Img

'Αρθρα Κ. Καραμάνης - Απάντηση στο: Χ. Ξένου, «Νόμος 4308/2014: Μύθος και πραγματικότητα

Κ. Καραμάνης

Απάντηση στο: Χ. Ξένου, «Νόμος 4308/2014: Μύθος και πραγματικότητα»

Εισαγωγικά

O δημόσιος διάλογος ―όταν βέβαια αρθρώνεται με τη δέουσα ευγένεια, σεβασμό και τεκμηρίωση στον έντυπο, ηλεκτρονικό αλλά και στον προφορικό λόγο― προάγει τη γνώση και την κατανόηση των διαφορετικών απόψεων. Από την αρχή της ενασχόλησής μου με τη σύνταξη του νόμου 4308/2014 πριν από τρία χρόνια, ως πρόεδρος των σχετικών επιτροπών, θεώρησα χρέος μου, όπως και άλλοι, να αφιερώσουμε πολύτιμο προσωπικό χρόνο για την επιτυχή ολοκλήρωση του έργου. Πέρα από τις περίπου 35 παρουσιάσεις του νόμου που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες πόλεις σε όλη τη χώρα, σε συνεργασία με τοπικούς συλλόγους λογιστών, χωρίς απολύτως καμία αμοιβή, με σειρά παρεμβάσεων προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε διάφορα θέματα, ερωτήματα και απόψεις. Εκ της θεσμικής μου θέσεως, αλλά και λόγω του ότι ο εκσυγχρονισμός του λογιστικού πλαισίου είναι εκ φύσεως ένα σημαντικό θέμα για τη λειτουργία της αγοράς, οφείλω να δίνω τις απαιτούμενες απαντήσεις και διευκρινίσεις στα θέματα που τίθενται, γινόμενος ίσως λίγο δυσάρεστος μερικές φορές.

Όσον αφορά στο κείμενο του κ. Ξένου (εφεξής συντάκτης), υπάρχει πρόσθετος λόγος παρέμβασης, που έχει να κάνει με της θεσμική του θέση ως μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΣΟΕΛ, την οποία και επικαλείται στο κείμενό του, αλλά και με το γεγονός ότι οι απόψεις που εκφράζει είναι, όπως τεκμηριώνω εδώ, συνολικά εσφαλμένες. Συνεπώς, η παρέμβαση αυτή αποσκοπεί μόνο στην εξήγηση των ζητημάτων που εγείρει ο συντάκτης, για να μη δημιουργείται σύγχυση σε λογιστές, ελεγκτές και επιχειρήσεις, που καλούνται να εφαρμόσουν τον νόμο.

Σχετικά με το αίτημα περί αναστολής της εφαρμογής των ΕΛΠ, που ο συντάκτης εμμέσως θέτει στο τέλος του κειμένου του, επαναλαμβάνω την προσωπική μου άποψη ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο οι αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συναινέσουν σε παράταση, δεδομένου ότι ο νόμος 4308/2014 διορθώνει παραβιάσεις των ευρωπαϊκών λογιστικών οδηγιών, πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί μια σημαντική πραγματική μεταρρύθμιση, μειώνοντας δραστικά την πολυνομία. Βεβαίως, η εξεύρεση τρόπων διευκόλυνσης της λειτουργίας της αγοράς, όπου και εάν υπάρχει πρόβλημα, είναι διαφορετικής τάξεως ζήτημα.

Η διοργάνωση μιας ημερίδας με δημόσια ανοικτή και νηφάλια συζήτηση επί των σημαντικών θεμάτων της λογιστικής και του επαγγέλματος, μπορεί να βοηθήσει στην άρση παρανοήσεων και την αποφυγή παραπληροφόρησης, αναφορικά με τα ΕΛΠ.

Τέλος, επειδή ο συντάκτης κάνει σχετική αναφορά, θέλω να δηλώσω ότι τα μέλη της Διαρκούς Επιτροπής του άρθρου 39 του νόμου 4308/2014, όπως και η ομάδα εργασίας που συνέταξε το νόμο, βάσει των σχετικών δημοσιευμένων υπουργικών αποφάσεων, δεν έλαβαν και δεν λαμβάνουν απολύτως καμία αμοιβή.

Α. ΠΕΡΙ  ΓΛΩΣΣΑΣ  ΚΑΙ  ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ  ΤΩΝ  ΕΛΠ

Η γλώσσα είναι το βασικό εργαλείο με το οποίο ο άνθρωπος εκφράζεται, επικοινωνεί και διαλογίζεται. Επομένως, συμμερίζομαι απολύτως την ευαισθησία του συντάκτη για την ελληνική γλώσσα, και για το λόγο αυτό προτάσσεται στην απάντηση το ζήτημα της γλώσσας και της ορολογίας. Ωστόσο διαφωνώ μαζί του και θα εξηγήσω τεκμηριωμένα ότι οι αιτιάσεις του σε ότι αφορά την ορολογία του ν. 4308/2014 είναι εσφαλμένες.

Όπως οι διαπρεπέστεροι των γλωσσολόγων αναφέρουν, η γλώσσα είναι ένας ζωντανός οργανισμός που πρέπει να εξελίσσεται παρακολουθώντας τις αλλαγές στην κοινωνία αλλά και στην οικονομία. Μια γλώσσα φτωχαίνει όταν δεν προσθέτει λέξεις για να αποδίδονται με ασφάλεια και ευχέρεια νέα νοήματα, νέες έννοιες και όροι. Ως εκ τούτου, έχει ιδιαίτερη σημασία η χρήση νεότερων έγκυρων λεξικών για την ορθή χρήση της γλώσσας, και όχι μόνο παλαιότερων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχουν εισαχθεί πολλές λέξεις στην ελληνική γλώσσα στο χώρο της Λογιστικής και των επιχειρήσεων.

Θέση του συντάκτη (παρ. 10, σελ. 20)

«Ιδιαίτερα σοβαρό είναι το πρόβλημα της ορθής απόδοσης επιστημονικών όρων στην Ελληνική γλώσσα … η Ελληνική γλώσσα υπέστη βάναυση κακοποίηση από τους «μεταφραστές» των Δ.Π.Χ.Α., αλλά και της οδηγίας 34/2013/ΕΕ.»

Απάντηση

Η απόδοση ορισμένων όρων στα Δ.Π.Χ.Α. και στην επίσημη μετάφραση της οδηγίας 2013/34/ΕΕ είναι πράγματι εσφαλμένη και απαιτείται διόρθωση.

Θέση του συντάκτη (παρ. 10, σελ. 22)

«Όμως οι συντάκτες του νόμου, διαπρεπείς πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και επαγγελματίες θα έπρεπε να γνωρίζουν βασική οικονομική και λογιστική ορολογία. Όλοι έχουν σπουδάσει σε Ελληνικά πανεπιστήμια και πιστεύω ακραδάντως ότι ουδέποτε διδάχτηκαν τους απαράδεκτους αυτούς όρους … Επειδή, κατά τον Εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολομό, οι μεγαλύτερες αξίες στη ζωή του ανθρώπου είναι η ελευθερία και η γλώσσα, αισθάνομαι την ανάγκη να εκφράσω την αγανάκτησή μου για το έγκλημα το οποίο έχει διαπραχθεί σε βάρος της γλώσσας μας. Η ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας είναι τεράστια.»

Απάντηση

Η απάντηση αναλυτικά σε κάθε όρο προς τον οποίο ο συντάκτης διαφωνεί, δίνεται παρακάτω.

Αναγνώριση (recognition) και όχι καταχώριση

Προκρίνεται ο όρος «αναγνώριση» (recognition) για να σηματοδοτήσει ότι πριν την καταχώρηση στα βιβλία προηγείται η νοητική επεξεργασία των δεδομένων, δηλαδή η κρίση περί του εάν έχει προκύψει ένα περιουσιακό στοιχείο, υποχρέωση, έσοδο/κέρδος, έξοδο/ζημία ή καθαρή θέση (αναγνώριση). Το γλωσσάριο όρων δίνει τον ορισμό της έννοιας της αναγνώρισης.

Που έχει διαπραχθεί το «έγκλημα κατά της ελληνικής γλώσσας»;

Επιμέτρηση (measurement) και όχι αποτίμηση (valuation)

Προκρίνεται ο όρος επιμέτρηση και όχι αποτίμηση διότι αποδίδει ορθότερα το νόημα, όχι απλά επειδή η ίδια αλλαγή έγινε και διεθνώς (από valuation σε measurement).

1.             Ο όρος «αποτίμηση» παραπέμπει στη χρήση τρεχουσών αγοραίων τιμών, δηλαδή σε εύλογες αξίες. Το λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών (2014) στο λήμμα «αποτίμηση» αναφέρει: «2. ΟΙΚΟΝ. Υπολογισμός της τρέχουσας αγοραίας αξίας αγαθών ή υπηρεσιών» (έμφαση).

2.             Το ίδιο λεξικό στο λήμμα «επιμέτρηση» αναφέρει: «2. υπολογισμός που γίνεται στο τέλος μιας διαδικασίας» και παραθέτει ως παράδειγμα (ΝΟΜ.-ΟΙΚ.) «επιμέτρηση λογιστικών μεγεθών / περιουσιακών στοιχείων».

