Img

ΑΠ 1417/2015 Η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ΣΣΕ και προβλέπει ότι δυνάμει αυτής και μόνο θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτισθεί στο μέλλον μεταξ

ΑΠ 1417 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)


Περίληψη
Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου. Η κατά τα ανωτέρω κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί στις οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων, πρέπει να ασκείται από τις ίδιες, στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εκχωρούν τη δοθείσα κανονιστική εξουσία σε τρίτους. Η συλλογική σύμβαση εργασίας (Σ.Σ.Ε) είναι δυνατό να καθορίζει τους όρους εργασίας με παραπομπή σε άλλη Σ.Σ.Ε. ή διαιτητική απόφαση. Η παραπομπή αυτή είναι νόμιμη εφ’ όσον είναι σαφής και γίνεται σε συγκεκριμένη Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι κανονιστικοί όροι της οποίας αποτελούν όμοιους όρους και της παραπέμπουσας Σ.Σ.Ε. Δεν είναι όμως νόμιμη η παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα ή σε μελλοντική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., διότι η μορφή αυτή παραπομπής αποτελεί ανεπίτρεπτη από το νόμο μεταβίβαση της ρυθμιστικής εξουσίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε τρίτες οργανώσεις, εκτός αν η παραπομπή γίνεται σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που δεσμεύει επίσης τα μέλη των οργανώσεων που συμβλήθηκαν στην παραπέμπουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.. Τούτο, διότι η κατ’ άρθρο 361 ΑΚ "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων", η οποία εφαρμόζεται στο ατομικό εργατικό δίκαιο, δεν φθάνει μέχρι του σημείου της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης των αρμόδιων φορέων για την κανονιστική ρύθμιση των εργασιακών θεμάτων σε συλλογικό επίπεδο.

Επομένως, η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ΣΣΕ και προβλέπει ότι δυνάμει αυτής και μόνο θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτισθεί στο μέλλον μεταξύ άλλων φορέων και θα ισχύει για τους εργαζόμενους συγκεκριμένου κλάδου, είναι άκυρη, διότι υπερβαίνει την προς κατάρτιση ΣΣΕ παρασχεθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση (oλ ΑΠ 471/1974, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1671/2002, ΑΠ 1426/1998).

 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 Β2’ Πολιτικό Τμήμα

 Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

 Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Oκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

 Των αναιρεσειόντων: 1)Ι. Μ., 2)Φ. Ζ. του Β., 3)Μ. Τ. του Δ., 4)Δ. Μ. του Ε., 5)Χ. Ν. του Ε., 6)Α. Δ. του Θ., 7)Α. Π. του Θ. και 8)Ν. Τ. του Ε., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τοκατλίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 12/10/2015 δήλωσή του κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Αγρινίου, νόμιμα εκπροσωπούμενης που εδρεύει και λειτουργεί στο …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Κιτσάκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατάθεσε προτάσεις.

 Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 282/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/7/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 30/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 4/7/2011 αίτηση των Ι. Μ. κ.λ.π. κατά της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Αγρινίου, περί αναιρέσεως. της υπ’ αριθ. 247/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκους τους στη δικαστική δαπάνη τους.

 ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 Από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, κατά την οποίαν οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται, εκτός άλλων, ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια .

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 22 παρ 1 εδ. β’ του ίδιου Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

Με την 16/1983 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 100 του Συντάγματος κρίθηκε ότι η άνω διάταξη περί ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία αναφέρεται μόνο σε εκείνους που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, με σχέση ιδιωτικού δικαίου και δεν αφορά στους παρέχοντες υπηρεσίες με σχέση δημοσίου δικαίου.

Την τελευταία περίπτωση (των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου) καλύπτει η πρώτη από τις άνω συνταγματικές διατάξεις (άρθρ. 4 παρ. 1) που απηχεί την κρατούσα στο κοινοτικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 164 της ιδρυτικής ΣυνθΕΟΚ, γενική δικαιϊκή αρχή της ισόνομης ρύθμισης των ομοίων, η οποία έχει άμεση εφαρμογή και στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και αυξημένη ισχύ, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος και την ως άνω Συνθήκη, που κυρώθηκε με το ν. 945/1979.


