δελτίο ειδήσεων, το οποίο παρουσίαζε κυρίως ο ενάγων. Το δικαίωμα της εναγομένης για αλλαγή των καθηκόντων του ενάγοντος προβλέπεται από τον όρο 4 της προαναφερθείσας συμβάσεως εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τον οποίο "...η εταιρεία στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος και ανάλογα με τις επιχειρηματικές και υπηρεσιακές της ανάγκες θα προσδιορίζει τα εκάστοτε καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών του, ιδία θα καθορίζει τυχόν συμπαρουσίαση των ως άνω δελτίων ειδήσεων και των εκπομπών, είτε αφορούν την κάλυψη τρεχόντων, καθημερινών θεμάτων ή έκτακτων γεγονότων, θα του αναθέτει εκπομπές ενημερωτικού - ειδησεογραφικού κλπ περιεχομένου, θα τον μεταφέρει σ' άλλη ή και σε άλλες εκπομπές κλπ".

Η ειδικότερη αναφορά των καθηκόντων που η εναγομένη στα πλαίσια της νόμιμης άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος, κατά τον παραπάνω όρο 4 μπορεί να καθορίζει, όπως αυτά αναφέρονται μετά από τη λέξη "ιδία" στο κείμενο της εν λόγω σύμβασης, είναι ενδεικτική και όχι περιοριστική, όπως προκύπτει και από τη λέξη "κλπ", που αναγράφεται στο τέλος του πιο πάνω όρου, γεγονός που υποδηλώνει, ότι η εναγομένη είχε το δικαίωμα να αναθέσει στον ενάγοντα και άλλα καθήκοντα, πλην των ως άνω παρατιθέμενων στον όρο 4 της συμβάσεως. Ομοίως, ενισχυτικό της ως άνω δικαστικής κρίσεως, περί του ότι στο αντικείμενο της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος περιλαμβανόταν και η άσκηση γενικής δημοσιογραφικής εργασίας και δεν περιοριζόταν αυτό αποκλειστικά και μόνο στην παρουσίαση ή συμπαρουσίαση δελτίων ειδήσεων ή και ενημερωτικών εκπομπών, είναι και το γεγονός ότι ρητά είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτού και της εναγομένης, όπως προβλέπεται στον όρο 7.1 της ίδιας ως άνω συμβάσεως, να παραχωρεί αυτός οποτεδήποτε τις υπηρεσίες του, καθ' οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με δανεισμό των υπηρεσιών του σ' οποιαδήποτε εταιρεία - επιχείρηση του υποδείξει η εναγομένη είτε αυτή είναι θυγατρική, είτε είναι συγγενής εταιρεία, είτε όχι και ασχολείται μ' εκμετάλλευση ή και παραγωγή ή και εκπομπή τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών προγραμμάτων, παροχή δημοσιογραφικών υπηρεσιών, παροχή υπηρεσιών προβολής - επικοινωνίας, παροχή δημοσιογραφικού εκπαιδευτικού έργου κλπ ή έχει συναφή με τα ως άνω δραστηριότητα.

Ο ενάγων, θεωρώντας ότι η τοποθέτηση του ως δημοσιογράφου στο πολιτικό ρεπορτάζ συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους της εργοδότριάς του εναγομένης, καθώς και ότι η εν λόγω αλλαγή των καθηκόντων του δεν επιτρεπόταν από τη σύμβαση εργασίας του, αρνήθηκε να συζητήσει την παροχή εργασίας στο πολιτικό ρεπορτάζ, ενόψει δε της επιμονής της εναγομένης για την απασχόλησή του στον τομέα αυτό και όχι στην παρουσίαση των ειδήσεων, όπως αυτή είχε εκφρασθεί από το Γενικό Διευθυντή Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών, υπέβαλε προφορικά στον τελευταίο στις 15-4-2009 την παραίτησή του.