3.             Το πλαίσιο των ΕΛΠ στηρίζεται κατά βάση στο ιστορικό κόστος. Ο προσδιορισμός της λογιστικής αξίας των αποθεμάτων γίνεται στο κόστος κτήσης, το οποίο όμως προσδιορίζεται (μετράται) με βάση μία λογιστική παραδοχή (π.χ. FIFO ή ΜΣΟ). Είναι αυτό αποτίμηση (τρέχουσα αξία) ή επιμέτρηση;

Λογιστικές πολιτικές (Accounting policies) και όχι «Λογιστικές Αρχές, Κανόνες και Μέθοδοι

1.             Η άποψη του συντάκτη προσκρούει στη γενική αρχή ότι μια σύγχρονη γλώσσα πρέπει να έχει μία λέξη για μία έννοια. Αντί αυτού, ο συντάκτης προτείνει την υποκατάσταση της λέξης με τον ίδιο τον ορισμό της έννοιας (βλέπε το σχετικό ορισμό στο Παράρτημα Α του νόμου).

2.             Η επιχείρηση έχει διάφορες πολιτικές για να υλοποιήσει τους στόχους της. Έτσι, έχει τιμολογιακή πολιτική, πολιτική για ανθρώπινους πόρους, για επενδύσεις, για προμήθειες, κλπ. Με τον ίδιο τρόπο έχει και πολιτική σε ότι αφορά τη χρήση λογιστικών κανόνων, από το σύνολο των αποδεκτών λύσεων. Η προσθήκη του επιθέτου «λογιστικές» στο ουσιαστικό «πολιτικές», διευκρινίζει ότι η αναφορά γίνεται σε πολιτικές στο χώρο της λογιστικής.

3.             Το λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών (2014) για το λήμμα «πολιτικές», μεταξύ άλλων συναφών εννοιών, παραθέτει: «1. πεδίο δράσης που αφορά τη διαχείριση και την άσκηση εξουσίας σε ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο … 2. το σύνολο των μέτρων και των χειρισμών που ακολουθούνται από μια κυβέρνηση σε συγκεκριμένο τομέα … 4. τρόπος διαχείρισης ή αντιμετώπισης ορισμένης κατάστασης.»

Ποσοτικοποίηση και όχι προσδιορισμός της ποσότητας

1.             Για την πρόοδο της γλώσσας, δεν είναι ορθό μια έννοια που μπορεί να αποδοθεί με μία λέξη να αποδίδεται με τρεις λέξεις, το οποίο συνιστά ένδειξη γλωσσικής ένδειας.

2.             Η λέξη «ποσοτικοποίηση» (απόδοση του αγγλικού quantification) συναντάται στο λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών (2014) με το εξής νόημα: «ποσοτικοποίηση 1. Καθορισμός της ποσότητας ή μετατροπή διαδικασίας σε ποσοτικά μετρήσιμο μέγεθος …»

Διακράτηση

Ο συντάκτης διατηρεί επιφυλάξεις για τη χρήση του όρου «διακράτηση», χωρίς ωστόσο να κάνει συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση. Ο όρος είναι σε ευρύτατη χρήση στο χώρο της Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής, για πολλά χρόνια. Το λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών (2014) στο λήμμα «διακράτηση» αναφέρει: «Διακράτηση … (λογ.) (συνήθ. για επενδυτική θέση) διατήρηση για ορισμένο χρονικό διάστημα: ~ αξιών/μεριδίων/μετοχών/ομολόγων …»

Β. ΠΕΡΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΤΟΥ Ν. 4308/2014

Το κείμενο των προτάσεων της ομάδας εργασίας, στην οποία μετείχα ως πρόεδρος, και το οποίο στη συνέχεια έγινε ο νόμος 4308/2014, έτυχε ουσιαστικής διαβούλευσης με εκπροσώπους των επιχειρήσεων, των λογιστών και των ελεγκτών. Ως αποτέλεσμα ουσιαστικού διαλόγου, παρά τις αρχικές έντονες αλλά μεμονωμένες αντιδράσεις, ο νόμος ψηφίστηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών του κοινοβουλίου, με την σχεδόν καθολική στήριξη του επιχειρηματικού κόσμου, αλλά και τη γενική στήριξη ή την αποδοχή του επαγγέλματος. Τα πρακτικά της Βουλής επί του θέματος είναι αψευδής μάρτυρας.

Ειδικά, το κείμενο των προτάσεων συζητήθηκε στη λεπτομέρεια με εκπροσώπους των ελεγκτικών εταιρειών σε δύο κύκλους, ύστερα από σχετική επιστολή προς το ΣΟΕΛ. Μάλιστα στον πρώτο κύκλο μετείχε και ο συντάκτης. Σε κάθε κύκλο έγιναν αρκετές ολοήμερες συναντήσεις. Η διαδικασία αυτή ήταν ουσιαστική και βελτίωσε την ποιότητα, την πληρότητα και την εσωτερική συνοχή του κειμένου του νόμου.

Γ. ΠΕΡΙ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ

Θέση του συντάκτη (παρ. 2.2, σελ. 5)

«Στην πράξη η αρχή του τρέχοντος κόστους εφαρμόζεται με την υιοθέτηση του υποδείγματος της εύλογης αξίας.»

Απάντηση

Ιστορικά, ο όρος τρέχον κόστος (current cost) συνήθως αναφέρεται στο κόστος αντικατάστασης (entry value) και όχι στη αξία πώλησης (exit value), όπως η εύλογη αξία.

Θέση του συντάκτη (παρ. 3, σελ. 6)

«Η αρχή της πραγματοποιήσεως των εσόδων είναι απόρροια της παραδοχής της περιοδικότητας.»

Απάντηση

Στη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο ότι η αρχή του δουλευμένου είναι απόρροια της «αρχής της περιοδικότητας». Επιπλέον, στα σύγχρονα πλαίσια η περιοδική μέτρηση της επίδοσης και της χρηματοοικονομικής θέσης δεν ανάγεται σε λογιστική αρχή. Είναι αυτονόητο ότι οι επιχειρήσεις μετρούν την επίδοσή τους και την χρηματοοικονομική τους θέση σε τακτά διαστήματα. Με την αρχή του δουλευμένου γίνονται λογιστικές εγγραφές και χωρίς απαραίτητα να μεταβάλλονται λογαριασμοί εσόδων και εξόδων.

Θέση του συντάκτη (παρ. 4, σελ. 6)

«Η αρχή της συντηρητικότητας … πρέπει να κυριαρχεί κατά την κατάρτιση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων … Η έννοια της αρχής αυτής (αρχή της συντηρητικότητας) είναι ότι, οσάκις υπάρχει δυνατότητα περισσότερων διαζευκτικών λογιστικών αντιμετωπίσεων, πρέπει να επιλέγεται εκείνη που έχει τη μικρότερη ευνοϊκή επίδραση στην καθαρή περιουσία των μετόχων, δηλαδή εκείνη που εκτιμά ολιγότερο το καθαρό ενεργητικό ή το εισόδημα … Από προσεκτική μελέτη των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται το συμπέρασμα ότι η αρχή της συντηρητικότητας υιοθετείται εμμέσως από την Ελληνική νομοθεσία και τα Δ.Π.Χ.Α.»

Απάντηση

Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της έννοιας της συντηρητικότητας στο απώτερο παρελθόν σε διάφορα εθνικά λογιστικά συστήματα, ή στην τρέχουσα ακαδημαϊκή βιβλιογραφία, πουθενά στην Οδηγία 2013/34/ΕΕ, την οποία ενσωματώνει ο νόμος 4308/14, ούτε φυσικά στα ΔΠΧΑ, δεν υιοθετείται η άποψη ότι πρέπει να εφαρμόζεται εκείνος ο λογιστικός χειρισμός που οδηγεί σε μικρότερα αποτελέσματα και λιγότερο καθαρό ενεργητικό (συντηρητικότητα – conservatism). Μια τέτοια προσέγγιση στην επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων παραβιάζει ευθέως τη θεμελιώδη απαίτηση για αντικειμενικότητα, αλλά και την έννοια της εύλογης παρουσίασης, που από δεκαετίες έχει αναχθεί σε υπέρτατο κριτήριο στη σύνταξη των καταστάσεων.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι, στη διεθνή πρακτική, η υιοθέτηση τέτοιων «συντηρητικών» εκτιμήσεων είναι ένας τρόπος με τον οποίο η πλειοψηφία μπορεί να παραπλανήσει και εν τέλει να εξουθενώσει τη μειοψηφία (π.χ. εξώθηση σε πώληση μετοχών σε χαμηλή τιμή με εμφάνιση χαμηλής ή αρνητικής κερδοφορίας, μη διανομή μερίσματος).

Ο νόμος υιοθετεί την έννοια της σύνεσης (prudence) που υιοθετεί η Οδηγία. Η έννοια της σύνεσης φυσικά δεν έχει σχέση με το περιεχόμενο που αποδίδει ο συντάκτης στον όρο «συντηρητικότητα» και που θα οδηγούσε σε παραπλανητικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις.

Σημειώνεται ότι στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία απαντάται ο όρος «accounting conservatism», με την έννοια όμως της σύνεσης και προσοχής στην άσκηση κρίσης, και όχι με την έννοια που παρουσιάζει ο συντάκτης, η υιοθέτηση της οποίας μπορεί να οδηγήσει σε παραπλανητικές χρηματοοικονομικές καταστάσεις. Ενδεικτικά:

α)      «Η συντηρητική λογιστική απαιτεί προσοχή (caution) όταν η επιμέτρηση είναι αβέβαιη» (Leventis, Dimitropoulos & Owusu-Ansah, 2013, σε μετάφραση)

β)      «Η συντηρητικότητα ορίζεται ως η τάση των λογιστών να απαιτούν μεγαλύτερο βαθμό επιβεβαίωσης για να αναγνωρίσουν καλά νέα από ότι κακά νέα στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις … η κατάσταση αποτελεσμάτων ενσωματώνει τα αρνητικά νέα γρηγορότερα από τα θετικά νέα» (Basu, 1997, σε μετάφραση).