Κατά την ερμηνεία της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως έγινε δεκτό ότι μεταξύ δύο υπαλλήλων, που συνδέονται με τον εργοδότη Δημόσιο ο ένας με σχέση δημοσίου δικαίου και ο άλλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δικαιολογείται ο καθορισμός διαφορετικής αμοιβής για τον καθένα, λόγω των διαφορετικών συνθηκών (πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης, μονιμότητας ή μη, λύσεως της υπηρεσιακής σχέσεως) υπό τις οποίες τελούν καθεμιά από τις κατηγορίες των άνω υπαλλήλων (ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 701/2014, 968/2013).

Δικαιολογείται επίσης ο καθορισμός κάποιας παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαυών (ΑΠ 348/2014, ΑΠ 133/2011, ΑΠ 544/2007). Εξ άλλου από το συνδυασμό των άρθρων 22 παρ.2 του Συντάγματος και 3 παρ.1, 4, 7, 8, 10 και 11 του ν. 1876/1990 "ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις", συνάγονται τα ακόλουθα: Περιεχόμενο των ΣΣΕ είναι η ρύθμιση των όρων, των συνθηκών και της αμοιβής της εργασίας των εργαζομένων.


Κατά τη σύναψη των ΣΣΕ, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν νομοθετική (κανονιστική) εξουσία κατά παραχώρηση του Κράτους. Ως εκ τούτου, οι κανονιστικοί όροι των ΣΣΕ έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ ουσιαστικού νόμου. Η κατά τα ανωτέρω κανονιστική εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί στις οργανώσεις των εργοδοτών και εργαζομένων, πρέπει να ασκείται από τις ίδιες, στο πλαίσιο της υφιστάμενης νομοθετικής εξουσιοδότησης. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις αυτές δεν έχουν τη δυνατότητα να εκχωρούν τη δοθείσα κανονιστική εξουσία σε τρίτους. Η συλλογική σύμβαση εργασίας (Σ.Σ.Ε) είναι δυνατό να καθορίζει τους όρους εργασίας με παραπομπή σε άλλη Σ.Σ.Ε. ή διαιτητική απόφαση. Η παραπομπή αυτή είναι νόμιμη εφ’ όσον είναι σαφής και γίνεται σε συγκεκριμένη Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι κανονιστικοί όροι της οποίας αποτελούν όμοιους όρους και της παραπέμπουσας Σ.Σ.Ε. Δεν είναι όμως νόμιμη η παραπομπή στην εκάστοτε ισχύουσα ή σε μελλοντική Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., διότι η μορφή αυτή παραπομπής αποτελεί ανεπίτρεπτη από το νόμο μεταβίβαση της ρυθμιστικής εξουσίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων σε τρίτες οργανώσεις, εκτός αν η παραπομπή γίνεται σε Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. που δεσμεύει επίσης τα μέλη των οργανώσεων που συμβλήθηκαν στην παραπέμπουσα Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α.. Τούτο, διότι η κατ’ άρθρο 361 ΑΚ "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων", η οποία εφαρμόζεται στο ατομικό εργατικό δίκαιο, δεν φθάνει μέχρι του σημείου της υπέρβασης της νομοθετικής εξουσιοδότησης των αρμόδιων φορέων για την κανονιστική ρύθμιση των εργασιακών θεμάτων σε συλλογικό επίπεδο.

Επομένως, η ρήτρα που περιλαμβάνεται σε ΣΣΕ και προβλέπει ότι δυνάμει αυτής και μόνο θα έχουν εφαρμογή οι εκάστοτε, έστω και ευμενέστεροι, όροι απασχόλησης και αμοιβής που πρόκειται να συμπεριληφθούν σε άλλη ΣΣΕ, η οποία θα καταρτισθεί στο μέλλον μεταξύ άλλων φορέων και θα ισχύει για τους εργαζόμενους συγκεκριμένου κλάδου, είναι άκυρη, διότι υπερβαίνει την προς κατάρτιση ΣΣΕ παρασχεθείσα νομοθετική εξουσιοδότηση (oλ ΑΠ 471/1974, ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1671/2002, ΑΠ 1426/1998).