Την ίδια ημεροχρονολογία, δηλαδή στις 15-4-2009, μιλώντας σε μεσημβρινή εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού "..........." με τον τίτλο ".....................", επιβεβαίωσε το γεγονός της παραίτησής του από τη θέση εργασίας του, χωρίς βέβαια να αναφέρει τους λόγους που τον οδήγησαν στην απόφαση του αυτή. [...] Περαιτέρω και ενόσω ο ενάγων έκανε χρήση της ετήσιας κανονικής του άδειας, καθόσον από την 15-4-2009 ζήτησε και έλαβε αυτήν από την εναγομένη, απέστειλε στην τελευταία την από 13-5-2009 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία της ζητούσε, εντός 5 ημερών από τη λήψη της α) να του προσδιορίσει ποια θα είναι τα εργασιακά του καθήκοντα με την επάνοδο μετά την άδειά του (δηλαδή στις 8-7-2009) στο χώρο εργασίας του στα πλαίσια των όσων έχουν συμβατικώς συνομολογηθεί και συγκεκριμένα ποια δελτία ή ενημερωτικές εκπομπές θα παρουσιάζει ή θα συμπαρουσιάζει ως δημοσιογράφος - παρουσιαστής με βάση τη σύμβαση εργασίας του και β) να τον προστατεύσει από τα κακόβουλα και συκοφαντικά δημοσιεύματα που προσβάλλουν την αξία - αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου και δημοσιογράφου (μέσω δελτίου τύπου που θα δηλώνει ότι εξακολουθεί να ισχύει η σύμβαση εργασίας του με τα συγκεκριμένα καθήκοντα), δεδομένου ότι είχε ήδη διαρρεύσει στον τύπο καθώς και στον διαδικτυακό χώρο το γεγονός της παραίτησής του. Τρεις ημέρες μετά τη λήψη της εξώδικης δήλωσης, η οποία επιδόθηκε στις 18-5-2009 και στην οποία η εναγομένη δεν απάντησε, αφαιρέθηκε από το διαδικτυακό τόπο του τηλεοπτικού σταθμού της εναγομένης, από το τμήμα της επίσημης ιστοσελίδας του σταθμού που αφορά την ενημέρωση ........., όπου αναφέρονται όλοι οι δημοσιογράφοι - παρουσιαστές αυτού, το όνομα και η φωτογραφία του ενάγοντος. Στη συνέχεια ο ενάγων με την από 8-6-.2009 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία του διαμαρτυρήθηκε και πάλι για την προαναφερθείσα συμπεριφορά της εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε με την αφαίρεση του ονόματος και της φωτογραφίας του, και ζήτησε από αυτήν όπως εντός τριών ημερών από τη λήψη της αφενός να επανατοποθετήσει στην επίσημη ιστοσελίδα του σταθμού και στο Τμήμα Ειδήσεων, όπου αναφέρονται όλοι οι δημοσιογράφοι - παρουσιαστές αυτού, το όνομα και τη φωτογραφία του και αφετέρου να προσδιορίσει συγκεκριμένα τα εργασιακά του καθήκοντα ως δημοσιογράφου και παρουσιαστή που θα κληθεί να εκπληρώσει με την επιστροφή του, μετά τη λήψη της ετήσιας κανονικής αδείας του στις 8-7-2009 στο χώρο εργασίας του με βάση τη σύμβαση εργασίας του. Μετά τη λήξη της ετήσιας κανονικής του άδειας ο ενάγων προσήλθε στις 8-7-2009 στον τηλεοπτικό σταθμό της εναγομένης, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, πλην όμως η εναγομένη δεν τον απασχόλησε στα καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή. Ο ενάγων, κατόπιν της ως άνω μη απασχολήσεώς του από την εναγομένη στα καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή, κατέθεσε την από 9-7-2009 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την προστασία της προσωπικότητάς του και ειδικότερα να διαταχθεί η εναγομένη να τον απασχολεί προσωρινά στα καθήκοντα του δημοσιογράφου - παρουσιαστή, αναθέτοντας σ' αυτόν να επιμελείται την παρουσίαση συγκεκριμένων ενημερωτικών εκπομπών μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της ασκηθησομένης τακτικής αγωγής, ενώ μετά την κατάθεση της πιο πάνω αιτήσεως απέστειλε στην εναγομένη και την από 17-7-2009 τρίτη εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία δήλωνε ότι εξακολουθούσε να είναι στη διάθεση της εναγομένης για πραγματική απασχόληση ανά πάσα στιγμή και ώρα αυτή το ζητήσει, προκειμένου να προσφέρει τις προβλεπόμενες από τη σύμβασή του υπηρεσίες. Στις 29-7-2009 η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την εργασιακή σύμβαση του ενάγοντος, κατέβαλε δε σ' αυτόν ως αποζημίωση απόλυσης, με βάση το χρόνο υπηρεσίας του και το μηνιαίο μισθό του κατά την απόλυση, το ποσό των 7.665 ευρώ, το οποίο ο ενάγων τελικά εισέπραξε".

