Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις

Αιτιολογική έκθεση - Σχέδιο νόμου Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις Δημοσίου και λοιπές ασφαλιστικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες και άλλες διατάξεις

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
στο ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

με τίτλο

«ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

I. ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Το παρόν νομοσχέδιο εισάγει ένα σύνολο θεσμικών παρεμβάσεων στον τομέα της εργασίας και της κοινωνικής προστασίας, που στόχο έχουν να ενισχύσουν και επεκτείνουν τα δικαιώματα των εργαζομένων, να βελτιώσουν ουσιωδώς κρίσιμες πτυχές της καθημερινότητας τους, αλλά καί να διευκολύνουν τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.

Το παρόν σχέδιο νόμου αποτελείται από πέντε μέρη. Το πρώτο μέρος (Μέρος Α') συγκροτείται από ένα σύνολο διατάξεων που έχουν στόχο την επιτάχυνση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, η οποία επήλθε με το ν. 4387/2016 (Α' 85). Με το νόμο αυτό υλοποιείται η πλήρης αναμόρφωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, του οποίου οι γενικές αρχές είναι η εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής προστασίας με όρους ισότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης, αναδιανομής και αλληλεγγύης των γενεών. Με τη θέσπιση ενιαίων κανόνων και αρχών για όλους τους ασφαλισμένους, απώτερος σκοπός είναι η κατάργηση της εκτεταμένης πολυνομίας, η οποία είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία έντονων κοινωνικών ανισοτήτων. Η ασφαλιστική αυτή μεταρρύθμιση καθιερώνει πλήρη ισονομία, μέσω της ουσιαστικής ενοποίησης του προϋπάρχοντος συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με θέσπιση ενιαίων κανόνων για παλαιούς και νέους ασφαλισμένους.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν σχέδιο νόμου θεσμοθετούνται οι απαραίτητες ρυθμίσεις για την πλήρη εφαρμογή των διατάξεων της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, διευθετούνται διοικητικής φύσεως ζητήματα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και επιλύονται χρόνια προβλήματα που δυσχεραίνουν την καθημερινότητα των ασφαλισμένων. Προς τον τελευταίο σκοπό προβλέπεται λ.χ. η άτοκη επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών προς τους δικαιούχους, αφού προηγηθεί συμψηφισμός με πάσης φύσεως οφειλές του κάθε δικαιούχου προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Έτσι επιλύεται με ενιαίο τρόπο ένα διαρκές πρόβλημα στις περιπτώσεις επιστροφής εισφορών, οι οποίες τελικά δεν οφείλονταν από τους ασφαλισμένους. Περαιτέρω, με ειδική διάταξη που περιλαμβάνεται στο εν λόγω μέρος του νομοσχεδίου προβλέπεται η αποσύνδεση της υποχρέωσης υπαγωγής στην ασφάλιση του Ε.Φ.Κ.Α. από την ιδιότητα του εγγεγραμμένου στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.) ή του εγγεγραμμένου στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Παύει, έτσι, η άδικη μεταχείριση που ισχύει ως σήμερα σε βάρος συγκεκριμένων κατηγοριών επαγγελματιών, οι οποίοι είχαν υποχρέωση καταβολής εισφορών ανεξάρτητα από την πραγματική άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και η υποχρέωση αυτή συνδέεται πλέον με την άσκηση δραστηριότητας, όπως ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες ασφαλισμένων. Επιπροσθέτως, με επιμέρους ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πρώτο μέρος του νομοσχεδίου ενθαρρύνεται η διαδικασία κοινωνικής και εργασιακής επανένταξης των πασχόντων από ψυχικά νοσήματα. Προς το σκοπό αυτό, εισάγονται διατάξεις για τη μη αναστολή ή περικοπή της αναπηρικής τους σύνταξης σε περίπτωση ανάληψης εργασίας, εφόσον αυτή ενδείκνυται για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης.

Το δεύτερο μέρος (Μέρος Β') του παρόντος σχεδίου νόμου περιλαμβάνει ένα πλέγμα διατάξεων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της προστασίας των εργαζομένων. Μολονότι βεβαίως η βελτίωση της εργατικής νομοθεσίας επιτυγχάνεται πρωτίστως στο επίπεδο της απονομής ουσιαστικών δικαιωμάτων, είναι γνωστό ότι μόνη η τυπική αναγνώριση των δικαιωμάτων δεν εγγυάται και την πραγματική απόλαυσή τους από τους δικαιούχους. Καθοριστική παράμετρο σε αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η ενίσχυση των συνοδευτικών θεσμικών εργαλείων που ενθαρρύνουν την συμμόρφωση με το νομικό πλαίσιο. Ακόμα και όταν το δίκαιο αναγνωρίζει δικαιώματα ή επιβάλλει υποχρεώσεις σε επαρκές επίπεδο, η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου της συμμόρφωσης και επιβολής κυρώσεων στους παραβάτες απειλεί να ματαιώσει την πρακτική εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων, ενθαρρύνοντας τις παραβάσεις. Παράμετροι όπως η διάρκεια και το κόστος της δίκης, η στελέχωση και οι αρμοδιότητες των ελεγκτικών υπηρεσιών, η ευχέρεια πρόσβασης σε αποδεικτικά μέσα κλπ., επηρεάζουν καθοριστικά την τήρηση του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Η ενίσχυση των ελεγκτικών και δικαιοδοτικών μηχανισμών αποκτά επείγοντα χαρακτήρα ιδίως σε πεδία όπως η εργατική νομοθεσία, όπου αφενός η οικονομική και αποδεικτική δυσκολία των εργαζομένων να υποστηρίξουν έναν μακρόχρονο και δαπανηρό δικαστικό αγώνα και αφετέρου η πρακτική δυσκολία ελέγχου των παραβάσεων και επιβολής κυρώσεων εκ μέρους των αρμοδίων κρατικών αρχών ενδέχεται να ματαιώσουν τον ίδιο τον προστατευτικό σκοπό του νομικού πλαισίου. Μάλιστα, ιδίως στο πεδίο αυτό, η βελτίωση της συμμόρφωσης των εργοδοτών με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την εργατική και την κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία δεν διασφαλίζει απλώς τα δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά επιπροσθέτως συμβάλλει θετικά στα δημόσια έσοδα και εξαλείφει το αθέμιτο πλεονέκτημα που αποκτούν οι παραβάτες έναντι των νομοταγών ανταγωνιστών τους.