γ)       «Η συντηρητική λογιστική δεσμεύει τους λογιστές σε πιο άμεση ενσωμάτωση αρνητικών νέων (οικονομικές ζημίες) σε σχέση με το χρόνο ενσωμάτωσης των θετικών νέων (οικονομικά κέρδη)» (Lafond & Watts, 2008, σε μετάφραση).

Να σημειωθεί επίσης ότι τα ΔΠΧΑ έχουν λάβει ακόμη πιο προχωρημένη θέση υπέρ της εύλογης παρουσίασης, αντικαθιστώντας την έννοια της σύνεσης (prudence) με την έννοια της ουδετερότητας (neutrality) στο αναθεωρημένο Πλαίσιο του έτους 2010. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να μελετήσει σχετικά το λόγο του Η. Hoogervorst, προέδρου του IASB στην Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Λογιστών (FEE) τα Σεπτέμβριο του 2012. (διαθέσιμο στο διαδίκτυο με λέξεις κλειδιά «Hoogervorst speech to FEE September 2012»).

Θέση του συντάκτη (παρ. 4, σελ. 7)

«Τα μέλη της επιτροπής που συνέταξε τον νόμο και την λογιστική οδηγία μάλλον βρίσκονται σε σύγχυση, όταν … ισχυρίζονται ότι η αρχή της συντηρητικότητας έχει εγκαταλειφθεί, επειδή δεν υιοθετείται από τα Δ.Π.Χ.Α., ενώ η Ευρωπαϊκή οδηγία απαιτεί οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις να συντάσσονται επί συντηρητικών βάσεων

Απάντηση

Ο συντάκτης βρίσκεται σε προφανή πλάνη, η οποία οφείλεται σε εσφαλμένη απόδοση, στην ελληνική μετάφραση της Οδηγίας, του όρου prudence (σύνεση) ως συντηρητική βάση (conservatism). Πουθενά στο κείμενο της Οδηγίας 34 ή της προϊσχύουσας Τέταρτης Οδηγίας (78/660/ΕΟΚ) δεν υπάρχει ο όρος conservative bases ή conservative accounting ή conservatism. Ο όρος που πάντοτε υπήρχε στο κείμενο των ευρωπαϊκών οδηγιών ήταν ο όρος prudence, άσχετα με την εσφαλμένη απόδοσή του στα ελληνικά ως συντηρητικότητα. Να σημειωθεί πάντως ότι, όπως είναι γνωστό, κατισχύει των εθνικών μεταφράσεων, το κείμενο των κανόνων της ΕΕ στην αγγλική γλώσσα.

Θέση του συντάκτη (παρ. 4, σελ. 7)

«Τα μέλη της επιτροπής που συνέταξε τον νόμο και την λογιστική οδηγία μάλλον βρίσκονται σε σύγχυση, όταν … υιοθετούν την θέση ότι στα πλαίσια του ιστορικού κόστους επιτρέπεται ο λογισμός μη πραγματοποιηθέντων κερδών, δηλαδή κερδών από αποτίμηση περιουσιακών στοιχείων στην εύλογη αξία τους. Δεν έχουν προφανώς κατανοήσει ότι η εύλογη αξία είναι εναλλακτική βάση αποτιμήσεως και ότι στα πλαίσια του ιστορικού κόστους δεν επιτρέπεται ο λογισμός μη πραγματοποιηθέντων κερδών.»

Απάντηση

Το συμπέρασμα του συντάκτη είναι εμφανώς αυθαίρετο. Ο νόμος ρητά ορίζει στην παράγραφο 1 του άρθρου 24, όπως προβλέπει η Οδηγία, ότι οι επιχειρήσεις δύνανται, εναλλακτικά της επιμέτρησης στο ιστορικό κόστος να επιμετρούν επιλεγμένα περιουσιακά στοιχεία στην εύλογη αξία. Να σημειωθεί πάντως ότι στα πλαίσια του ιστορικού κόστους αναγνωρίζονται και άλλα μη πραγματοποιημένα κέρδη ή ζημιές, όπως κέρδη/ζημιές από συναλλαγματικές διαφορές (π.χ. διαφορές από καταθέσεις σε ξένο νόμισμα). Δηλαδή, ενώ το βασικό μοντέλο είναι το ιστορικό κόστος, ορισμένα στοιχεία δύνανται να επιμετρούνται να επιμετρούνται σε τρέχουσες αξίες.

Θέση του συντάκτη (παρ. 6.2, σελ. 8 και 6.3, σελ. 9 και 10)

Στις παραγράφους 6.2 και 6.3 ο συντάκτης προβαίνει σε εκτεταμένη αναφορά-κριτική σε θέματα εύλογης αξίας. Η κεντρική θέση που φαίνεται να υποστηρίζει, συχνά με ελλιπή σαφήνεια, είναι ότι στην ΕΕ δεν υιοθετήθηκε η χρήση εύλογων αξιών, αν και φαίνεται να αναγνωρίζει ότι αυτό επιτρέπεται από το κείμενο της Οδηγίας 34. Φαίνεται επίσης να θεωρεί ότι η χρήση εύλογων αξιών εισήχθη στην Ελλάδα με το νόμο 4308/2014. Ενδεικτικά:

«Η Ενωμένη Ευρώπη με τις λογιστικές οδηγίες 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ υιοθέτησε την λογιστική ιστορικού κόστους, τόσο για την κατάρτιση των εταιρικών χρηματοοικονομικών καταστάσεων, όσο και των ενοποιημένων. Όπως προαναφέρθηκε, οι οδηγίες αυτές, περιείχαν προαιρετικές διατάξεις, προκειμένου να ικανοποιείται η Μεγάλη Βρετανία, η οποία εφαρμόζει δικά της λογιστικά πρότυπα, τα οποία συγκλίνουν προς τα Δ.Π.Χ.Α., και ότι οι διατάξεις αυτές ουδέποτε υιοθετήθηκαν από τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες» (σελ. 8).

«Ο κύκλος της ‘πρωτοπορίας’ ολοκληρώνεται με τον ν. 4308/2014 (σελ. 9).

«Ο κεντρικός πυρήνας των χωρών της Ευρώπης, κυρίως Γερμανία και Γαλλία, αλλά και η Χώρα μας στο παρελθόν, ουδέποτε υιοθέτησαν προαιρετική διάταξη των οδηγιών» (σελ. 9-10).

Απάντηση

Δεν έχω σκοπό σε αυτό το κείμενο να εισέλθω στη συζήτηση για τη σκοπιμότητα ή τα προβλήματα που μπορεί να δημιουργούνται από τη χρήση εύλογων αξιών. Με το θέμα αυτό άλλωστε έχουν ασχοληθεί οι κορυφαίοι επιστήμονες στο χώρο των Οικονομικών, της Λογιστικής και της Χρηματοοικονομικής, και οι σχετικές αποφάσεις λαμβάνονται σε αρμόδια διεθνή όργανα.

Προκαλεί πάντως ιδιαίτερη εντύπωση η προφανής άγνοια, η εμμονή και εν τέλει η δημιουργία σύγχυσης στο θέμα των εύλογων αξιών, δεδομένου ότι οι σχετικές ρυθμίσεις της Οδηγίας αλλά και του νόμου είναι απόλυτα σαφείς, ενώ το θέμα αυτό έχει επανειλημμένα εξηγηθεί δημοσίως. Προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας επί του θέματος:

α)      Κατά την Οδηγία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, ειδικά για ορισμένα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις, είτε να απαιτήσουν είτε να επιτρέψουν τη χρήση εύλογων αξιών, εναλλακτικά της χρήσης του ιστορικού κόστους. Δηλαδή, δεν υπάρχει δυνατότητα απαγόρευσης της χρήσης εύλογων αξιών για αυτά τα στοιχεία, εφόσον μια χώρα είναι μέλος της ΕΕ.

β)      Ο νόμος 4308/2014 με σύνεση επέλεξε να επιτρέψει, όχι να επιβάλλει τη χρήση εύλογων αξιών για αυτά τα στοιχεία. Ακριβώς την ίδια λύση είχε υιοθετήσει ήδη από του έτους 2007 και ο κ.ν. 2190/1920, στο άρθρο 43(γ). Δηλαδή, οι Ελληνικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα χρήσης εύλογων αξιών βάσει του κ.ν. 2190/1920 από το 2007, άσχετα εάν στην πράξη ελάχιστες έχουν ασκήσει το δικαίωμα αυτό. Η προαιρετική επέκταση της χρήσης εύλογων αξιών για τα ακίνητα που επίσης προβλέπεται ρητά από την οδηγία, ήλθε να διορθώσει την εσφαλμένη πρακτική που επέβαλλε ο ν. 2065/92, περί υποχρεωτικής αναπροσαρμογής των ακινήτων κάθε τέσσερα χρόνια με παντελώς μη αποδεκτά λογιστικά κριτήρια.

γ)       Αντικειμενικά, οι σχετικές με τις εύλογες αξίες διατάξεις του 4308/2014 είναι σαφώς πληρέστερες έναντι του κν 2190/1920, γεγονός που επιτρέπει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό την ορθή εφαρμογή και τον έλεγχο των εύλογων αξιών.

