ΑΠ 133/2016 Εργατικό ατύχημα και  χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης,

ΑΠ 133/2016 Εργατικό ατύχημα και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης,



Περίληψη

Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38§1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος.

Η αμέλεια, εξάλλου, συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος, ΑΠ 876/2014) (Β) Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με την σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η σύμβαση αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).

Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, στην περίπτωση δε αυτή, δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 8§2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5§3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 180 ΑΚ συνάγεται, ότι για να θεωρηθεί μια αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, όπως είναι η σύμβαση του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ, ως αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και ως τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις (α) η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία άλλου, διαπιστώνεται δε ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της δικαιοπραξίας κατά το χρόνο κατάρτισής της (β) η συνδρομή ανάγκης, με επιτακτικό χαρακτήρα και ανεπίδεκτη αναβολής, κουφότητας (αδιαφορίας για τις συνέπειες και την σημασία των πράξεων) ή απειρίας (έλλειψης της πείρας γύρω από την ζωή και τις συναλλαγές) του αντισυμβαλλομένου και (γ) η εκμετάλλευση (που γίνεται με γνώση της κατάστασης του άλλου) από τον συμβαλλόμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 754/2014).


ΑΠ  133/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού" (Δ.Ε.Η.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 121/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 5/4/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανέγνωσε την από 24/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.(Α) Από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38§1 ΕισΝΑΚ), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.

Οι διατάξεις του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι` αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ ΑΠ 1117/1986).

Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16§1 του κ.ν. 551/1915. Υπαίτια είναι η συμπεριφορά, η οποία οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια του ζημιώσαντος.

Η αμέλεια, εξάλλου, συνίσταται στη μη καταβολή της δέουσας προσοχής και επιμέλειας, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις να καταβάλει. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 922 ΑΚ "ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο (τον προστήσαντα) ενός άλλου προσώπου (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία), που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης ή υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου (προστήσαντος, ΑΠ 876/2014) (Β) Κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με την σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν, με αμοιβαίες υποχωρήσεις, μια έριδά τους ή μια αβεβαιότητα, για κάποια έννομη σχέση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, γιατί, στην αντίθετη περίπτωση, η σύμβαση αυτή θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174 και 180 ΑΚ).

Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Ειδικά, για τα δικαιώματα του εργαζόμενου, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό, ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό όπου, όμως, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, στην περίπτωση δε αυτή, δεν θεωρείται ότι αντιβαίνει ο συμβιβασμός στα άρθρα 871 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 8§2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5§3 ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι, έτσι, αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Όταν, όμως, δεν υπάρχει πραγματική αλλά μόνο προσχηματική αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα ή όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον εργαζόμενο, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά, ενδεχομένως, άλλη σχέση (άφεση χρέους ή αναγνώριση αξιώσεως), είναι δε αδιάφορο το γεγονός, ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σχέση ως συμβιβασμό και η σχετική σύμβαση υποκρύπτει παραίτηση του εργαζομένου από νόμιμες αξιώσεις του, η οποία είναι άκυρη.

Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 180 ΑΚ συνάγεται, ότι για να θεωρηθεί μια αμφοτεροβαρής δικαιοπραξία, όπως είναι η σύμβαση του συμβιβασμού κατά το άρθρο 871 ΑΚ, ως αισχροκερδής (καταπλεονεκτική) και ως τέτοια άκυρη, πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά οι εξής προϋποθέσεις (α) η ύπαρξη φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει κάποιος όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία άλλου, διαπιστώνεται δε ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της δικαιοπραξίας κατά το χρόνο κατάρτισής της (β) η συνδρομή ανάγκης, με επιτακτικό χαρακτήρα και ανεπίδεκτη αναβολής, κουφότητας (αδιαφορίας για τις συνέπειες και την σημασία των πράξεων) ή απειρίας (έλλειψης της πείρας γύρω από την ζωή και τις συναλλαγές) του αντισυμβαλλομένου και (γ) η εκμετάλλευση (που γίνεται με γνώση της κατάστασης του άλλου) από τον συμβαλλόμενο μιας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 754/2014).


Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της τώρα αναιρεσείουσας ΔΕΗ με αντικείμενο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω εργατικού ατυχήματος, με την προσβαλλομένη 121/2014 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας εξάμηνης διάρκειας πρόσκαιρου προσωπικού ο ενάγων προσλήφθηκε την 26-3-2008 από την εναγομένη, προκειμένου να απασχοληθεί στο μηχανουργείο του Νοτίου Πεδίου του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας (ΛΚΔΜ) στην ... ως μηχανοτεχνίτης μέχρι την 25-9-2008, με συμφωνημένες μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.055,75€, ειδικότερα δε συμφωνήθηκε να εργάζεται από Δευτέρα έως Παρασκευή και επί 8 ώρες την ημέρα, 00.80-16.00, ενώ η εργασία του συνίστατο σε πάσης φύσεως μηχανοτεχνικές εργασίες για την επισκευή, συντήρηση, συναρμολόγηση κλπ. διαφόρων μηχανημάτων υπό τις εντολές των προϊσταμένων του εργοδηγών και αρχιτεχνιτών της εναγομένης εντός του χώρου του ως άνω μηχανουργείου της, ότι την 8-4-2008 στον χώρο αυτόν κατά την εκτέλεση εργασιών, με άλλους εργαζομένους της εναγομένης, τοποθέτησης με κρούση έξι πίρων στις στρογγυλές υποδοχές καδοτροχού για να συναρμολογηθεί με τον άξονά του και υπό τις λεπτομερώς εκτιθέμενες εκεί συνθήκες, ο ενάγων τραυματίσθηκε, υποστάς ακρωτηριασμό 4 δακτύλων με παραμόρφωση άκρας δεξιάς χειρός και κατέστη ανάπηρος κατά ποσοστό 52%, ότι το εργατικό αυτό ατύχημα οφείλετο σε αποκλειστική υπαιτιότητα των υπαλλήλων της εναγομένης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη, ότι με την 147/2008 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης εγκρίθηκε η χορήγηση στον ενάγοντα, έκτακτο μισθωτό της, οικονομικού βοηθήματος ποσού 20.000€, προκειμένου ν’ αντιμετωπισθεί το οικονομικό πρόβλημα στο οποίο περιήλθε λόγω του τραυματισμού του, το οποίο και έλαβε, ότι στα πλαίσια της παρεχομένης από το άρθ.6§7 ν.2244/1994 ευχέρειας η εναγομένη το καλοκαίρι του 2009 πρότεινε στον ενάγοντα να τον προσλάβει ως έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπό τον όρο, όμως, της προηγούμενης αμετάκλητης παραίτησής του από όποια αξίωσή του σε βάρος της για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πραγματικά δε ο ενάγων υπέγραψε τόσο σχετική υπεύθυνη δήλωση, όσο και την από 1-9-2009 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρόσκαιρου προσωπικού, αποδεχόμενος τον με αριθ.9 όρο αυτής, κατά τον οποίο "ρητά συμφωνείται ότι η υπογραφή της παρούσας σύμβασης συνεπάγεται την αυτοδίκαιη και αμετάκλητη παραίτηση του μισθωτού από κάθε τυχόν απαίτηση ή αξίωσή του από την ΔΕΗ ΑΕ για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία ατυχήματος που συνέβη σε αυτόν κατά και εξαιτίας της εκτέλεσης της εργασίας του στην ΔΕΗ ΑΕ το οποίο χαρακτηρίστηκε ως εργατικό με την υπ’ αριθ.13455/2008 απόφαση του ΙΚΑ-ΤΕΑΜ", ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της εν λόγω σύμβασης εργασίας η εναγομένη πρότεινε στον ενάγοντα να τον προσλάβει ως έκτακτο προσωπικό και όχι ως μόνιμο (παροχή), στην δε σύμβαση συμπεριλήφθηκε και ο με αριθ.3 όρος, κατά τον οποίο "Ο μισθωτός προσλαμβάνεται στη ΔΕΗ για την αντιμετώπιση αναγκών, θα εξετασθεί δε η ένταξή του στο τακτικό προσωπικό μόνον εφόσον κριθεί ικανός για ένταξη κατά τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις του Κανονισμού Κατάστασης του Προσωπικού ΔΕΗ και των συναφών ρυθμίσεων και της αριθ.138/28.5.2009 απόφασης του ΔΣ/ΔΕΗ ΑΕ...", χωρίς να είναι βέβαιο το αν και πότε θα καθίστατο μόνιμο προσωπικό, ότι σύμφωνα με τα γενόμενα ως άνω δεκτά τα διάδικα μέρη δεν επέλυσαν με συμβιβασμό, δηλ. με αμοιβαίες υποχωρήσεις, την ένδικη