Στην προκειμένη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή οι αναιρεσείοντες ιστορούσαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν εγγράφως, προσελήφθησαν από την εναγομένη την 11.5.2004, ως εργατοτεχνίτες ύδρευσης- αποχέτευσης οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος, εργατοτεχνίτης ύδρευσης ο τρίτος, υδραυλικός ύδρευσης ο έκτος και εργατοτεχνίτης (βοηθός αποφρακτικού βυτίου, καθαρισμού φρεατίων, πίσσας, μπετόν) ο έβδομος, υπό τις ειδικότητες δε αυτές, προσφέρουν έκτοτε τις υπηρεσίες τους εργαζόμενοι κατά το νόμιμο ωράριο και αμειβόμενοι σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Ότι από το έτος 2002 υπογράφηκε και τέθηκε σε ισχύ η ΣΣΕ "για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ βαθμού και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αυτών", που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1633/τ.Β’ / 31.12. 2002 και όρισε μεταξύ άλλων ότι για τους εργαζόμενους: α) στις χωματερές, ήτοι χώρους υγειονομικής ταφής απορριμμάτων, σταθμούς μεταφόρτωσης απορριμμάτων κ.λ.π, β) στην αποκομιδή απορριμμάτων, ήτοι οδηγούς απορριμματοφόρων, εργάτες συγκομιδής, αποκομιδής και οδοκαθαριστές, γ) στην ταφή και εκταφή νεκρών, ήτοι εργάτες που απασχολούνται με την ταφή και εκταφή νεκρών, δ) στην ασφαλτόστρωση, ήτοι τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων έργων και εργάτες που απασχολούνται με την ασφαλτόστρωση οδών κ.λ.π. χώρων, ε) στην αποχέτευση, ήτοι τεχνίτες χειριστές μηχανημάτων έργων και εργάτες που ασχολούνται σε εργασίες αποχέτευσης, στ) στα αφοδευτήρια, ήτοι εργάτες, καθαρίστριες κ.λ.π. που απασχολούνται στα αφοδευτήρια, ζ) στα συνεργεία συντήρησης αυτοκινήτων απορριμματοφόρων, ήτοι τεχνίτες και εργάτες που απασχολούνται με την επισκευή, συντήρηση, πλύση κ.λ.π των απορριμματοφόρων και η) στις οικοδομικές εργασίες, ήτοι μαραγκούς, ξυλουργούς, κτίστες, κονιαστές, υδροχρωματιστές, ελαιοχρωματιστές, μαρμαρογλύπτες, σιδεράδες, πλακοστρωτές γενικά, υδραυλικούς γενικά, ηλεκτρολόγους στη συντήρηση και επισκευή ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων των κτιρίων των ΟΤΑ, τοποθετητές γυψοσανίδων, στη ρίψη του μπετόν αρμέ οι εβδομαδιαίες ώρες απασχόλησης ορίζονται σε τριάντα δύο (32). Ότι κατά το άρθρο 7 της από 26.3.2004 κλαδικής σύμβασης εργασίας των εργαζομένων στις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης όλης της χώρας που έχει υπογραφεί μεταξύ της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις ΔΕΥΑ και της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΕΔΕΥΑ) και δεσμεύει αμφότερα τα διάδικα μέρη, οριζόταν ότι ως ημέρες αργίας ωράριο εργασίας για τους εργαζόμενους που υπάγονται στη σύμβαση αυτή ορίζονται οι ισχύουσες διατάξεις στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως (ΟΤΑ). Ότι παρά την τελευταία αυτή διάταξη της προαναφερομένης ΣΣΕ η εναγομένη εξακολούθησε να τους απασχολεί επί 37,5 ώρες την εβδομάδα αντί 32, χωρίς την καταβολή πρόσθετης αμοιβής. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι αναιρεσείοντες, αφενός μεν με βάση την ΣΣΕ του 2002 για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων των ΟΤΑ Α’ βαθμού και των ΝΠΔΔ, στην οποία παραπέμπει η τελευταία ΣΣΕ του 2004, αφετέρου δε με βάση την συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία να αναγνωριστεί ότι, για την επί πλέον αυτή εργασία τους κάθε εβδομάδα και για το διάστημα από 10.5.2004 έως 31.1.2008, η εναγομένη οφείλει στον καθένα από τους πρώτο δεύτερο, έκτο και όγδοο 12.191,02 ευρώ, στον τρίτο 12.537,27 ευρώ, στον τέταρτο 12.593,62 ευρώ, στον πέμπτο 13.553 ευρώ και στον έβδομο 13.285,80 ευρώ, να καταδικασθεί δε αυτή να καταβάλει από το ως άνω ποσό 12.000 ευρώ στον καθένα τους, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής.