Το παρόν σχέδιο νόμου παρεμβαίνει και στα δύο αυτά επίπεδα βελτίωσης της προστασίας των εργαζομένων. Καταρχάς, στο επίπεδο των ουσιαστικών δικαιωμάτων, οι διατάξεις που περιλαμβάνει το παρόν σχέδιο νόμου λειτουργούν προστατευτικά για τους εργαζόμενους σε δύο κυρίως κατευθύνσεις: Αφενός, επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής υφιστάμενων εργατικών δικαιωμάτων, προκειμένου να καλύψουν πρόσθετους τρόπους οργάνωσης του οικογενειακού βίου (όπως π.χ. στις περιπτώσεις απόκτησης τέκνου μέσω παρένθετης μητρότητας ή υιοθεσίας). Αφετέρου, αντιμετωπίζουν με πιο αποτελεσματικό τρόπο καταστάσεις που παραδοσιακά το δίκαιό μας εκλάμβανε ως εντελώς εξαιρετικές, αλλά κατά την διάρκεια της οικονομικής κρίσης έπληξαν τους εργαζομένους με ιδιαίτερη σφοδρότητα και συχνότητα, όπως λ.χ. η οφειλή δεδουλευμένων μισθών και η συνακόλουθη ολοένα και συχνότερη άσκηση εκ μέρους των εργαζομένων δικαιωμάτων όπως αυτά που απορρέουν από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας (Άρθρο 7 του ν. 2112/1920).

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το παρόν σχέδιο νόμου ενισχύει σημαντικά την αποτελεσματικότητα των εργαλείων ελέγχου και επιβολής της εργατικής νομοθεσίας τόσο από τα δικαστήρια όσο και από την διοίκηση. Βασικός σκοπός των θεσμικών παρεμβάσεων που περιλαμβάνονται στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου είναι η αντιμετώπιση της παραβατικότητας στους χώρους εργασίας. Η αδήλωτη, υποδηλωμένη και ανασφάλιστη εργασία παραβιάζει βασικά δικαιώματα των εργαζομένων, συνιστά επιβραδυντικό και στρεβλωτικό παράγοντα της οικονομίας, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, μειώνει τα δημόσια έσοδα και αποδυναμώνει το ασφαλιστικό σύστημα, υπονομεύοντας την ικανότητά του να ανταποκριθεί στην κοινωνική του αποστολή. Υπηρετώντας την κεντρική πολιτική προτεραιότητα για την καταπολέμηση της παραβατικότητας στους χώρους δουλειάς, με τις προτεινόμενες διατάξεις ισχυροποιείται το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο ώστε να θωρακιστεί κατά το δυνατό η τήρηση της εργατικής νομοθεσίας, αλλά και να διευκολυνθεί το έργο των ελεγκτικών μηχανισμών. Παρομοίως, αξιοποιείται πλέον με αυξημένη βαρύτητα ως κύρωση για σοβαρές παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας ο αποκλεισμός του παραβάτη εργοδότη από δημόσιες συμβάσεις και διαγωνισμούς. Ο αποκλεισμός των ασυνεπών εργοδοτών από το δημόσιο χρήμα αποτελεί ένα εξαιρετικά αποτελεσματικό κίνητρο συμμόρφωσής των επιχειρήσεων με την εργατική νομοθεσία. Επίσης ενισχύεται σημαντικά ο πρωτεύων ελεγκτικός και κυρωτικός ρόλος του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) τόσο με απλούστευση των διαδικασιών ελέγχου των παραβάσεων και επιβολής κυρώσεων όσο και με την επαύξηση των στοιχείων που οφείλουν να αναρτούν οι εργοδότες ή να επιδεικνύουν οι ελεγχόμενοι.

Στην ίδια κατεύθυνση, της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, επιταχύνεται σημαντικά η εκδίκαση των κρισιμότερων  περιπτώσεων εργατικών διαφορών: των δικών για οφειλόμενους μισθούς και των δικών σχετικά με το κύρος της απόλυσης. Έτσι, με την προσαρμογή του θεσμού της διαταγής πληρωμής στις ιδιαιτερότητες των μισθολογικών αξιώσεων, ο εργαζόμενος θα μπορεί πλέον πολύ ευκολότερα και συχνότερα να αποκτά εκτελεστό τίτλο κατά του εργοδότη του για οφειλόμενους μισθούς μέσα σε λίγες μόλις εργάσιμες ημέρες. Αντιστοίχως, η ταχεία εκδίκαση των αγωγών για άκυρη απόλυση θα προσφέρει αφενός αποτελεσματική δικαστική προστασία για τον εργαζόμενο και ταχεία εκκαθάριση της νομικής αβεβαιότητας για τον εργοδότη. Τέλος, σε επίπεδο συλλογικού εργατικού δικαίου, ενισχύεται το πλαίσιο ενημέρωσης και διαβούλευσης μεταξύ εργοδοτών και εκπροσώπων των εργαζομένων.