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι η τοποθέτηση του ενάγοντος στο τμήμα του πολιτικού ρεπορτάζ έγινε κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος στα πλαίσια των συμβατικών του υποχρεώσεων και δεν αποτέλεσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η δε καταγγελία της συμβάσεως έγινε μετά την άρνηση του ενάγοντος να αποδεχθεί την τοποθέτησή του ως δημοσιογράφου στο πολιτικό ρεπορτάζ, τη δήλωσή του στη συνέχεια περί παραιτήσεώς του από το σταθμό της εναγομένης, η οποία έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στον τύπο και στο διαδικτυακό χώρο και την κοινοποίηση ακολούθως προς την εναγομένη αρχικά των πιο πάνω εξώδικων δηλώσεών του και κατόπιν της προαναφερθείσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, με τις οποίες ζητούσε, παρά την προηγηθείσα δήλωση περί παραιτήσεώς του, να αποδέχεται η εναγομένη την προσφερόμενη σ' αυτήν εργασία του με τους μέχρι τότε όρους και συνθήκες, ήτοι ενέργειες εξ αιτίας των οποίων διαταράχθηκαν οι μέχρι τότε ομαλές σχέσεις μεταξύ αυτού και της εναγομένης και το κλίμα εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τις σχέσεις του εργαζόμενου και του εργοδότη και προκειμένου η εναγομένη να αποκαταστήσει την εύρυθμη λειτουργία του τμήματος, στο οποίο εργαζόταν ο ενάγων, ειδικά στο κρίσιμο χρονικό διάστημα που ακολούθησε την αναδιάρθρωση των υπηρεσιών και δεν υπήρξε καταχρηστική.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης εναγομένης κατά της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την από 30-7-2009, ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ενάγοντος, με την οποία αυτός ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την συνεπεία της ακυρότητας αυτής καταβολή αποδοχών υπερημερίας και αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, ερευνώντας ακολούθως την αγωγή απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. 3.
Επειδή, από αυτά που δέχθηκε το Εφετείο σχετικά με τα συμβατικά καθήκοντα του αναιρεσείοντος, όπως ανωτέρω ειδικότερα εκτίθενται, προκύπτει ότι τούτο διαπίστωσε ότι οι σχετικές με το ζήτημα αυτό δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην ένδικη σύμβαση εργασίας ήσαν ασαφείς και ότι για το λόγο αυτό δημιούργησαν στο δικαστήριο αμφιβολία ως προς την πραγματική τους έννοια, σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα αν στα καθήκοντα του αναιρεσείοντος περιλαμβανόταν και η απασχόλησή του στο πολιτικό ρεπορτάζ. Η διαπίστωση αυτή συνάγεται από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, οι οποίες έχουν παρατεθεί αυτούσιες στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας και συγκεκριμένα από την ανάγκη του Εφετείου να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών συνδυάζοντας τόσο τη χρήση των λέξεων "ιδία" και "κλπ" στους συναφείς όρους της συμβάσεως όσο και την περικοπή αυτής σχετικά με τη δυνατότητα δανεισμού της εργασίας του αναιρεσείοντος από την αναιρεσείουσα σε άλλες εταιρίες. Και με το συνδυασμό αυτό κατέληξε μεν στην κρίση ότι περιλαμβανόταν στα συμβατικά καθήκοντα του αναιρεσείοντος και η παροχή εργασίας στο τμήμα του πολιτικού ρεπορτάζ, κάνοντας αναφορά στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, χωρίς, όμως, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, τους οποίους και παραβίασε με το να καταλήξει στο ανωτέρω ερμηνευτικό πόρισμα, χωρίς να τους εφαρμόσει. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται η παραβίαση αυτή και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.


4.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, με σύνθεση άλλη από εκείνη που δίκασε προηγουμένως (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 287/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 26η Αυγούστου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣΠηγή: Taxheaven