διαφορά που αφορά σε δικαιώματα του εργαζομένου ενάγοντος από εργατικό ατύχημα που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι για τα δικαιώματα του εργαζομένου υπήρξε σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια ή την έκταση των δικαιωμάτων αυτών, ειδικότερα δε δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αμφισβήτησε τα δικαιώματα του ενάγοντος από εργατικό ατύχημα, το οποίο επήλθε από υπαιτιότητα των εργαζομένων της, την οποία, μάλιστα, ουδέποτε αμφισβήτησε η ίδια, ώστε παρά την έκφραση της αμφισβήτησής της αυτής, να έχει υποχωρήσει από το δικαίωμά της να αρνηθεί την υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα χρηματικό ποσό για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, ότι αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, παρά τις επιταγές της συναγομένης-από τα άρθ.3,174, 679 ΑΚ, 8 ν.2112/1920, 4 α.ν. 1843/1939, 5§1 α.ν. 539/1945, 14 ν.551/1914 και 8§4 ν. 4020/1959-γενικής αρχής του εργατικού δικαίου, κατά την οποία, αν δεν προκύπτει το αντίθετο από ρητή διάταξη, δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη κάθε παραίτηση του εργαζομένου από δικαιώματά του που προβλέπονται σε διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και από τα ελάχιστα όρια των αξιώσεων που προβλέπει ο νόμος, ακύρως παραιτήθηκε από το δικαίωμα να λάβει χρηματικό ποσό για την χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από εργατικό ατύχημα, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης πρώτος από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ και δεύτερος από τους αριθ.1 και 19 του αυτού άρθρου.
Περαιτέρω, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέρριψε συναφή λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και δι’ αυτής τις ενώπιον αυτού επαναφερθείσες ενστάσεις της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και εξόφλησης, άλλως υπολογισμού του ως άνω ποσού των 20.000€ στο τυχόν επιδικασθησόμενο στον ενάγοντα χρηματικό ποσό, δεχθέν ότι, πλην άλλων, το ποσό αυτό δόθηκε ως οικονομική βοήθεια και όχι ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επομένως δεν πρόκειται για απαιτήσεις προερχόμενες από την ίδια ενοχή (άρθ.416 ΑΚ), ούτε είναι ομοειδείς μεταξύ (άρθ.440 ΑΚ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (τελευταίο) η αναιρεσείουσα προβάλλει με το (Α) σκέλος του λόγου αυτού από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με την κρίση του αυτή παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ.281 ΑΚ (2) με το (Β) σκέλος του από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου, επικουρικά, ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την ένσταση για εξόφληση του ποσού των 20.000€ παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθ.416 και 932 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατ’ αμφότερα τα σκέλη του ως αλυσιτελής και ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ρητά δέχθηκε, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι το ως άνω ποσό δεν δόθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ενάγοντος από το ατύχημα, αλλά ως οικονομικό βοήθημα προς αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης, στην οποία είχε περιέλθει λόγω του ατυχήματος, δεν έχει δε έννομη σημασία και επιρροή η νομική αιτία, για την οποία δόθηκε, αφού διευκρινίζεται ότι δεν δόθηκε ως χρηματική ικανοποίηση.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2015 αίτηση της ΔΕΗ ΑΕ για αναίρεση της 121/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στο δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Πηγή: Taxheaven