 Το Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα εξής ουσιώδη: "Η εφεσίβλητη Δημοτική Επιχείρηση Υδρεύσεως - Αποχετεύσεως Αγρινίου είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και ασχολείται με έργα υδρεύσεως και αποχετεύσεως στην πόλη του Αγρινίου. Οι εφεσίβλητοι (ήδη αναιρεσείοντες) προσελήφθησαν από την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσίβλητη) στις 11.5.2004 με έγγραφες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολούνται έκτοτε με τον νόμιμο μισθό σ’ αυτήν, όπως τούτο δεν αμφισβητείται και με την ειδικότητα του εργατοτεχνίτη υδρεύσεως - αποχετεύσεως οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος, του εργατοτεχνίτη υδρεύσεως ο τρίτος, του υδραυλικού υδρεύσεως ο έκτος και του εργατοτεχνίτη (βοηθός αποφρακτικού βυτίου, καθαρισμός φρεατίων, πίσσα, μπετόν) ο έβδομος. Οι όροι εργασίας και αμοιβής των εφεσιβλήτων προβλέπονται και ρυθμίζονται από την από 26.3.2004 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως όλης της χώρας, που έχει υπογραφεί μεταξύ της Ένωσης Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης Αποχέτευσης (Ε.Δ.Ε.Υ.Α) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης - Αποχέτευσης (Π.Ο.Ε. - Δ.Ε.Υ.Α), η οποία (κ.σ.σ.ε) κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 12074/17.3. 2005 απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Στο άρθρο 7 της ανωτέρω κ.σ.σ.ε ορίζεται ότι "ως ημέρες αργίας - ωράριο εργασίας για τους εργαζομένους που υπάγονται στην παρούσα ορίζονται οι ισχύουσες διατάξεις στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α)". Στις 29.11.2002 υπογράφηκε ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "για ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχολήσεως των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ Βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ αυτών", μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των νομίμων εκπροσώπων της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής Οργανώσεως με την επωνυμία "ΠΟΕ -ΟΤΑ". Η ισχύς της ανωτέρω συμβάσεως, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1633/τ.Β/7 31.12.2002, άρχισε στις 31.12.2002 και οι εφεσίβλητοι δεν ισχυρίζονται ότι κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική από τον Υπουργό Εργασίας. Στην παραπάνω σ.σ.ε ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής : "... ειδικά στους εργαζόμενους αποκλειστικά... ε) στην αποχέτευση ... οι ώρες εργασίας ορίζονται σε 32...". Με το άρθρο 6 της από 24.2.1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθ. 11770/20.3.1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1.1.1984 σε 40 ώρες. Παρά ταύτα οι εφεσίβλητοι εργάζονται σύμφωνα με το άρθρο 18 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εκκαλούσας, πέντε ημέρες την εβδομάδα και 37,5 ώρες, ήτοι επί 7,5 ώρες ημερησίως, όπως τούτο δεν αμφισβητείται. Οι εφεσίβλητοι όμως, με την ένδικη αγωγή τους, επικαλούμενοι την συνταγματική αρχή της ισότητας, ζητούν να εφαρμοσθεί και στην δική τους περίπτωση η ευνοϊκή ρύθμιση της από 29.11.2002 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας που ορίζει , για τους εργαζομένους ειδικά στην αποχέτευση ωράριο 32 ωρών την εβδομάδα . Η εν λόγω όμως αγωγή τους πρέπει να απορριφθεί , σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στην νομική σκέψη καθόσον: 1) Η ανωτέρω παροχή (δηλαδή το ωράριο εργασίας των 32 ωρών εβδομαδιαίως) δεν είναι οικειοθελής παροχή του εργοδότη αλλά προβλέπεται στην από 29.11.2002 οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. 2) Η προεκτεθείσα σύμβαση (που ορίζει το ωράριο των 32 ωρών) αφορά σε εργαζομένους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι εφεσίβλητοι εργάζονται σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή απασχολούνται σε διαφορετικό εργοδότη και για τούτο υπάγονται σε διαφορετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, από τις οποίες εκείνη που αφορά στους εργαζομένους σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική. 3) Εξαιτίας δε του λόγου τούτου, δηλαδή του ότι δεν κηρύχθηκε γενικώς υποχρεωτική με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, πράγμα το οποίο δεν ισχυρίζονται και οι εφεσίβλητοι εργαζόμενοι , δεσμεύει μόνο τους μισθωτούς και τον εργοδότη που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων και όχι και την εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση που δεν είναι μέλος τους, έστω και αν είναι ευνοϊκότερη για τους εργαζομένους. Σημειωτέον ότι οι εφεσίβλητοι -ενάγοντες στην προβληθείσα σχετική ένσταση της εκκαλούσας - εναγομένης δεν απέδειξαν, ότι η συνδικαλιστική τους οργάνωση είναι μέλος αυτών.

