ΑΠ  77/2016 Ορισμός εργοδότη - Μεταβολή του προσώπου του εργοδότου - Πότε έχουμε μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις

ΑΠ 77/2016 Ορισμός εργοδότη - Μεταβολή του προσώπου του εργοδότου - Πότε έχουμε μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για την υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις


ΑΠ 77 / 2016    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)




Περίληψη

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές (ΑΠ 1005/2008, ΑΠ 797/2008, ΑΠ 542/2008).

Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί.

Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1876/1990), άρθρο 8 ΑΝ 1846/1951 "περί ΙΚΑ", άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός ή, κατ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το ΠΔ 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.


Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.

Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.

Διατήρηση της ταυτότητός της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές.

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1319/2013).


-------------------



ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Χ. Γ. του Γ., 2)Σ. Ε. του Λ., 3)Ά. Ν. του Λ., 4)Α. Π. του Γ., 5)Ν. Π. του Ν., 6)Λ. Σ. του Σ., 7)Μ. Σ. του Γ., 8)Γ. Χ. του Ν., 9)Ε. Χ. του Π., 10)Β. Χ. του Ι., κατοίκων ..., 11)Δ. Κ. του Κ. και 12)Μ. Α. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσαγκαλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 19/10/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω από τον Υπουργό Πολιτισμού που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/4/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8681/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1784/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/12/2014 αίτησή τους και τους από 15/9/2015 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Απόστολος Παπαγεωργίου ανέγνωσε την από 12/10/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


1 Από το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντος ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 18/2005).

Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι <<δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον>>, συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ` εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης και αν το δικόγραφο της αγωγής είναι ελλιπές ως προς τα στοιχεία της ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και δεν συμπληρωθούν παραδεκτώς οι ελλείψεις (βλ. άρθρα 224, 227 ΚΠολΔ), τότε απορρίπτεται η αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της, Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμό 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή αν αγωγή ,ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ ΑΠ 10/2011, 2/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές (ΑΠ 1005/2008, ΑΠ 797/2008, ΑΠ 542/2008).

Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί.

Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1876/1990), άρθρο 8 ΑΝ 1846/1951 "περί ΙΚΑ", άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός ή, κατ άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ.1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο.

Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας".

Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σ’ αυτή εκδόθηκε το ΠΔ 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1, 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.


Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα.

Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.

Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.

Διατήρηση της ταυτότητός της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές.

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1319/2013).



Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της, οι αναιρεσείοντες με την από 12-4-2011 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή συμπληρώθηκε με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εξέθεταν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν κατά τους αναφερόμενους για τον καθέναν τους χρόνους με το σωματείο με την επωνυμία "Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος", προσελήφθησαν από αυτό προκειμένου να εργαστούν, με τις αναφερόμενες για τον καθέναν τους ειδικότητες, στο σπήλαιο των ..., που ανήκε στην κυριότητα του Ε.Ο.Τ., ότι ο Ε.ΟΤ. είχε αναθέσει, με το από 8-4-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό, τη φύλαξη, συντήρηση, έρευνα, μελέτη και ανάδειξη των ευρημάτων του προς την συμβληθείσα με τους ενάγοντες παραπάνω εταιρία (σωματείο), ότι ο Ε.Ο.Τ., μετά και τη σύσταση του νομικού προσώπου με την επωνυμία "................" (που μετονομάστηκε στην συνέχεια σε "...................."), στην οποία μεταβιβάστηκε όλη η περιουσία του, κατά το έτος 1998 παραχώρησε τη χρήση του σπηλαίου στο Υπουργείο Πολιτισμού του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο στις 16-1-2004 με σχετικό πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής απέβαλε την Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος από τις εγκαταστάσεις του σπηλαίου, ότι έκτοτε ξεκίνησε μακρόχρονος δικαστικός αγώνας μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της <<Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος>> που κατέληξε με την έκδοση της υπ’ αριθμόν 88/2011 απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ η οποία έκρινε ότι το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής δεν προσκρούει στις συνταγματικές διατάξεις, ότι στις 4-4-2011 το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εκτέλεσε το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής και απέβαλε την <<Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος>>, από το Σπήλαιο και τις εγκαταστάσεις του, ότι, μετά την εκτέλεση του παραπάνω πρωτοκόλλου και την αποβολή της παραπάνω εταιρίας, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων.

Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενοι οι ενάγοντες κυρίως μεν σύμβαση εργασίας που τους συνέδεε αρχικά με τον Ε.Ο.Τ. και τελικά με το διάδοχό του εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και επικουρικά, για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι αρχικός τους εργοδότης ήταν η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος, μεταβίβαση της επιχείρησης της τελευταίας ως οικονομικό σύνολο προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ζήτησαν (έχοντες προς τούτο πρόδηλο έννομο συμφέρον) να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καθώς και να υποχρεωθεί να τους καταβάλλει το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική Ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την άρνησή του να τους απασχολεί και την εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή είναι :

Α) Ως προς την κύρια βάση της απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, καθόσον,
1) υπό τα επικαλούμενα περιστατικά εργοδότης των εναγόντων δεν ήταν το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αλλά η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος, η οποία τους προσέλαβε και στην υπηρεσία της οποίας διατελούσαν με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έναντι μισθού που αυτή τους κατέβαλε, ενώ ο δικαιοπάροχος του εναγομένου (Ε.Ο.Τ) και τελικά το ίδιο το εναγόμενο δεν ήταν παρά ο κύριος, νομέας και κάτοχος του σπηλαίου ..., που είχε παραχωρήσει τη φύλαξη, συντήρηση, έρευνα, μελέτη και ανάδειξη των αρχαιολογικών ευρημάτων του, στην παραπάνω εταιρία, η οποία με τη σειρά της απασχολούσε τους ενάγοντες για την εξυπηρέτηση των παραπάνω λειτουργιών που είχαν παραχωρηθεί σ’ αυτήν,
2) οι ενάγοντες δεν αναφέρουν ότι το επ’ αυτών διευθυντικό δικαίωμα το ασκούσε - αρχικά - ο Ε.Ο.Τ και - στη συνέχεια - οι διάδοχοί του και όχι η παραπάνω Ανθρωπολογική εταιρία, που τους προσέλαβε και τους κατέβαλε τις αμοιβές τους,
3) οι επικαλούμενοι από τους ενάγοντες όροι του από 8-4-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του Ε.Ο.Τ. και της Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος, που προέβλεπαν ότι η τελευταία υποχρεούται να αποδίδει στον πρώτο τα έσοδα από την εκμετάλλευση του σπηλαίου, ότι τον πρώτο βάρυναν τα έξοδα, ότι οι προσλήψεις που θα γίνονταν από τη δεύτερη θα έπρεπε να εγκρίνονται ως προς τον αριθμό και το ύψος των αμοιβών από τον πρώτο, ότι η μισθοδοσία του προσωπικού θα γινόταν από τη δεύτερη με χρηματοδότηση του πρώτου, η δε παρακράτηση και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών θα γινόταν με μέριμνα και ευθύνη της δεύτερης, αλλά τα σχετικά δικαιολογητικά (όπως και της μισθοδοσίας) θα υποβάλλονταν από τη δεύτερη προς έλεγχο στον πρώτο, δεν μπορούν να προσδώσουν στον Ε.Ο.Τ. την ιδιότητα του εργοδότη των εναγόντων, διότι από αυτά δεν δημιουργείται οποιαδήποτε εργασιακή σχέση του με τους ενάγοντες, αλλά οι σχετικές υποχρεώσεις και δικαιώματα αφορούν τις μεταξύ αυτού και της Ανθρωπολογικής Εταιρίας, σχέσεις, ενώ στις εργασιακές σχέσεις των εναγόντων εμφανίζεται μόνον η παραπάνω εταιρία, που τους προσέλαβε, τους απασχολούσε και τους κατέβαλε τις αμοιβές τους,
4) ο προβλεπόμενος από το από 8-4-1981 τρόπος, με τον οποίο η παραπάνω Ανθρωπολογική εταιρία εξασφάλιζε τους αναγκαίους πόρους για την πληρωμή των εναγόντων, είναι αδιάφορος, διότι δεν πρόκειται παρά για μορφή δημόσιας επιδότησης, ανάλογη με αυτήν που εφαρμόζεται σε πάρα πολλές ιδιωτικές επιχειρήσεις (ακόμη και μη κερδοσκοπικές), προς το σκοπό της έμμεσης εξυπηρέτησης δημοσίων σκοπών, χωρίς βέβαια αυτό να καθιστά το Ελληνικό Δημόσιο ή τις διάφορες αποκεντρωμένες υπηρεσίες του, εργοδότη καθ’ οιανδήποτε έννοια των μισθωτών που απασχολούνται στην επιδοτούμενη επιχείρηση και
5) για την έγκυρη πρόσληψη μισθωτών από το Ελληνικό Δημόσιο, προϋπόθεση αποτελεί (κατά τις διατάξεις των άρθρων 79 επ. του ν. 2362/1995), η έγγραφη κατάρτιση της σχετικής σύμβασης.