Στο τρίτο μέρος (Μέρος Γ') του παρόντος νομοσχεδίου περιλαμβάνονται πρόσθετες ρυθμίσεις αρμοδιότητας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, οι οποίες συντείνουν στην κατεύθυνση της ενίσχυσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων και βελτίωσης της προστασίας τους, ιδίως εφόσον προσεγγισθούν υπό το φως των διατάξεων που προηγούνται. Περιλαμβάνονται έτσι διατάξεις που επιδιώκουν να εκσυγχρονίσουν υφιστάμενες ρυθμίσεις ή να άρουν εμπόδια που δυσχεραίνουν την πρακτική άσκηση κύριων δικαιωμάτων των εργαζομένων. Προβλέπεται λ.χ. ότι ο άνεργος, ο οποίος έχει θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη και έλυσε τη σύμβαση, λαμβάνει επίδομα ανεργίας, ενώ μέχρι σήμερα μπορούσε να το λάβει μόνο εφόσον προσκόμιζε τη δικαστική απόφαση που του επιδίκαζε την αποζημίωση απόλυσης. Αίρεται έτσι ένα σημαντικό εμπόδιο για την άσκηση εκ μέρους των εργαζομένων των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Επιπροσθέτως, καθίστανται ευνοϊκότερες οι προϋποθέσεις χορήγησης στους αυτοτελώς και ανεξάρτητα απασχολούμενους οικονομικού βοηθήματος, παρεμφερούς σκοπού με την επιδότηση ανεργίας, ενώ επεκτείνεται ο σκοπός της καταβολής της ήδη προβλεπόμενης εισφοράς στους εν λόγω ασφαλισμένους, ώστε να παρέχει επιπλέον τη δυνατότητα εκπόνησης στοχευμένων προγραμμάτων ενίσχυσης της απασχόλησής τους.

Με το τέταρτο μέρος (Μέρος Δ') του παρόντος νομοσχεδίου εισάγονται μια σειρά μεταρρυθμίσεων που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότιμης μεταχείρισης των Ατόμων με Αναπηρίες, της πλήρους απόλαυσης θεμελιωδών δικαιωμάτων εκ μέρους τους αλλά και της διευκόλυνσης της ζωής και της καθημερινότητας τους. Παράλληλα μέσω των προτεινόμενων ρυθμίσεων προωθείται η αντιμετώπιση των ατόμων αυτών όχι ως άτομα με ανάγκες αλλά ως άτομα με δυνατότητες, τις οποίες το κράτος οφείλει να αναγνωρίσει, ώστε να τους επιτρέψει να αποκτήσουν πρόσβαση σε κάθε πτυχή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής.

Από τον ορισμό που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υιοθετεί για την αναπηρία προκύπτει ότι πέραν του στοιχείου της εγγενούς διαφορετικότητας που καθορίζεται στη βάση μιας ιατρικής διάγνωσης, ο ρόλος του περιβάλλοντος, ως επιβαρυντικού παράγοντα μέσω των εμποδίων του ή ως επιβοηθητικού παράγοντα λόγω των βοηθημάτων που παρέχει, διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στο βαθμό της δυσκολίας που η αναπηρία δημιουργεί στο άτομο. Την ίδια επιρροή ασκούν και οι κοινωνικές αντιλήψεις, με επίδραση είτε ανασταλτική είτε προωθητική στην κοινωνική ενσωμάτωση των ατόμων αυτών.

Στην Ελλάδα ζουν πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα με αναπηρία. Η μη «ορατότητά» τους από το κοινωνικό σύνολο αποτελεί συνέπεια της κοινωνικής κατασκευής της αναπηρίας, συνέπεια της ελλιπούς προσβασιμότητάς τους στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, συνέπεια των εγκαθιδρυμένων στερεοτύπων και νοοτροπιών. Αποτελεί συνέπεια του τρόπου που το ίδιο το πρόσωπο με αναπηρία βλέπει τον εαυτό του ετεροπροσδιοριζόμενο μέσα από το πρίσμα της κοινωνίας στην οποία ανήκει και ζει.