Θέση του συντάκτη (παρ. 6.3, σελ. 10)

«Για όλες τις υιοθετηθείσες προαιρετικές διατάξεις (της Οδηγίας) παρέχεται στις επιχειρήσεις η δυνατότητα και όχι η υποχρέωση εφαρμογής».

Απάντηση

Πράγματι, ο νόμος δεν έχει ενσωματώσει ως υποχρεωτικές, προαιρετικές διατάξεις της Οδηγίας, ιδίως σε ότι αφορά τη χρήση εύλογων αξιών.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.1, σελ. 11)

Δυνατότητα αντιμετώπισης δαπανών συντήρησης ως πάγιο.

Απάντηση

Συντήρηση, βάσει των ορισμών του παραρτήματος του νόμου, είναι η δαπάνη που αποσκοπεί στην διατήρηση της παραγωγικής δυνατότητας το παγίου στο αρχικό επίπεδο. Στις πλείστες των περιπτώσεων, η συντήρηση είναι φυσικά έξοδο της χρήσης. Πράγματι, ο νόμος παρέχει τη δυνατότητα αντιμετώπισης δαπανών συντήρησης ως παγίου για την σπάνια περίπτωση όπου η συντήρηση πληροί τα κριτήρια του πάγιου περιουσιακού στοιχείου, δηλαδή έχει ωφέλιμη ζωή πέραν του έτους και ανακτήσιμη αξία, δηλαδή όταν η συντήρηση αυξάνει (σημαντικά) την αξία του παγίου. Στην πράξη, η διάταξη αυτή δύναται να έχει εφαρμογή στην περίπτωση ενός σύνθετου παγίου, δηλαδή ενός παγίου που, ενώ λειτουργικά θεωρείται ενιαίο πάγιο, αποτελείται από περισσότερα συστατικά στοιχεία, κάθε ένα εκ των οποίων δύναται να έχει σημαντική αξία κτήσης, διαφορετική ωφέλιμη οικονομική ζωή και ποικίλλουσα υπολειμματική αξία. Παράδειγμα σύνθετου παγίου μπορεί να είναι ένα πλοίο, ένα αεροσκάφος ή διάφορες ειδικές μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Το θέμα ρυθμίζεται επαρκώς στις παραγράφους 18.1.6 έως 18.1.8 της Οδηγίας της ΕΛΤΕ.

 

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.2, σελ. 11-12)

Για την αναγνώριση εσόδου από συμβάσεις παραχώρησης με τη μέθοδο του ποσοστού ολοκλήρωσης, ο συντάκτης σημειώνει: «… αδυνατούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο εφαρμογής της μεθόδου του ποσοστού ολοκληρώσεως στην καταχώριση του εσόδου, καθώς και την σχέση που μπορεί να έχει η Διερμηνεία 15 των Δ.Π.Χ.Α., η οποία αναφέρεται σε συμβάσεις για την κατασκευή ακινήτων, με το εξεταζόμενο θέμα.»

Απάντηση

Εάν μια επιχείρηση συμβληθεί με το κράτος για την κατασκευή με δικά της μέσα ενός έργου (π.χ. ενός δρόμου), το οποίο θα εκμεταλλεύεται για 20 χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του, κατά το κατασκευαστικό στάδιο του δρόμου (έστω 2 έτη), η επιχείρηση λειτουργεί ως κατασκευαστής έργου για λογαριασμό του κράτους. Συνεπώς, έχει εφαρμογή η μέθοδος του ποσοστού ολοκλήρωσης.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.2, σελ. 11-12)

«Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι ο νόμος δεν επιτρέπει την καταχώριση εξόδων ιδρύσεως και πρώτης εγκαταστάσεως, ενώ η Ευρωπαϊκή οδηγία την επιτρέπει.»

Απάντηση

Ο νόμος δεν επιτρέπει την αναγνώριση εξόδων ίδρυσης και πρώτης εγκατάστασης, διότι απλά οι δαπάνες αυτές δεν πληρούν τον ορισμό του περιουσιακού στοιχείου. Εφόσον το ποσό μιας δαπάνης δεν είναι ανακτήσιμο, δεν νοείται η αναγνώριση περιουσιακού στοιχείου. Ο νόμος δίνει προτεραιότητα στην ακεραιότητα και αξιοπιστία του ισολογισμού, έναντι της αρχής της συσχέτισης εσόδων και εξόδων, με την απόσβεση μη ανακτήσιμων δαπανών σε ad hoc καθοριζόμενες χρονικές περιόδους.

Φαντάζομαι ότι ουδείς αναπολεί την πρακτική των τελευταίων δεκαετιών, με την κάλυψη μάλιστα πληθώρας ειδικών νομοθετημάτων, για κεφαλαιοποίηση οριστικών (μη αναστρέψιμων) ζημιών και απόσβεσή τους σε βολικό χρονικό ορίζοντα, ώστε να μη θίγεται η κερδοφορία των επιχειρήσεων. Η πρακτική αυτή, στην οποία βέβαια δεν αντιστάθηκαν πολλοί, δεν βοήθησε τη βιωσιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε σήμερα. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα, από διάφορους κλάδους επιχειρήσεων που «έσκασαν» ―εκδόσεις, ναυτιλία, ΜΜΕ, ασφάλειες, κλπ― έχοντας συσσωρεύσει ιδιαίτερα μεγάλα μη ανακτήσιμα ποσά στον ισολογισμό τους. Οι συνέπειες υπήρξαν ιδιαίτερα τραγικές, τόσο προσωπικά για ορισμένα στελέχη-ιδιοκτήτες, όσο και για εργαζόμενους, μετόχους, ασφαλισμένους, τράπεζες, κλπ.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.4, σελ. 12)

«Υπάρχει αξιόπιστη τεκμηρίωση των λόγων, για τους οποίους αντικαταστάθηκε ο όρος ‘πραγματική εικόνα’ με τον όρο ‘εύλογη παρουσίαση’. Δηλώνουμε ότι μια απάντηση του τύπου ‘ο όρος εύλογη παρουσίαση υιοθετείται από τα Δ.Π.Χ.Α.’ δεν θα κριθεί επαρκής.»

Απάντηση

Δεν είναι καλή πρακτική ο ορκωτός λογιστής στην έκθεση ελέγχου να διατυπώνει την επαγγελματική του γνώμη για το εάν οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις «παρουσιάζουν εύλογα, από κάθε ουσιώδη άποψη, …», και το λογιστικό πλαίσιο να απαιτεί οι καταστάσεις να παρουσιάζουν «την πραγματική εικόνα». Ως ελεγκτής εταιρειών, ο συντάκτης θα έχει υπογράψει αρκετές εκθέσεις ελέγχου με την εν λόγω διατύπωση, σύμφωνα με τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα.

Κατ’ αρχήν, ο νόμος 4308/2014 στο σημείο αυτό διασφαλίζει την ταυτότητα λόγου, από την οποία οφείλει να διακρίνεται το κανονιστικό πλαίσιο. Σημειώνεται ότι η μορφή της έκθεσης ελέγχου προέρχεται από τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου που έχουν μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, σε συνεργασία με τη Κύπρο, και το τελικό κείμενο έχει διαβιβαστεί στις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέραν αυτού, η χρήση του οριστικού άρθρου «την» και του επιθέτου «πραγματική» για την απόδοση στα ελληνικά από το αγγλικό κείμενο της Οδηγίας, του αόριστου άρθρου «a» και των δύο επιθέτων «true and fair» (ή του fairly present των αμερικανικών προτύπων), είναι εσφαλμένη. Κατ’ ελάχιστον, το αόριστο άρθρο «a» υποδηλώνει ότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες «εύλογες εικόνες», εάν για παράδειγμα αλλάξει ένας λογιστικός κανόνας ή μια λογιστική πολιτική.

Το πρόβλημα της μετάφρασης του όρου “a true and fair view» δεν είναι μοναδικά ελληνικό και επί του προκειμένου υπάρχει διεθνής βιβλιογραφία, για κάθε ενδιαφερόμενο.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.5, σελ. 12)

«Υπάρχει αξιόπιστη τεκμηρίωση των λόγων, για τους οποίους απαγορεύθηκε η χρήση της μεθόδου αποτιμήσεως LIFO; Δηλώνουμε ότι μια απάντηση του τύπου «η μέθοδος αποτιμήσεως LIFO δεν είναι αποδεκτή από τα Δ.Π.Χ.Α.» δεν θα κριθεί επαρκής.»

Απάντηση

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για την κατάργηση της LIFO. Ενδεικτικά:

1.             Η χρήση LIFO για μεγάλα χρονικά διαστήματα και με αυξητική τάση στις τιμές οδηγεί σε διαστρεβλωμένη παρουσίαση των αποθεμάτων που παρουσιάζονται σε αξία που δεν έχει καμία σχέση με το τρέχον κόστος κτήσης τους. Για παράδειγμα, εάν μια εταιρεία καυσίμων λειτουργεί για 100 χρόνια και επιμετρά τα αποθέματά της με LIFO, κάθε βαρέλι αποθέματος θα εμφανίζεται με αξία κτήσης την τιμή αγοράς πριν 100 χρόνια (έστω 1$), ενώ το τρέχον κόστος είναι πολλαπλάσιο (πριν από μόλις λίγα χρόνια ξεπερνούσε τα 100$).

2.             Λόγω του υπό (1) προβλήματος, δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα στη συγκρισιμότητα των λογιστικών καταστάσεων μεταξύ επιχειρήσεων, άνευ ουσιαστικού λόγου.