 Συνεπώς, σε σχέσεις εργοδοτών και μισθωτών που υπάγονται σε διαφορετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας δεν ισχύει η αρχή ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία. 4) Η παραπομπή που έγινε στο άρθρο 7 της κλαδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας των εφεσιβλήτων εργαζομένων ότι "ως ημέρες αργίας - ωράριο εργασίας για τους εργαζόμενους που υπάγονται στην παρούσα ορίζονται οι ισχύουσες διατάξεις στους Ο.Τ.Α" είναι ανίσχυρη ως ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις που αναφέρονται στην μείζονα σκέψη της αποφάσεως καθόσον α) δεν παραπέμπει ευθέως στην ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου στους Ο.Τ.Α Α’ βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ αυτών και β) είναι αόριστη γιατί αναφέρεται σε ισχύουσες διατάξεις στους Ο.Τ.Α και ως εκ τούτου δεν κατέστη ούτε και ατομική σύμβαση εργασίας των εφεσιβλήτων ώστε να ισχύσει η ευνοϊκότερη αυτή διάταξη.

 Συνεπώς υφίσταται εν προκειμένω ανεπίτρεπτη μεταβίβαση της ρυθμιστικής εξουσίας της συνδικαλιστικής οργανώσεως στην οποία υπάγονται οι εφεσίβλητοι "Ε.Δ.Ε.Υ.Α" προς τρίτη συνδικαλιστική οργάνωση "Π.Ο.Ε - Ο.Τ.Α" και τέλος 5) δεν αποδείχθηκε ότι οι εφεσίβλητοι εργάζονται αποκλειστικά στον τομέα της αποχετεύσεως, καθόσον οι ίδιοι συνομολογούν στην αγωγή τους ότι οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος εξ αυτών εργάζονται στην ύδρευση και την αποχέτευση, οι τρίτος και έκτος εργάζονται αποκλειστικά στην ύδρευση και ο έβδομος είναι εργατοτεχνίτης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι εργάζεται αποκλειστικά στην αποχέτευση καθόσον ούτε μάρτυρας αποδείξεως εξετάσθηκε αλλά ούτε και έγγραφο προσκομίσθηκε αποδεικνύον την αποκλειστική του απασχόληση στην αποχέτευση". Με βάση τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί την αγωγή, δικάζοντας την τελευταία την απέρριψε. Με το να απορρίψει την αγωγή το Εφετείο αφενός μεν διότι η από το άρθρο 7 της από 26.3.2004 κλαδικής σύμβασης εργασίας των εργαζομένων στις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης όλης της χώρας παραπομπή δεν γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο στις διατάξεις της από 29.11.2002 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας "για τη ρύθμιση των όρων και συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ βαθμού και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αυτών" που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 1633/τ.Β/31.12.2002, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, αλλά και κατά το κείμενο του άρθρου 7 της από 26.3.2004 ΣΣΕ δεν γίνεται αναφορά σε ΣΣΕ, αλλά "στις ισχύουσες διατάξεις στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α)", τέτοιες δε διατάξεις είναι αφενός μεν οι διατάξεις της από 29.11.2002 ειδικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας "για τη ρύθμιση των όρων και συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ βαθμού και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αυτών", οι διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 1188/1981 "Κώδικας περί καταστάσεως προσωπικού οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως" στην παράγραφο 4 του οποίου ορίζεται ότι "αι καθ’ εβδομάδα ώραι εργασίας ορίζονται εις τριάκοντα επτά και ημίσειαν (37,1/2)", αλλά και η από 4 Ιουλίου 2003 συλλογική σύμβαση εργασίας έτους 2003 της Π.Ο.Ε.-Ο.Τ.Α. (π.κ. 46/4.7.2003), μεταξύ ελληνικού δημοσίου, Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Ελλάδας (Κ.Ε.Δ.Κ.Ε.) και Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Π.Ο.Ε. - Ο.Τ.