Καθώς η Διεθνής Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες διαγιγνώσκει τον κίνδυνο περιθωριοποίησης και απομόνωσης των ατόμων αυτών, καλεί τα κράτη να τον αποσοβήσουν εφαρμόζοντας το κανονιστικό περιεχόμενό της προς το σκοπό της ενεργότερης και εναργέστερης συμμετοχής του ατόμου στην κοινωνικοοικονομική ζωή. Σ' αυτό το πλαίσιο, το μέρος Δ' του παρόντος νομοσχεδίου στοχεύει στην εξειδίκευση, αποσαφήνιση και υποβοήθηση της εφαρμογής των διατάξεων της Σύμβασης και στην αντιστροφή της παγιωμένης αντιμετώπισης των ατόμων με αναπηρίες ως ατόμων υψηλής ευαλωτότητας με διαρκώς συρρικνούμενο βαθμό συμμετοχής. Επιπλέον οι προτεινόμενες ρυθμίσεις αποσκοπούν στην κατάρριψη αναχρονιστικών στερεοτύπων που αντιλαμβάνονται ως ολοκληρωμένο άνθρωπο μόνο τον (κυριολεκτικά και μεταφορικά) «όρθιο» άνθρωπο, που θέτουν κάθε μορφής αναπηρία εκτός του φάσματος της κανονικότητας, που καθιστούν άνευ ετέρου περιθωριακά τα ζητήματα του αναπηρικού κινήματος και που καταφάσκουν σοβαρούς αποκλεισμούς των ατόμων με αναπηρία σε όλο το φάσμα των δικαιωμάτων τους. Οι διατάξεις του παρόντος νομοσχεδίου αποσκοπούν στο να αποτελέσουν όπλο στη μάχη κατά του θεσμικού ρατσισμού, υπό τη σκιά του οποίου δημιουργούνται και παγιώνονται σοβαρές διακρίσεις στις δομές της κοινωνίας, καθώς ο περιορισμός των δικαιωμάτων και των επιλογών συγκεκριμένων ευάλωτων ομάδων που παρεκκλίνουν με οποιονδήποτε τρόπο από τα κυρίαρχα κανονιστικά πρότυπα (εν προκειμένω αυτά της σωματικής, αισθητηριακής, ψυχικής αρτιμέλειας) τείνει να κατοχυρώνεται θεσμικά μέσα από πρακτικές, διαδικασίες και κανονιστικά μέτρα, τα οποία θεσμοπο ιού νται και γίνονται ανεκτά τόσο από τη διοίκηση όσο και από την κοινωνία. Στην κατεύθυνση της πραγμάτωσης ουσιαστικής ισονομίας, οι ρυθμίσεις του τετάρτου μέρους του παρόντος νομοσχεδίου ενσωματώνουν νομοθετικές επιλογές προς το σκοπό της ανεμπόδιστης συμμετοχής των ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις πτυχές της ζωής και της συνολικής θωράκισης των δικαιωμάτων τους.

Με το πέμπτο μέρος (Μέρος Ε') του παρόντος νομοσχεδίου ρυθμίζεται η οργάνωση και λειτουργία του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου.

Οι παρεμβάσεις της κοινωνικής εργασίας καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δράσεων που αφορούν το κοινωνικό σύνολο και εκτείνονται από την ατομική συμβουλευτική έως την αξιολόγηση και το σχεδίασμά προγραμμάτων κοινωνικής φροντίδας και τη διαμόρφωση εθνικής κοινωνικής πολιτικής, με στόχο την κοινωνική ένταξη των περισσότερο ευάλωτων στρωμάτων.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα έπληξαν σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο τα παραδοσιακά ασθενέστερα και πιο ευάλωτα στρώματα της κοινωνίας μας αλλά και νέες ομάδες του πληθυσμού που εξωθούνται στα όρια της επιβίωσης, δοκιμάζοντας τα όρια της κοινωνικής συνοχής. Ως αποτέλεσμα, ολοένα ευρύτερες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες, απευθύνονται στον κοινωνικό λειτουργό προσβλέποντας σε υποστήριξη και βοήθεια. Ο πολύπλευρος χαρακτήρας των θεματικών παρέμβασης των κοινωνικών λειτουργών και η πολυεπίπεδη επαγγελματική τους δραστηριοποίηση, όπως και η σημασία του λειτουργήματος τους για το κοινωνικό σύνολο, καθιστούν αναγκαία και επιβεβλημένη την οργάνωση και λειτουργία ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος. Το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού είναι αναγνωρισμένο, με σαφείς υποχρεώσεις και δικαιώματα (ν.δ. 4018/59, π.δ. 50/1989, π.δ. 23/92). Οι κοινωνικοί λειτουργοί (π.δ. 50/1989) προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε ένα πλήθος τομέων της κοινωνικής προστασίας: κοινωνική πρόνοια, υγεία, ψυχική υγεία, κοινωνική ασφάλιση, εκπαίδευση. Σήμερα στην Ελλάδα, οι εν ενεργεία κοινωνικοί λειτουργοί υπολογίζονται στους 10.000.

Με τις ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πέμπτο μέρος του νομοσχεδίου καθίσταται υποχρεωτική η εγγραφή στο ν.π.δ.δ. όλων των επαγγελματιών του κλάδου. Εξασφαλίζεται, έτσι, ένα αξιόπιστο πλαίσιο καταγραφής όλων των επαγγελματιών κοινωνικών λειτουργών καθώς και η τήρηση των όρων απόκτησης της άδειας άσκησης επαγγέλματος, ενώ κατοχυρώνεται η τήρηση του κώδικα δεοντολογίας του λειτουργήματος. Παράλληλα, αναδεικνύεται ένας θεσμικός συνομιλητής στην διαμόρφωση στρατηγικής κοινωνικής πολιτικής. Η οργάνωση και λειτουργία του Συνδέσμου Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος ως ν.π.δ.δ. αναμένεται να δώσει ώθηση στην εφαρμογή προγραμμάτων κοινωνικής πολιτικής που θα βασίζονται όχι μόνο σε επιστημονική γνώση αλλά, κυρίως, στη γνώση του πεδίου και των κάθε φορά ιδιαιτεροτήτων, από ένα σώμα λειτουργών πιστοποιημένων, ελεγχόμενων και αξιόπιστων στις σχέσεις τους με την πολιτεία.