3.             Η χρήση LIFO δίνει τη δυνατότητα για τεχνητή, αλλά νόμιμη, διόγκωση των κερδών με την επιτήδεια πρόσκαιρη μείωση των αποθεμάτων σε μια περίοδο (π.χ. για την επιτυχή είσοδο στο χρηματιστήριο).

4.             Σε κάθε περίπτωση, ελάχιστες επιχειρήσεις χρησιμοποιούσαν LIFO, ούτως ή άλλως.

Με βάση τα προηγούμενα σημεία, δεν είναι κατανοητό που υπάρχει πρόβλημα στην αγορά.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.6, σελ. 13)

«Ποια η πραγματική έννοια της παραγράφου 7, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 6, 8 και 9 του άρθρου 32 του νόμου (αναφέρεται στο θέμα των ενοποιημένων καταστάσεων).»

Απάντηση

Το ερώτημα δεν είναι κατανοητό, όλες αυτές οι προβλέψεις προέρχονται από την οδηγία 34.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.7, σελ. 15)

«Ποια η πραγματική έννοια των περιπτώσεων α και β της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του νόμου (αναφέρεται στο θέμα των ενοποιημένων καταστάσεων).»

Απάντηση

Με την παράγραφο 4 (α και β), εισάγεται από το νόμο βάσει της οδηγίας 34 η μέθοδος της αγοράς κατά την απόκτηση μιας επιχείρησης από την μητρική της.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.8, σελ. 16)

«Ποια η πραγματική έννοια της περιπτώσεως γ της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του νόμου.»

Απάντηση

Με την περίπτωση γ της παραγράφου 4 του άρθρου 34 εισάγεται από το νόμο, βάσει της Οδηγίας 34, η μέθοδος της συνένωσης δικαιωμάτων για τις επιχειρήσεις υπό κοινό έλεγχο.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.9, σελ. 17)

«Σε ποια αξία των ιδίων κεφαλαίων υπολογίζονται τα δικαιώματα που δεν ασκούν έλεγχο, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 34 του νόμου»

Απάντηση

Το θέμα των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων δεν είναι απλό και για το λόγο αυτό ο νόμος έδωσε τη μέγιστη δυνατή απαλλαγή που προβλέπεται από την Οδηγία 34, επιβάλλοντας τη σύνταξη ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων μόνο στους μεγάλους ομίλους που έχουν τους πόρους να ανταποκριθούν σε αυτό. Η Οδηγία 34 δεν προβλέπει συγκεκριμένη μέθοδο για την εμφάνιση των δικαιωμάτων που δεν ασκούν έλεγχο, προφανώς για λόγους συμβατότητας με τα ΔΠΧΑ. Η Λογιστική Οδηγία του νόμου (ΕΛΤΕ) παραπέμπει για το θέμα αυτό στο ΔΠΧΑ 3, το οποίο προβλέπει δύο μεθόδους, την μέθοδο της εμφάνισης των δικαιωμάτων που δεν ασκούν έλεγχο στην εύλογη αξία (περιλαμβάνει την αξία της αναλογούσας υπεραξίας κατά την αγορά της θυγατρικής) και την μέθοδο της εμφάνισης βάσει του ποσοστού μόνο επί των αναγνωρισμένων καθαρών περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής.

Θέση του συντάκτη (παρ. 7.10, σελ. 17)

«Η κατάρτιση της εκθέσεως διαχειρίσεως επί των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων είναι υποχρεωτική (κ.ν. 2190/1920, άρθρο 108, § 1 και οδηγία 34/2013/ΕΕ, άρθρα 29 και 30).»

Απάντηση

Ορθή παρατήρηση, έχει ήδη προταθεί σχετική τροποποίηση.

Θέση του συντάκτη (παρ. 8, σελ. 17)

«Τα δύο υποδείγματα (ισολογισμού) που περιλαμβάνονται στο νόμο δεν έχουν καμιά σχέση με αυτά της οδηγίας και διαφοροποιούνται από πλευράς περιεχομένου.»

Απάντηση

Τα υποδείγματα των οικονομικών καταστάσεων του ν. 4308/2014, είναι απολύτως συμβατά με την Οδηγία, είναι απλούστερα των υποδειγμάτων του ΕΓΛΣ, και βεβαίως είναι ευθυγραμμισμένα με τα υποδείγματα των ΔΠΧΑ, αλλά και την επικρατούσα διεθνή πρακτική. Αυτό θεωρώ ότι είναι πλεονέκτημα έναντι του υποδείγματος του ΕΓΛΣ, καθώς βελτιώνεται η συγκρισιμότητα των οικονομικών δεδομένων των ελληνικών επιχειρήσεων, τόσο μεταξύ τους, όσο και με το εξωτερικό.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 17-18)

Ο συντάκτης ισχυρίζεται ότι η κατάργηση του Π.Δ. 1123/1980, Π.Δ. 148/1984 (ασφαλιστικές επιχειρήσεις) και Π.Δ. 384/1992 (τράπεζες) «έγινε καθ’ υπέρβαση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 34/2013/ΕΕ».

Απάντηση

Δεν υπάρχει καμία υπέρβαση ή παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, και ως εκ τούτου το συμπέρασμα του συντάκτη είναι αυθαίρετο. Σε κάθε περίπτωση, οι αρχές της ευρωπαϊκής ένωσης έχουν λάβει γνώση του περιεχομένου του ν. 4308/2014. Ειδικά σε ότι έχει να κάνει με τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, η υποχρεωτική υπαγωγή τους στα ΔΠΧΑ απαιτούσε την κατάργηση των σχετικών Π.Δ.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19)

«Ο ν. 4308/2014 ένα σχέδιο λογαριασμών αμφιβόλου χρησιμότητας. Καμιά επιχείρηση δεν το έχει υιοθετήσει και δύο από τα μέλη της συντακτικής του νόμου επιτροπής, σε βιβλίο που εξέδωσαν, χρησιμοποιούν το κωδικολόγιο του π.δ. 1123/1980.»

Απάντηση

1.             Σύμφωνα με την κρατούσα διεθνή πρακτική, οι επιχειρήσεις πλέον δεν υποχρεούνται στην τήρηση ενός συγκεκριμένου κωδικολογίου λογαριασμών, μολονότι σε αρκετές χώρες υπάρχει ένα προτεινόμενο (προαιρετικό) σχέδιο λογαριασμών, συχνά ως πρωτοβουλία των παραγωγικών τάξεων. Αυτό (προαιρετικό κωδικολόγιο) πλέον ισχύει και στη χώρα μας. Σημειώνεται επίσης ότι, εξ’ όσων είναι γνωστά, καμία ελληνική επιχείρηση με θυγατρικές στο εξωτερικό δεν είχε πρόβλημα να εφαρμόσει το δικό της σχέδιο λογαριασμών (δηλαδή το ΕΓΛΣ) στις χώρες υποδοχής.

2.             Όπως είναι γνωστό στα μέλη της ομάδας εργασίας που συνέταξε το νόμο, δεν υπήρχε αρχικά πρόθεση για σύνταξη νέου σχεδίου λογαριασμών (κωδικολόγιο). Η θέση της επιτροπής για το θέμα ήταν απλά να καταστεί η χρήση του σχεδίου λογαριασμών του ΕΓΛΣ προαιρετική. Δηλαδή, είχε αποφασιστεί στην ομάδα εργασίας το σχέδιο λογαριασμών του ΕΓΛΣ, ως τμήμα της εσωτερικής οργάνωσης της επιχείρησης, να πάψει να είναι υποχρεωτικής εφαρμογής.

3.             Στα πλαίσια της διαβούλευσης με τους φορείς, ετέθη το αίτημα για σύνταξη σχεδίου λογαριασμών πλήρως ευθυγραμμισμένου με το περιεχόμενο και την ονοματολογία του νόμου. Για αυτόν και μόνο το λόγο, για διευκόλυνση της αγοράς και μόνο, καταρτίσθηκε από την ομάδα εργασίας που συνέταξε το νόμο 4308/2014 το σχέδιο λογαριασμών των ΕΛΠ, καθαρά προαιρετικής εφαρμογής ως προς τους κωδικούς.

4.             Η κατάργηση της υποχρεωτικότητας του σχεδίου λογαριασμών του ΕΓΛΣ απάλλαξε τις επιχειρήσεις από το δαιδαλώδες, δυσνόητο, άνευ λογιστικής ουσίας, μοναδικά ελληνικό, και κοστοβόρο σύστημα κλεισίματος λογαριασμών και προσδιορισμού αποτελεσμάτων στην ομάδα 8 του ΕΓΛΣ. Για κάτι πραγματικά αχρείαστο, πόσες ανθρωποώρες μελέτης, εργασίας και σεμιναρίων έχουν σπαταληθεί;

5.             Ο συντάκτης του κειμένου δεν διατυπώνει τη θέση του αναφορικά με την κατάργηση του μοναδικά ελληνικού συστήματος της αναλυτικής λογιστικής του ΕΓΛΣ με τον προσδιορισμό κόστους μέσω λογιστικών εγγραφών. Υπάρχουν εκτιμήσεις για το πόσο κόστισε στην ελληνική οικονομία η υπόθεση της αναλυτικής λογιστικής σε λογισμικά, ανθρωποώρες για μελέτη, αχρείαστη εργασία, και φυσικά σεμινάρια; Να σημειωθεί πως όταν η Ελλάδα εισήγαγε ως υποχρεωτικό το σύστημα της αναλυτικής λογιστικής του ΕΓΛΣ, η Γαλλία καταργούσε κάθε αναφορά στο λογιστικό της πλαίσιο σε ζητήματα αναλυτικής λογιστικής (Nobes and Parker, Comparative International Accounting).