Α.) "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης", αφετέρου δε διότι δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι η από 29.11.2002 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας "για τη ρύθμιση των όρων και συνθηκών απασχόλησης των εργαζομένων με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) Α’ βαθμού και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αυτών" αφορά εργαζομένους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου στους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ αυτών, ενώ η από 26.3.2004 κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας των εργαζομένων στις δημοτικές επιχειρήσεις Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως όλης της χώρας, αφορά εργαζόμενους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, πρόκειται δηλαδή για ΣΣΕ που αναφέρονται σε εργαζόμενους οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία (με σχέση δημοσίου δικαίου οι μεν και ιδιωτικού δικαίου οι δε), έχουν διαφορετικούς εργοδότες που διέπονται από διαφορετικό νομικό καθεστώς και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαυών, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 5 παρ. 2 και 3 του ν. 3239/1955, 2 παρ. 2 , 3 παρ. 3,4,5,6,7 και 10 του ν. 1876/1990, 7 της από 26.3.2004 σσε των εργαζομένων στις δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και αποχέτευσης όλης της χώρας και 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Πατρών η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος Τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.

 Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ολ ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1056/2014, 42/2014). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ειδικότερα της αποδίδουν την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας έσφαλλε περί την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και την αποδεικτική δύναμη της φύσης, του χαρακτήρα και του περιεχομένου των πραγματικών περιστατικών καθεαυτά που αφορούν στην απασχόλησή και απέρριψε την αγωγή με την αιτιολογία ότι "...δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες εργάζονται αποκλειστικά στον τομέα της αποχετεύσεως, καθόσον οι ίδιοι συνομολογούν στην αγωγή ότι οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος και όγδοος εξ αυτών εργάζονται στην ύδρευση και την αποχέτευση, ο τρίτος και έκτος εργάζονται αποκλειστικά στην ύδρευση και ο έβδομος είναι εργατοτεχνίτης χωρίς να αποδεικνύεται ότι εργάζεται αποκλειστικά στην αποχέτευση καθόσον ούτε μάρτυρας αποδείξεως εξετάσθηκε αλλά ούτε και έγγραφο προσκομίσθηκε αποδεικνύον την αποκλειστική του απασχόληση στην αποχέτευση..." Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αμφισβητείται η ουσιαστική κρίση του Εφετείου ως προς το είδος των υπηρεσιών που παρείχαν οι αναιρεσείοντες, δηλαδή με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί η κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης, η οποία όμως είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν ο αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.7.2011, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 60/4.7.2011, αίτηση των Ι. Μ. κ.λ.π. κατά της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) Αγρινίου, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 247/2011 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

 Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

 ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2015.

 ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2015.

 Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Πηγή: Taxheaven