ΜΕΡΩΣ Α' ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4387/2016 ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ


Άρθρο 1 Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 1 και για λόγους ίσης μεταχείρισης των υπηρετούντων στο Δημόσιο, προβλέπεται ότι από 01.01.2017 τα ισχύοντα για τους υπαλλήλους, λειτουργούς του Δημοσίου και τους στρατιωτικούς, ως προς τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών και τα ποσοστά αυτών με βάση τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 4387/2016, λαμβανομένων υπόψη και των μεταβατικών διατάξεων της περ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 4387/2016, έχουν εφαρμογή και για τους μετακλητούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.

Με τις διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται ότι όσοι θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης σύμφωνα με τη συνταξιοδοτική νομοθεσία του Δημοσίου, με τη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μικρότερου των 15 ετών δικαιούνται μειωμένη εθνική σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016, το ποσό της οποίας είναι αυτό που αντιστοιχεί στα 15 έτη ασφάλισης, ήτοι 345,60€.

Με τις διατάξεις της παρ. 3, για λόγους ίσης μεταχείρισης, προβλέπεται ότι για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών των υπαλλήλων - λειτουργών του Δημοσίου ή στρατιωτικών που δεν έχουν χρόνο ασφάλισης έως πέντε έτη για το χρονικό διάστημα από 01.01.2002 μέχρι την ημερομηνία αποχώρησής τους από την υπηρεσία, αναζητείται οποιοσδήποτε χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός ή οποιοσδήποτε άλλος χρόνος μπορεί να υπολογισθεί ως συντάξιμος) που έχει πραγματοποιηθεί πριν την 01.01.2002 και μέχρι τη συμπλήρωση πέντε ετών ασφάλισης συνολικά, με συνυπολογισμό και του χρόνου ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί από 01.01.2002 και μετά. Στις περιπτώσεις που η έναρξη καταβολής της σύνταξης αρχίζει 01.01.2021 και μετά, αναζητείται οποιοσδήποτε χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά δέκα ετών ασφάλισης.

Με τις διατάξεις της παρ. 4 προβλέπεται ότι το ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιμων αποδοχών με βάση τις οποίες υπολογίζεται η σύνταξη (παρ. 2 και 3 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016).


Άρθρο 2 Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 169/2007

Επειδή ο χρόνος αδείας άνευ αποδοχών ενός μηνός θεωρείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 1 παρέχεται η δυνατότητα αναγνώρισής του και ως συντάξιμου, με την καταβολή από τον ενδιαφερόμενο των ανάλογων ασφαλιστικών εισφορών.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται ότι σε περίπτωση καταβολής μειωμένης σύνταξης λόγω αποχώρησης του υπαλλήλου πριν τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016, το συνολικό ποσοστό της μείωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%.

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 3 προβλέπεται αναστολή καταβολής της σύνταξης μόνο στις περιπτώσεις που ο δικαιούχος καταδικασθεί σε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους για αδικήματα που στρέφονται κατά του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. και για όσο χρόνο διαρκεί η ποινή.

Ως προς την παρ. 4 της προτεινόμενης διάταξης, σύμφωνα με τη διάταξη της περ.ι' της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ.169/2007, όπως ισχύει μέχρι σήμερα, το επίδομα θέσης ευθύνης λαμβάνεται υπόφη στις συντάξιμες αποδοχές με την προϋπόθεση να έχει συμπληρωθεί διετία άσκησης των σχετικών καθηκόντων. Η προϋπόθεση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη βασική αρχή της ανταποδοτικότητας που διέπει το ν.4387/2016, σύμφωνα με την οποία, ως προς το τμήμα της ανταποδοτικής σύνταξης, λαμβάνονται υπόφη ως συντάξιμες αποδοχές του υπαλλήλου το σύνολο των αποδοχών του οι οποίες υπόκεινται σε εισφορές. Με τη διάταξη της παρ. 4 προβλέπεται ότι το επίδομα θέσης ευθύνης περιλαμβάνεται στις συντάξιμες αποδοχές όσων το λαμβάνουν, ανεξάρτητα από το χρόνο άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας και του τρόπου επιλογής τους για τις θέσεις αυτές (επιλογή μετά από απόφαση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, ανάθεση άσκησης καθηκόντων, άσκηση των καθηκόντων κατ' αναπλήρωση κ.λ.π.), για όσο διάστημα έχουν καταβληθεί εισφορές. Με αυτό τον τρόπο ρυθμίζεται με συνέπεια το ζήτημα των συντάξιμων αποδοχών σύμφωνα με τους νέους, ενιαίους κανόνες συνταξιοδότησηςτου ν.4387/2016.


Άρθρο 3 Προσδιορισμός Συντάξιμων Αποδοχών αμειβόμενων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4472/2017

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπονται οι συντάξιμες αποδοχές των υπαλλήλων που υπηρετούν στο Δημόσιο ή σε Ν.Π.Δ.Δ. καθώς και των στρατιωτικών, που αμείβονται με βάση τις διατάξεις του ν. 4472/2017. Ειδικότερα προβλέπεται ότι, λαμβάνονται υπόψη οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές τους, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παρ. 10 του άρθρου 153 του ν. 4472/2017, με εξαίρεση την προσωπική διαφορά του άρθρου 155. Επί των αποδοχών αυτών υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές (ασφαλισμένου και εργοδότη).