6.             Είναι εκτός λογικής να περιστρέφεται η συζήτηση για τη Λογιστική γύρω από το σχέδιο λογαριασμών. Το σχέδιο λογαριασμών δεν είναι ουσιαστικό λογιστικό ζήτημα, όσο και εάν ακούγεται παράξενο. Σε καμία χώρα δεν γίνεται σήμερα δημόσιος διάλογος για τέτοια θέματα. Η συζήτηση για υποχρεωτικά εθνικά σχέδια λογαριασμών έγινε στις αρχές προς τα μέσα του προηγούμενου αιώνα και έχει πλέον κλείσει. Δοκιμάστηκαν υποχρεωτικά σχέδια λογαριασμών σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων χωρών με κρατικά ελεγχόμενη οικονομία. Σήμερα, η υποχρεωτική εφαρμογή ενός κωδικολογίου λογαριασμών σε εθνικό επίπεδο έχει εγκαταλειφθεί.

7.             Η υποχρεωτική εφαρμογή κωδικολογίου λογαριασμών δεν απέτρεψε την χώρα μας από το να φιγουράρει στις πρώτες θέσεις στη χειραγώγηση λογιστικών μεγεθών παγκοσμίως (Journal of Accounting and Economics, 2003).

8.             Το σχέδιο λογαριασμών δεν είναι ζήτημα δόγματος. Στην παρούσα δεινή οικονομική συγκυρία είναι προφανές ότι οι επιχειρήσεις αυτονόητα επιλέγουν τις ελάχιστες δυνατές αλλαγές για μείωση του κόστους. Η καθημερινή πράξη θα δείξει μεσοπρόθεσμα ποιο σχέδιο λογαριασμών εξυπηρετεί τις ανάγκες τις αγοράς. Πάντως, με βάση την εμπειρία άλλων χωρών, για πρακτικούς λόγους η αγορά θα καταλήξει σε ένα σχέδιο λογαριασμών.

9.             Η άρση της υποχρεωτικότητας του σχεδίου λογαριασμών και της σχετικής λογιστικής οργάνωσης (συνδεσμολογία / συλλειτουργία λογαριασμών) σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν θα επιβάλλει τη δική της λογιστική οργάνωση σε ξένες επενδύσεις στη χώρα, που τόσο έχουμε ανάγκη. Εκτός εάν πιστεύουμε ότι μπορούμε να διδάξουμε λογιστική οργάνωση σε ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις, στην εποχή των ERP μηχανογραφικών συστημάτων.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19)

«Ως τρέχουσα αξία των εισηγμένων τίτλων είχε οριστεί η χρηματιστηριακή αξία τους. Στον ορισμό αυτό δεν εντοπίζουμε κάποιο σφάλμα, όμως θα επιθυμούσαμε μια λογική εξήγηση σχετικά με το ότι μια υποτίμηση ενός τίτλου στο χρηματιστήριο μπορεί να είναι προσωρινή και να μην απαιτείται καταχώριση ζημίας απομειώσεως, ενώ μια υπερτίμηση είναι οριστική και πρέπει το κέρδος να καταχωρίζεται, είτε στα αποτελέσματα (εμπορικό χαρτοφυλάκιο) είτε στα ίδια κεφάλαια (διαθέσιμα για πώληση).»

Απάντηση

Δεν είναι κατανοητή η θέση του συντάκτη ότι «μια υποτίμηση … μπορεί να είναι προσωρινή και να μην απαιτείται καταχώριση ζημίας …, ενώ μια υπερτίμηση είναι οριστική και πρέπει το κέρδος να καταχωρίζεται». Με τους ίδιους όρους μια υποτίμηση ή υπερτίμηση μπορεί να είναι είτε προσωρινή είτε μόνιμη.

Επομένως, δεν είναι κατανοητό γιατί μια υπερτίμηση θεωρείται a priori κατά το συντάκτη οριστική και γιατί κατά συνέπεια το κέρδος πρέπει να αναγνωρίζεται. Η αναγνώριση κέρδους υπερτίμησης σημαίνει ότι ο συντάκτης εγκαταλείπει το ιστορικό κόστος και την αρχή της συντηρητικότητας που πρεσβεύει και πηγαίνει στην αντίθετη κατεύθυνση, στις εύλογες αξίες.

Στα πλαίσια του ιστορικού κόστους, υπάρχει υποχρέωση αναγνώρισης μόνο της ζημιάς απομείωσης, και εφόσον αυτή κρίνεται μόνιμη. Κατά τεκμήριο, η ζημιά είναι δυνατόν να είναι αναστρέψιμη μόνο σε μακροπρόθεσμα στοιχεία. Η έννοια της μόνιμης απομείωσης, που προέρχεται από την Οδηγία 34, και υπήρχε και στο ν. 2190. Το θέμα εξηγείται εξαντλητικά και με παραδείγματα στη Λογιστική Οδηγία της ΕΛΤΕ, ώστε να γίνει κατανοητός ο τρόπος εφαρμογής.

Σημειώνεται ότι η διατύπωση της θέσης του συντάκτη φαίνεται να μην είναι επαρκώς σαφής και, ως εκ τούτου, είναι πιθανόν μην έχει γίνει πλήρως κατανοητή η άποψή του.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19)

«(Οι) χρεωστικές συναλλαγματικές διαφορές από αποτίμηση δανείων ή πιστώσεων σε ξένο νόμισμα, τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί για την απόκτηση πάγιων στοιχείων … καταχωρίζονταν στα έξοδα εγκαταστάσεως και αποσβένονταν τμηματικά στα έτη διάρκειας του δανείου ή της πιστώσεως. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να αξιολογηθεί με τις συνθήκες της εποχής που υιοθετήθηκε. Αναφερόμαστε στο έτος 1980 με πληθωρισμό της τάξεως του 18%, με τεράστια ποσά χρεωστικών συναλλαγματικών διαφορών, τα οποία κρίθηκε σκόπιμο να μην βαρύνουν τα αποτελέσματα μιας χρήσεως, δεδομένου ότι τα σχετικά ποσά συνδέονταν με απόκτηση πάγιων στοιχείων, από τα οποία η επιχείρηση αναμένει μελλοντικά οικονομικά οφέλη. Και για το θέμα αυτό θα επιθυμούσαμε μια λογική εξήγηση σχετικά με το ότι μια υποτίμηση ενός τίτλου στο χρηματιστήριο μπορεί να είναι προσωρινή και να μην απαιτείται καταχώριση ζημίας απομειώσεως, ενώ μια χρεωστική συναλλαγματική διαφορά από αποτίμηση είναι οριστική και πρέπει να καταχωριστεί στα αποτελέσματα.»

Απάντηση

Η σκέψη του συντάκτη φανερώνει επαγωγική, ad hoc προσέγγιση στην ανάπτυξη λογιστικών κανόνων, χωρίς εσωτερική συνοχή, και με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης. Τα αναφερόμενα από το συντάκτη παραδείγματα είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Η μετοχή έχει συγκεκριμένο κόστος κτήσης και εφόσον εκτιμάται ότι η τυχόν μείωση της τιμής της θα αναστραφεί (η Λογιστική Οδηγία εφαρμογής του νόμου παρέχει εξαντλητική καθοδήγηση σχετικά με αυτό), δεν αναγνωρίζεται ζημία απομείωσης, εφόσον βέβαια η μετοχή έχει χαρακτηρισθεί ως μακροπρόθεσμου επενδυτικού ορίζοντα. Συνεπώς στα πλαίσια του κόστους κτήσης δεν παραβιάζεται η αρχή επιμέτρησης, αφού το κόστος κτήσης τεκμηριώνεται ως ανακτήσιμο. Αντίθετα, σε μια υποχρέωση σε ξένο νόμισμα που αυξάνεται από συναλλαγματική διαφορά και η διαφορά αυτή αναγνωρίζεται ως περιουσιακό στοιχείο υπάρχει παραβίαση της αρχής του κόστους κτήσης, διότι αφενός μεν αναγνωρίζεται περιουσιακό στοιχείο άνευ κόστους κτήσης, αφετέρου δε, δεν υπάρχει καμία τεκμηρίωση για την ανακτησιμότητά του. Σημειώνεται ότι βάσει των διεθνώς αποδεκτών ορισμών, το κόστος κτήσης «μετράται» τη στιγμή της κτήσης. Μεταγενέστερες μεταβολές συνθηκών δεν μπορεί να μεταβάλλουν το ήδη προσδιορισμένο αρχικά κόστος κτήσης.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι επιμέτρηση ενός περιουσιακού στοιχείου ή μιας υποχρέωσης, σημαίνει αύξηση ή μείωση της αξίας του (αν προκύπτει τέτοια αύξηση ή μείωση), με επηρεασμό των αποτελεσμάτων ή (σε ορισμένες περιπτώσεις) κατευθείαν της καθαρής θέσης. Αύξηση ή μείωση της αξίας ενός στοιχείου με ισόποση αύξηση/μείωση ενός άλλου, όπως στο χειρισμό των συναλλαγματικών διαφορών που αναφέρεται στο ερώτημα, δεν είναι επιμέτρηση.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19)

«(Οι) πιστωτικές συναλλαγματικές διαφορές από αποτίμηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα … καταχωρίζονταν στο κεφάλαιο των προβλέψεων και μεταφέρονταν στα έσοδα όταν καθίσταντο πραγματοποιημένες με την είσπραξη των απαιτήσεων ή την εξόφληση των υποχρεώσεων. Η ρύθμιση αυτή ήταν σύμφωνη με την αρχή της πραγματοποιήσεως του εσόδου και, κατά συνέπεια, δεν διαφωνούμε με την ορθότητά της, αλλά καταλληλότερη θα ήταν η εμφάνιση στα έσοδα επόμενων χρήσεων και όχι στις προβλέψεις» (έμφαση).