Και Β) Ως προς την επικουρική της βάση μη νόμιμη, καθόσον,
1) δεν πρόκειται για συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση της επιχείρησης της Ανθρωπολογικής εταιρίας προς το εναγόμενο ή τους δικαιοπαρόχους του, αφού γίνεται αναφορά για βιαία αποβολή της από τις εγκαταστάσεις του Σπηλαίου ...,
2) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκ του νόμου μεταβίβαση της Ανθρωπολογικής εταιρίας, κατά την εκτεθείσα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν έννοια, η σύμφωνα, με συγκεκριμένες νομικές διατάξεις (άρθρο 9 του ν. 2557/1997), διοικητική της αποβολή από το σπήλαιο ... όπου ασκούσε τη δραστηριότητά της, αφού η αποβολή αυτή δεν κατέτεινε στη μεταβίβαση της επιχείρησης της παραπάνω εταιρείας ως οικονομικής μονάδας που θα διατηρούσε την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, αλλά εξυπηρετούσε άλλους σκοπούς του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα την απόδοση στο Υπουργείο Πολιτισμού του σπηλαίου ... - ως χώρου με σπηλαιολογικό αλλά και αρχαιολογικό ενδιαφέρον - για τη διασφάλιση της αρχαιολογικής ή κάθε άλλης συναφούς επιστημονικής έρευνας, όπως αναφέρεται στην παρ. 13 του παραπάνω άρθρου,
3) δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση της επιχειρήσεως της Ανθρωπολογικής εταιρίας ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών και ότι μεταβιβάστηκαν τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, ούτε ότι η διάδοχος εταιρία συνέχισε τις εργασίες της Ανθρωπολογικής εταιρίας και
4) οι μεταγενέστερες μεταβιβάσεις της περιουσίας του Ε.Ο.Τ. και η διαδοχή του τελικά από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι αδιάφορες, αφού ποτέ δεν χώρησε μεταβίβαση της επιχείρησης της εργοδότριας των εναγόντων Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος προς κάποιο από τα παραπάνω νομικά πρόσωπα.

Το Εφετείο, μετά από έφεση των εναγόντων, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την κύρια βάση της αγωγής απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης και την επικουρική βάση της μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του ΠΔ 572/88, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ και των άρθρων 68 και 216 παρ.1 του ΚΠολΔ. Επομένως, οι δεύτερος, κατά ένα μέρος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως και πρώτος λόγος των προσθέτων λόγων, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, , με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την αγωγή, ως απαράδεκτη την κύρια βάση της για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του εναγομένου και ως μη νόμιμη την επικουρική της βάση, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμοι. Τέλος, το Εφετείο, με το να δεχθεί τα προεκτεθέντα, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΕΛΕ) και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και οι περί του αντιθέτου δεύτερος και τρίτος, αντίστοιχα, λόγοι των προσθέτων λόγων της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

2. Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως <<πράγματα>> θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ως και οι λόγοι εφέσεως, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 178/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, δεύτερο κατά ένα μέρος, πέμπτο, κατά ένα μέρος και έβδομο, λόγους της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους :

1) Ότι στο σπήλαιο ... ασκούνταν κατά το χρόνο που εργάζονταν εκεί και πριν την 4-4-2011, δύο δραστηριότητες, ήτοι, α) η εκμετάλλευση του Σπηλαίου ως τουριστικού, αρχαιολογικού και πολιτιστικού μνημείου με σπηλαιολογικό ενδιαφέρον κατά τρόπο οργανωμένο, που αποτελεί επιχείρηση και η εκμετάλλευση της οποίας ανήκει στον ΕΟΤ και τώρα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως δραστηριότητα που ενδιαφέρει το δημόσιο συμφέρον και δεν μπορεί να ασκηθεί από ιδιώτη και β) η επιστημονική μελέτη των ευρημάτων, δραστηριότητα που μπορεί να ασκηθεί από οποιοδήποτε επιστημονικό, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δηλαδή ότι όλοι οι ενάγοντες - εργαζόμενοι έχουν τέτοιες εργασιακές ειδικότητες που αφορούν αποκλειστικά και μόνον στην λειτουργία της επιχείρησης του ΕΟΤ, και ότι δεν έχουν επιστημονική κατάρτιση και γνώση, ούτε τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες για την επιστημονική μελέτη των ευρημάτων.
2) Ότι η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος τους προσέλαβε για λογαριασμό του ΕΟΤ, δηλαδή ως διαχειρίστρια και αντιπρόσωπός του και για εξυπηρέτηση των σκοπών του ΕΟΤ που είναι η λειτουργία, τουριστική εκμετάλλευση, ανάδειξη του Σπηλαίου ως τουριστικού μνημείου και χώρου επίσκεψης, εξυπηρετώντας αποκλειστικά τα συμφέροντα και το σκοπό του ΕΟΤ, ότι το αντικείμενο της σύμβασης εργασίας τους αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Ε.Ο.Τ. και ειδικά του σπηλαίου ..., ότι δηλαδή η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος ενεργούσε κατά την πρόσληψή τους ως αντιπρόσωπος και διαχειριστής του και όχι ως άμεσος αντισυμβαλλόμενος - εργοδότης στην σύμβαση εργασίας και ότι μάλιστα όλοι τους έχουν ειδικότητες που εξυπηρετούν τους σκοπούς του ΕΟΤ και όχι της Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος, καθόσον ουδεμία εκ των εργασιακών ειδικοτήτων τους είναι τέτοια που ενδιαφέρει την Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος και συνεπώς εργοδότης τους είναι ο ΕΟΤ.
3) Ότι, επικουρικά, αν κριθεί ότι προσλήφθηκαν ως υπάλληλοι της Ανθρωπολογικής Εταιρίας Ελλάδος, και ότι εργοδότριά τους ήταν αυτή, η οποία τους απασχολούσε στη λειτουργία, τουριστική εκμετάλλευση και ανάδειξη του σπηλαίου και πάλι, μετά την δια νόμου περιέλευση στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο της χρήσης και εκμετάλλευσης του σπηλαίου (που είναι η λειτουργία, τουριστική εκμετάλλευση και ανάδειξη του και αποτελεί επιχείρηση κατά την προαναφερθείσα έννοια), υπεισήλθε αυτό στη θέση του εργοδότη τους, καθόσον και σε αυτή τη περίπτωση υπάρχει μεταβίβαση της επιχείρησης με νόμο, και προστατεύονται οι εργασιακές συμβάσεις και συνεπώς και σε αυτήν την επικουρική περίπτωση πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι εργασιακές τους συμβάσεις με την Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος που έχουν αντικείμενο την εξυπηρέτηση της τουριστικής εκμετάλλευσης και ανάδειξης του σπηλαίου των ..., μεταβιβάστηκαν αυτοδίκαια, μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης αυτής προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Και 4) Ότι πρόκειται για μεταβίβαση της επιχείρησης εκ του νόμου, δεδομένου ότι ο αρχικός εργοδότης τους ήταν ο Ε.Ο.Τ., αφού η Ανθρωπολογική Εταιρία Ελλάδος τους προσέλαβε για την εξυπηρέτηση των σκοπών του που αφορούν στην λειτουργία, τουριστική εκμετάλλευση και ανάδειξη του σπηλαίου των ..., ο αριθμός των εργαζομένων ελέγχεται από τον Ε.Ο.Τ., οι αποδοχές καθορίζονται και καταβάλλονται από αυτόν και ότι μετά την σύσταση με νόμο της εταιρείας "........................", στην οποία μεταβιβάστηκαν δυνάμει του νόμου η λειτουργία, τουριστική εκμετάλλευση και ανάδειξη του σπηλαίου, που αποτελεί "επιχείρηση", υπεισήλθε αυτή ως εργοδότριά τους στις εργασιακές συμβάσεις, ότι μετά την αυτοδίκαιη μεταβίβαση της χρήσης και εκμετάλλευσης του σπηλαίου στο Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Πολιτισμού), στη θέση του εργοδότη τους υπεισήλθε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ότι όλοι τους επιτελούν εργασία που εξυπηρετεί το σκοπό της επιχείρησης αυτής και συνεπώς πρόκειται για μεταβίβαση της επιχείρησης εκ του νόμου.

Τα περιστατικά όμως αυτά συνιστούν επιχειρήματα των αναιρεσειόντων ως προς την νομιμοποίηση των διαδίκων και το ορισμένο και τη νομιμότητα της αγωγής και δεν εμπίπτουν στην έννοια των "πραγμάτων".

Συνεπώς οι προαναφερόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι.

3. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Γι αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη η ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς, οι τρίτος, τέταρτος και όγδοος λόγοι της αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι ,αφού το Εφετείο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε την αγωγή, την μεν κύρια βάση της ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, την δε επικουρική βάση της ως μη νόμιμη. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ν.3693/1955).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-12-2014 αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1784/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή πεντακοσίων (500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: Taxheaven