Άρθρο 4 Άσκηση του δικαιώματος στη σύνταξη

Με τις προτεινόμενες διατάξεις της παρ. 1 προβλέπεται ότι το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο και τα οικονομικά αποτελέσματα άσκησής του ανατρέχουν στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Η διάταξη αυτή θεσπίζεται σε συμμόρφωση με πάγια νομολογία ήδη από το 2008, όπως προκύπτει και από τη σχετική γνωμοδότηση της 4ης Ειδικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (12-7-2017) για τη διάταξη αυτή.

Με τις διατάξεις της παρ. 2 προβλέπεται ότι οι ρυθμίσεις των ανωτέρω παραγράφων έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της περίπτωσης γ' της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν.4387/2016.


Άρθρο 5 Καταργούμενες διατάξεις

Με τις διατάξεις της παρ. 1 καταργούνται οι διατάξεις που προέβλεπαν την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης στην περίπτωση αμετάκλητης καταδίκης του δικαιούχου για την τέλεση των αδικημάτων της περ. β' του άρθρου 62, καθώς και οι διατάξεις που προέβλεπαν τη μεταβίβαση της σύνταξης στη σύζυγο και τα τέκνα του καταδικασθέντος δικαιούχου για ένα από τα αδικήματα της περ. β' του άρθρου 62.

Με τις διατάξεις της παρ. 2 καταργούνται οι διατάξεις που είχαν επανεισαχθεί στη συνταξιοδοτική νομοθεσία του Δημοσίου με το Άρθρο 3 του ν. 3075/2002 και οι οποίες επανέφεραν προθεσμίες, εντός των οποίων μπορούσε ο υπάλληλος ή ο συνταξιούχος του Δημοσίου να ασκήσει με αίτηση του προς το Γ.Λ.Κ. τα προβλεπόμενα συνταξιοδοτικά δικαιώματα (κανονισμός σύνταξης, αναγνώριση συντάξιμου χρόνου κ.λ.π.).

Σημειώνεται ότι ο Συνήγορος του Πολίτη κατ' επανάληψη είχε ζητήσει την κατάργηση των διατάξεων του π.δ. 169/2007 που έθεταν προθεσμίες για την άσκηση των ανωτέρω συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

Ειδικότερα, οιπαρ.1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ν.3075/2002 (Α' 297) προβλέπουν ότι η αναγνώριση χρόνου πραγματικής υπηρεσίας που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 36 του π.δ.169/2007 και άλλων χρόνων πραγματικής υπηρεσίας ή πλασματικών χρόνων, πρέπει να γίνει εντός πενταετίας από την έξοδο του υπαλλήλου από την υπηρεσία. Η παρ. 4 και η παρ. 9 του ν. 3075/2002 προβλέπουν γενική πενταετή προθεσμία από τη γέννηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος για την άσκησή του. Στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου προβλέπεται προθεσμία ενός έτους για αίτηση επανεξέτασης από την οικεία Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή, όπου προβλέπεται αντίστοιχη εξέταση στον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4387/2016


Άρθρο 6 Τροποποίηση των άρθρων 28 και 29 του ν.4387/2016

Με την πρώτη παράγραφο της προτεινόμενης ρύθμισης προβλέπεται ότι, για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα, για τους οποίους δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (τουλάχιστον πενταετίας) από το έτος 2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, αναζητείται χρόνος ασφάλισης και κατά το, πριν το 2002, χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά έως πέντε ετών ασφάλισης. Ακόμη, επί αιτήσεων συνταξιοδότησης γήρατος με έναρξη καταβολής από 1.1.2021 καί εντεύθεν, σε περίπτωση που δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (τουλάχιστον δεκαετίας) από το έτος 2002 και έως την έναρξη συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, αναζητείται χρόνος ασφάλισης και κατά το πριν το έτος 2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως 10 ετών ασφάλισης.

Αναφορικά με την δεύτερη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης σημειώνεται ότι με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 4387/2016, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του αρ. 57Α του π.δ. 169/2007, ως προς την προσωρινή σύνταξη των δημοσίων υπαλλήλων, η οποία ονομαζόταν μέχρι τότε «προκαταβολή». Επιπλέον, με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 4387/2016 στην έκταση εφαρμογής των άρθρων 1 έως και 25 του εν λόγω νόμου, συμπεριλαμβάνονται και οι συνταξιοδοτούμενοι με το ειδικό συνταξιοδοτικό καθεστώς του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (ν. 3163/1955 και ν.δ. 4277/1962). Δεδομένου ότι οι ίδιες οι διατάξεις του ν. 3163/1955 και του ν.δ. 4277/1962, παραπέμπουν ρητώς, ως προς την συνταξιοδότηση των ασφαλισμένων στο ειδικό καθεστώς του πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, στις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικών & Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 169/2007), λαμβανομένης δε, υπόψη της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 4387/2016 για την αναλογική εφαρμογή της προσωρινής σύνταξης του άρθρου 9 και στην ως άνω κατηγορία ασφαλισμένων θεωρείται ότι δεν είναι απαραίτητη η επιπλέον αναφορά στο άρθρου 29 παρ. 9 και προτείνεται η θέσπιση διάταξης, με την οποία η παραπάνω αναφορά καταργείται από την έναρξη ισχύος του νόμου.