Απάντηση

Οι εν λόγω πιστωτικές συναλλαγματικές διαφορές αποτελούν κέρδος, βέβαια μη πραγματοποιημένο όπως και οι αντίστοιχες χρεωστικές, και σε καμία περίπτωση πρόβλεψη/υποχρέωση. Να σημειωθεί ότι αναγνώριση υποχρέωσης ισοδυναμεί με αναγνώριση εξόδου κατά το σκέλος της χρέωσης ή με απόκτηση περιουσιακού στοιχείου. Τέτοια «λογιστική αρχή» δεν έχει υιοθετήσει καμία χώρα και ο σχετικός χειρισμός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ελληνικοί ισολογισμοί δεν γίνονταν κατανοητοί / αποδεκτοί διεθνώς. Επίσης, οι πιστωτικές συναλλαγματικές διαφορές δεν μπορεί να είναι έσοδο επομένων χρήσεων, διότι στα πλαίσια της λογιστικής του κόστους κτήσης, έσοδο επομένων χρήσεων είναι ένα ποσό που εισπράχθηκε στην τρέχουσα χρήση, θα δημιουργήσει έξοδα στις επόμενες χρήσεις και συνεπώς θα λογισθεί ως έσοδο σε εκείνες για λόγους αντιστοίχησης των εσόδων με τα σχετικά έξοδα.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19)

«Είναι τόσο σοβαρά τα εντοπισμένα σφάλματα, ώστε να δικαιολογείται η κατάργηση του Ε.Γ.Λ.Σ. και των κλαδικών λογιστικών σχεδίων τραπεζών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων;»

Απάντηση

Η υπαγωγή των τραπεζών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων στα ΔΠΧΑ είναι κεντρική επιλογή σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Συνεπώς, η κατάργηση των κλαδικών λογιστικών σχεδίων ήταν αναπόφευκτη. Φυσικά, ουδείς απαγορεύει στις εν λόγω επιχειρήσεις να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το σχέδιο λογαριασμών (κωδικολόγιο) και τη λογιστική οργάνωση που είχαν, αρκεί με ασφάλεια να γίνεται η αναγνώριση, επιμέτρηση και παρουσίαση των σχετικών πληροφοριών βάσει των υποδειγμάτων του νόμου. Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητά στο νόμο.

Πέραν της διόρθωσης ουσιαστικών σφαλμάτων και παραλείψεων στο προϊσχύον λογιστικό πλαίσιο, που φυσικά δεν περιορίζονται στα λάθη στον ΚΝ 2190/1920 και στο ΕΓΛΣ, η μεγάλη συνεισφορά του ν. 4308/2014 είναι η ριζική αντιμετώπιση της λογιστικής πολυνομίας, η συμπλήρωση κενών και άρση ασαφειών και αντιφάσεων.

Ενδεικτικά, οι λογιστικές διατάξεις περί ΙΚΕ, νομικός τύπος εταιρείας που υπάγεται στην Οδηγία 34, έπρεπε να καταργηθούν διότι παραβίαζαν βασικές διατάξεις της Οδηγίας και γενικώς παραδεκτές λογιστικές αρχές. Δεν νοείται λογιστική τυποποίηση, όταν μια εταιρεία, υπαγόμενη μάλιστα στην Οδηγία, αναγνωρίζει στο ενεργητικό και στο κεφάλαιό της την αξία εργασίας που στο μέλλον θα εισφέρουν οι εταίροι. Δεν υπάρχει ανάλογος κανόνας σε κάποιο άλλο αξιόπιστο λογιστικό πλαίσιο διεθνώς. Εάν αυτό επιτρέπεται στις ΙΚΕ, γιατί να μην επιτρέπεται στις ΕΠΕ ή στις ΑΕ; Σημειώνεται ότι το θέμα αυτό είχε τεθεί το θέμα προ ετών, χωρίς αποτέλεσμα, σε επιστημονικό όργανο του επαγγέλματος στο οποίο μετείχε και ο συντάκτης.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 19-20)

«Είναι θεμιτό οι θεματοφύλακες της λογιστικής τυποποιήσεως να πρωτοστατούν στην κατάργησή της; Αφού δεν πιστεύουν στην λογιστική τυποποίηση γιατί δεν έχουν την ευθιξία να παραιτηθούν από το αρμόδιο όργανο;»

Απάντηση

Είναι προφανές ότι παραμένει πολύ σοβαρή σύγχυση αναφορικά με το περιεχόμενο του όρου «λογιστική τυποποίηση», μολονότι είχαμε εξηγήσει το θέμα στη διάρκεια της διαβούλευσης για το νόμο.

Αρκετές δεκαετίες πριν, είχε αποκτήσει αξιοσημείωτη υποστήριξη η αντίληψη της «λογιστικής τυποποίησης» (accounting standardization). Η αντίληψη αυτή συχνά έβρισκε την έκφρασή της μέσω των λογιστικών σχεδίων, δηλαδή κοινών λογιστικών κανόνων, κοινών υποδειγμάτων λογιστικών καταστάσεων και κοινών σχεδίων λογαριασμών (κωδικολόγια). Σήμερα, η ομοιομορφία στη λογιστική σε διεθνές επίπεδο διατηρεί, και ορθώς, μόνο δύο από τους τρεις αρχικούς στόχους: κοινούς λογιστικούς κανόνες για τις ίδιες συναλλαγές και γεγονότα και κοινά υποδείγματα καταστάσεων. Τους στόχους αυτούς υπηρετεί με συνέπεια ο νόμος 4308/2014. Ο μοναδικός στόχος τον οποίο δεν υπηρετεί ο νόμος 4308/2014 είναι η υποχρεωτική χρήση ενός σχεδίου λογαριασμών (κωδικολογίου), και αυτό γιατί δεν υπάρχει κανένας λόγος στο σημείο αυτό η χώρα μας να μην ακολουθεί τη διεθνή πρακτική.

Είναι προφανές ότι οι απόψεις του συντάκτη περί «ευθιξίας» και «κατάργησης» δεν χρήζουν απαντήσεως.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 20)

«Παρά το γεγονός ότι θεωρούμε την κατάργηση του Ε.Γ.Λ.Σ. και των κλαδικών λογιστικών σχεδίων τραπεζών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων πράξη αφροσύνης, πιστεύουμε ότι η λογιστική τυποποίηση έχει τόσο βαθιές ρίζες στον επιχειρηματικό και λογιστικό κόσμο της χώρας, ώστε στην πράξη θα συνεχίσει να εφαρμόζεται από όλες τις Ελληνικές επιχειρήσεις.»

Απάντηση

1.             Με βάση όσα έχουν εκτεθεί προηγούμενα, η αιτίαση περί πράξεως αφροσύνης δεν χρήζει σχολιασμού.

2.             Εάν με τον όρο «τυποποίηση» στο σημείο αυτό ο συντάκτης αναφέρεται στη χρήση κοινού σχεδίου λογαριασμών, εκτιμάται ότι η πολύ μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί το σχέδιο λογαριασμών του ΕΓΛΣ. Μεσο-μακροπρόθεσμα, θα κριθεί στην καθημερινή πρακτική ποιο σχέδιο λογαριασμών εξυπηρετεί την αγορά.

Θέση του συντάκτη (παρ. 9, σελ. 20)

«Με προσθήκη ελάχιστων λογαριασμών και διόρθωση των ελάχιστων σημείων που έρχονται σε αντίθεση με τον ν. 4308/2014, (το σχέδιο λογαριασμών του ΕΓΛΣ) μπορεί να υποστηρίξει αξιόπιστα την εφαρμογή του νόμου, όπως υποστήριξε αξιόπιστα την εφαρμογή των Δ.Π.Χ.Α. το έτος 2005. Τα οικοδομήματα που έχουν ισχυρή θεμελίωση δεν κατεδαφίζονται.»

Απάντηση

Τη συμπλήρωση του σχεδίου λογαριασμών του ΕΓΛΣ με προσθήκη των, κατά περίπτωση, απαιτούμενων λογαριασμών προβλέπει ο νόμος 4308/2014 (παρ. 8 άρθρου 3). Συνεπώς δεν είναι κατανοητό το θέμα που θέτει ο συντάκτης.

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 22)

«Η Χώρα μας πρέπει να ακολουθήσει την πρακτική της πλειονότητας των Ευρωπαϊκών χωρών και ιδιαιτέρως αυτών που αποτελούν τον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Γερμανίας, Γαλλίας κ.λπ.)»

Απάντηση

Αυτό ακριβώς κάνει η χώρα μας, με εξαίρεση την υποχρεωτική εφαρμογή των ΔΠΧΑ και στις ατομικές (εταιρικές) καταστάσεις των ενοποιούμενων οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος / συμφέροντος (βλέπε περί του θέματος αυτού πιο κάτω).

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 22)

«Να καταργηθεί το 15ο κεφάλαιο του κ.ν. 2190/1920 περί εφαρμογής των Δ.Π.Χ.Α. Οι Ευρωπαϊκοί κανονισμοί είναι επαρκέστατοι.»

Απάντηση

Η πρόταση του συντάκτη έχει ήδη υλοποιηθεί πριν από 18 μήνες (Νοέμβριος 2014), από το νόμο 4308/2014 (άρθρο 38), σε κριτική του οποίου προβαίνει ο συντάκτης.