Άρθρο 7 Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν.4387/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη αποσαφηνίζεται η διάταξη του άρθρου 30 του ν. 4387/2016 με την απαλοιφή μίας φράσης, η οποία εκ παραδρομής είχε τεθεί.


Άρθρο 8 Τροποποίηση του άρθρου 31 του ν. 4387/2016  

Με το Άρθρο 31 ρυθμίστηκε, κατά ενιαίο τρόπο, η χορήγηση σύνταξης αναπηρίας και σύνταξης λόγω θανάτου, όταν η αναπηρία ή ο θάνατος αντίστοιχα οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή ατύχημα κατά την απασχόληση, χωρίς προϋποθέσεις χρόνου ασφάλισης. Για τις ειδικότερες λεπτομέρειες εφαρμογής και την διαδικασία χορήγησης σύνταξης αναπηρίας και σύνταξης λόγω θανάτου προβλέπεται η έκδοση απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής διευκρινίζεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού Ασθένειας του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης όπως ίσχυαν κατά την δημοσίευση του νόμου 4387/2016.

Στις περιπτώσεις των πρώην ταμείων και κλάδων σύνταξης Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού-ΗΣΑΠ (ΤΣΠ-ΗΣΑΠ), Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ), καθώς και στους Κλάδους Σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού - ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού-ΔΕΗ (ΚΑΠ-ΔΕΗ), Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ» (ΤΑΠΕ-Ε) και του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού-ΕΤΒΑ (ΤΑΠ-ΕΤΒΑ), δεν προβλέπεται ποια υπηρεσία είναι αρμόδια για τον χαρακτηρισμό του συμβάντος ως εργατικού ατυχήματος ή μη και της ασθένειας ως επαγγελματικής νόσου, με αποτέλεσμα να είναι σε εκκρεμότητα αιτήματα αναγνώρισης δικαιώματος σύνταξης αναπηρίας ή θανάτου. Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ως αρμόδιο όργανο μέχρι την έκδοση της Υπουργικής Απόφασης, ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος Μισθωτών του Ε.Φ.Κ.Α. στον τόπο απασχόλησης του ασφαλισμένου ή του Υποκαταστήματος Μισθωτών του Ε.Φ.Κ.Α. της έδρας της επιχείρησης με την οποία συνδέεται με εργασιακή σχέση ο ασφαλισμένος.

Ειδικότερα για τις εκκρεμείς υποθέσεις των προηγούμενων ταμείων και κλάδων πλην του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ), που δεν έχουν χαρακτηριστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αρμόδιο όργανο ορίζεται ο Προϊστάμενος Περιφερειακής Διεύθυνσης Ασφάλισης και Παροχών Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας του ΕΦΚΑ.


Άρθρο 9  Τροποποίηση του άρθρου 34 του ν.4387/2016

Με την προτεινόμενη διάταξη διευκρινίζεται ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι ρυθμίσεις της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α' 2). Σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο, «οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ασφαλισμένων του κλάδου κύριας ασφάλισης αγροτών, που έχουν εγγράφει στα μητρώα του κλάδου πρόσθετης ασφάλισης, μπορούν, σε περίπτωση που οφείλουν ασφαλιστικές εισφορές στον κλάδο πρόσθετης ασφάλισης, να αναγνωρίσουν στον κλάδο κύριας ασφάλισης μέρος ή το σύνολο του οφειλόμενου στον κλάδο πρόσθετης ασφάλισης χρόνου, ύστερα από αίτηση τους που υποβάλλεται άπαξ πριν από τη συνταξιοδότηση τους».

Η εισφορά που οφειλόταν μέχρι τις 31.12.2016 για κάθε μήνα αναγνώρισης ήταν το άθροισμα της ατομικής ασφαλιστικής εισφοράς και της κρατικής εισφοράς που προβλέπονται από τις διατάξεις των εδαφίων με στοιχεία Ια' και 4α' του άρθρου 3 του ν. 2458/1997, όπως ισχύει, υπολογιζόμενων επί του ποσού της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης για αναγνώριση.

Δεδομένης της κατάργησης των ασφαλιστικών κατηγοριών, η εισφορά της αναγνώρισης από 1.1.2017 είναι 20% επί του 70% του προβλεπόμενου, κατά την υποβολή της αίτησης για την αναγνώριση, κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.


Άρθρο 10 Τροποποίηση του άρθρου 38 του ν.4387/2016

Στην παράγραφο 3 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 προστίθεται περίπτωση ζ', σύμφωνα με την οποία από 01-01-2017, καταβάλλουν ασφαλιστική εισφορά με επιμερισμό μεταξύ εργοδότη και ασφαλισμένου και τα πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω ορίζεται ότι εάν ο διορισμός των ανωτέρω προσώπων έχει γίνει μέχρι 31/12/2016 εφαρμόζονται ως προς την εργοδοτική εισφορά τα προβλεπόμενα από την αριθμ. 111482/0092/30-11-2016 Κοινή Υπουργική Απόφαση (Β', 4005).