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 22)

«Να εξεταστούν με ιδιαίτερη προσοχή όλες οι προαιρετικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής οδηγίας 34/2013/ΕΕ, από άτομα που γνωρίζουν τη λογιστική πραγματικότητα σε όλο τον Ευρωπαϊκό χώρο και όχι μόνο στην Αγγλία, και να υιοθετηθούν όσες κρίνεται ότι είναι ωφέλιμες για την Χώρα μας.»

Απάντηση

Ο νόμος και οι οδηγίες της ΕΕ είναι δημόσια διαθέσιμες. Ο καθένας μπορεί να μελετήσει τα σχετικά κείμενα, δημόσιες συζητήσεις μπορούν να οργανωθούν, και στη συνέχεια να υποβληθούν στην κυβέρνηση τεκμηριωμένες και κοστολογημένες προτάσεις, εάν προκύψουν προτάσεις βελτίωσης. Άλλωστε, η αξιολόγηση του νόμου βέλτιστη πρακτική διεθνώς και σε αυτό αποσκοπεί η Διαρκής Επιτροπή.

Σημειώνεται πάντως ότι της ψήφισης του νόμου προηγήθηκε ουσιαστική δημόσια διαβούλευση, και μέσω αυτής της διαβούλευσης επιτεύχθηκε τελικά εξαιρετικά υψηλή σύγκλιση απόψεων κατά την ψήφιση του νόμου.

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 22)

«Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διασφαλιστεί η μη καταχώριση στην κατάσταση αποτελεσμάτων υπολογιστικών κερδών από αποτιμήσεις.»

Απάντηση

Η υλοποίηση της πρότασης του συντάκτη είτε προϋποθέτει έξοδο της χώρας από την ΕΕ είτε οδηγεί σε παραβίαση της Οδηγίας 34. Νομικά, δεν μπορεί η Ελλάδα να απαγορεύσει τη χρήση εύλογων αξιών στα χρηματοοικονομικά στοιχεία, ούτε φυσικά ένα τέτοιο μέτρο είναι σκόπιμο στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας (πρόσβαση στις διεθνείς χρηματαγορές – κεφαλαιαγορές, στρατηγικές συμμαχίες, κλπ.). Ο έλεγχος των εύλογων αξιών είναι, βεβαίως, διαφορετικό θέμα.

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 22)

«Τα Δ.Π.Χ.Α. πρέπει να εφαρμόζονται μόνο στις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις των εταιρειών, των οποίων οι τίτλοι είναι δεκτοί προς διαπραγμάτευση στο χρηματιστήριο Αθήνας.»

Απάντηση

1.             Βάσει του κανονισμού 1606/2002 και της Οδηγίας 34, τα ΔΠΧΑ εφαρμόζονται υποχρεωτικά στις ενοποιημένες καταστάσεις των εταιρειών δημοσίου ενδιαφέροντος / συμφέροντος.

2.             Η Ελλάδα, έχει επιλέξει την υποχρεωτική εφαρμογή των ΔΠΧΑ και στις ατομικές (εταιρικές) καταστάσεις των ενοποιούμενων οντοτήτων. Με δεδομένο ότι η χώρα διαθέτει πλέον ένα ολοκληρωμένο, πλήρες και λιγότερο κοστοβόρο εναλλακτικό λογιστικό πλαίσιο έναντι των ΔΠΧΑ, τα ΕΛΠ, πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η άρση της σχετικής υποχρέωσης. Αυτό μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις, να μειώσει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων (κόστος συμμόρφωσης), χωρίς καμία αρνητική επίπτωση. Σημειώνω ωστόσο, από μνήμης, ότι στη διάρκεια της διαβούλευσης ουδείς πρότεινε ή υποστήριξε αυτή την πρόταση.

3.             Ωστόσο, σε απολύτως καμία περίπτωση δεν είναι δυνατόν να απαγορευτεί η εφαρμογή των ΔΠΧΑ σε μια εταιρεία που δεν συντάσσει ενοποιημένες καταστάσεις ή δεν ενοποιείται η ίδια. Κάτι τέτοιο, όπως φαίνεται να υπονοεί ο συντάκτης, ενδεχομένως να υπηρετούσε ορισμένα στενά επαγγελματικά συμφέροντα, θα ήταν όμως εις βάρος της εθνικής οικονομίας, με δεδομένο ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις λειτουργούν μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Ούτε είναι λογικό να αναλάβουν, άνευ λόγου, οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις το κόστος κατάρτισης δύο σειρών λογιστικών καταστάσεων (επιπλέον της αυτονόητης παρακολούθησης και της φορολογικής βάσης).

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 23)

«3) Προτείνουμε να επιτρέπεται η κεφαλαιοποίηση εξόδων ιδρύσεως και πρώτης εγκαταστάσεως μέχρι την έναρξη της παραγωγικής ή συναλλακτικής δραστηριότητας της επιχειρήσεως, δεδομένου ότι για το χρονικό αυτό διάστημα η επιχείρηση στερείται εσόδων, και να αποκλείεται η κεφαλαιοποίηση οποιωνδήποτε εξόδων μετά την έναρξη των εργασιών της επιχειρήσεως.»

Απάντηση

Η αναγνώριση τέτοιων εξόδων, με δεδομένη μάλιστα την εμπειρία του παρελθόντος, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι τα ποσά αυτά δεν πληρούν τον ορισμό του περιουσιακού στοιχείου καθώς δεν είναι κατά κανόνα ανακτήσιμα. Σε απλή γλώσσα, η πρόταση οδηγεί σε «φούσκες» στον ισολογισμό.

Να σημειωθεί επίσης ότι, όπως τεκμηριωμένα δείχνει η διεθνής επιστημονική έρευνα, οι συμμετέχοντες στην αγορά (επενδυτές, τράπεζες, κλπ.) στη λήψη αποφάσεων διαγράφουν από το ενεργητικό τυχόν κεφαλαιοποιημένα έξοδα ίδρυσης και πρώτης εγκατάστασης (προσαρμόζοντας ταυτόχρονα την καθαρή θέση / καθαρά κέρδη αναλόγως). Συνεπώς, η αγορά στο συγκεκριμένο σημείο «βλέπει» πίσω από τους αριθμούς. Για ποιο λόγο λοιπόν να επιτρέπεται η κεφαλαιοποίηση τέτοιων εξόδων;

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 23)

«5) Η διαρκής επιτροπή της παραγράφου 3 του άρθρου 39 πρέπει να καταργηθεί. Δεν υπάρχει λόγος η Ελληνική Πολιτεία να αμείβει δύο όργανα με τις ίδιες αρμοδιότητες.»

Απάντηση

Το ελληνικό κράτος δεν προβαίνει σε καμία απολύτως δαπάνη για την Διαρκή Επιτροπή του άρθρου 39 του νόμου. Τα μέλη της Επιτροπής δεν αμείβονται και αυτό προκύπτει από τη σχετική απόφαση για τη σύστασή της. Επίσης, δεν υπήρχε απολύτως καμία αμοιβή για τα μέλη της ομάδας εργασίας που συνέταξε το νόμο 4308/2014. Να σημειωθεί ότι ο γράφων και ένα άλλο μέλος των δύο επιτροπών έχουν αφιερώσει, αμισθί, αμέτρητες ανθρωποώρες εργασίας τα τελευταία τρία χρόνια, ενώ σημαντικό χρόνο έχουν εργαστεί και τα άλλα μέλη των εν λόγω επιτροπών.

Στη Διαρκή Επιτροπή, η οποία συνέταξε όλα τα ερμηνευτικά κείμενα του νόμου, μετέχουν επίσης στελέχη του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Ανάπτυξης, το ΣΟΕΛ, το Οικονομικό Επιμελητήριο, η ΠΟΦΕΕ, ο ΣΕΒ, το ΕΒΕΑ, η ΓΣΕΒΕ, η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου, κλπ. Εκ φύσεως, η εν λόγω επιτροπή έχει διαφορετικό ρόλο σε σχέση με το ΣΛΟΤ.

Φυσικά, δεν εκφέρεται άποψη για την κατάργηση ή μη, της Διαρκούς Επιτροπής.

Θέση του συντάκτη (παρ. 11, σελ. 23)

«7) Είναι αναγκαία η άμεση επαναφορά των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 107 του κ.ν. 2190/1920 περί ενοποιημένης εκθέσεως διαχειρίσεως.»

Απάντηση

Η Διαρκής Επιτροπή έχει ήδη προωθήσει αρμοδίως κατάλληλη ρύθμιση.

Αντί επιλόγου

Οι στρεβλώσεις της ελληνικής λογιστικής νομοθεσίας ήταν πολλές και έπρεπε να διορθωθούν/βελτιωθούν. Τα ζητούμενα — πάντα βέβαια εντός του πλαισίου που καθορίζει η Οδηγία 34— είναι η δημιουργία συνθηκών για τη διασφάλιση της ποιότητας της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, η μείωση του κόστους συμμόρφωσης και η βελτίωση της ασφάλειας δικαίου.

Η δημιουργία ενός λειτουργικού και διεθνώς κατανοητού λογιστικού πλαισίου, είναι μία ίσως μικρή—αλλά όχι ασήμαντη— θεσμική υποδομή, από αρκετές που απαιτούνται για να μπει η χώρα στο παγκόσμιο χάρτη ως επενδυτικός προορισμός. Ο νόμος 4308/2014 απλά έκανε την αρχή.

 

Πηγή: Taxheaven