Επιπλέον προβλέπεται ότι τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για όσα πρόσωπα βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 4 παρ. 11α του ν.4151/2013 επέλεξαν να διατηρήσουν το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονομικής περίθαλψης στο οποίο υπάγονταν πριν από το διορισμό τους στις θέσεις αυτές. Στην περίπτωση αυτή, διευκρινίζεται ότι, η εφεξής υπηρεσία τους στις ανωτέρω θέσεις θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς. Η παραπάνω διευκρίνιση, ως προς την επιλογή του ασφαλιστικού καθεστώτος στο οποίο υπάγεται ο υπάλληλος, χρειάζεται κυρίως για τις περιπτώσεις που ισχύουν διαφορετικές προϋποθέσεις συνταξιοδότησης κατά το μεταβατικό διάστημα εφαρμογής των νέων προϋποθέσεων συνταξιοδότησης.


Άρθρο 11 Τροποποίηση των άρθρων 39 και 40 του ν. 4387/2016

Με την πρώτη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης προστίθενται εδάφια στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 39, και στην παράγραφο 1 του άρθρου 40, σύμφωνα με τα οποία παρέχεται το δικαίωμα στα πρόσωπα που υπάγονται στα άρθρα αυτά, να επιλέξουν βάση υπολογισμού των εισφορών τους ανώτερη από εκείνη που προσδιορίζεται βάσει του μηνιαίου εισοδήματος τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο χορηγείται η δυνατότητα στους ασφαλισμένους να αυξήσουν το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξής τους σε ικανοποίηση πληθώρας σχετικών αιτημάτων. Ειδικότερα, το ανωτέρω δικαίωμα ασκείται με αίτηση που υποβάλλεται στον Ε.φ.Κ.Α. οποτεδήποτε, με την οποία επιλέγεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο το ύφος της βάσης υπολογισμού των εισφορών του, καθώς και το χρονικό διάστημα ισχύος της προαιρετικής καταβολής αυξημένων εισφορών επί της επιλεγείσας βάσης. Επιπλέον διευκρινίζεται ότι και η περίπτωση αυτή υπάγεται στον περιορισμό περί ανωτάτου ορίου ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος. Περαιτέρω προβλέπονται ζητήματα σχετικά με την έναρξη  ισχύος των αποτελεσμάτων του σχετικού δικαιώματος καθώς και περιπτώσεις λήξης της ισχύος αυτών. Τέλος με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της προτεινόμενης διάταξης.

Με την δεύτερη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης διευθετούνται περιπτώσεις αμφισβητήσεων της υπαγωγής ενός προσώπου στη ρύθμιση του άρθρου 39 παρ.9 του ν.4387/2016 (Α' 85). Σε περιπτώσεις που ο αντισυμβαλλόμενος αμφιβάλλει ως προς την υποχρέωσή του να καταβάλλει τις εισφορές που του αναλογούν κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 38 του ν.4387/2016 και να υποβάλλει ΑΠΔ, η επίλυση της σχετικής διαφοράς θα διενεργηθεί από τα αρμόδια όργανα του ΕΦΚΑ, κατά τη διαδικασία που θα οριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.


Άρθρο 12 Τροποποίηση του άρθρου 52 του ν. 4387/2016

Με τις προτεινόμενες διατάξεις, εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ, να ρυθμίζει ειδικότερα ζητήματα που αφορούν στην οργανωτική διάρθρωση και λειτουργία του φορέα. Δεδομένης δε της μετάβασης όλων των ενταχθέντων φορέων στο ενιαίο οργανωτικό πλαίσιο του ΕΦΚΑ, κρίνεται αναγκαία η πρόβλεψη δυνατότητας ευέλικτων παρεμβάσεων που θα διασφαλίζουν την ομαλότητα και αποτελεσματικότητα της εν λόγω μετάβασης, ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, ο χρόνος έναρξης λειτουργίας συγκεκριμένων οργανικών μονάδων, η προσθήκη, κατάργηση και ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών, η υπαγωγή τους σε διαφορετικά όργανα, ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας του φορέα κ.ά.


Άρθρο 13 Τροποποίηση του άρθρου 57 του ν.4387/2016

Με την πρώτη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης αποσαφηνίζονται τα κριτήρια επιλογής στη θέση του ειδικού επιστήμονα και του αναπληρωτή του, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα επιλεγόμενα στη θέση αυτή μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υψηλή επιστημονική κατάρτιση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης.

Με τη δεύτερη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης προβλέπεται ότι για τη γραμματειακή υποστήριξη του Δ.Σ του ΕΦΚΑ, στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η προετοιμασία πάσης φύσεως υποστηρικτικού υλικού για τη διεξαγωγή των συνεδριάσεων του Δ.Σ, η τήρηση των πρακτικών κ.ά, ορίζονται μέχρι δύο υπάλληλοι του Ε.Φ.Κ.Α, με τους αναπληρωτές τους.


Άρθρο 14 Τροποποίηση του άρθρου 71 του ν. 4387/2016

Με την προτεινόμενη ρύθμιση διευκρινίζεται ότι δεν καταργούνται οι κενές οργανικές θέσεις του ΝΑΤ και του ΟΓΑ, δεδομένου ότιτα εν λόγω νομικά πρόσωπα διατήρησαν τη νομική τους προσωπικότητα για την άσκηση των μη ασφαλιστικών τους αρμοδιοτήτων και δεν εντάχθηκαν συνολικά στον ΕΦΚΑ.


Άρθρο 15 Τροποποίηση του άρθρου 101 του ν. 4387/2016

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή των εκπροσώπων των υπαλλήλων του ΕΦΚΑ στο Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο του φορέα, μέχρι την εκλογή τους σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, προτείνεται αυτοί να υποδειχθούν από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων - Ι.Κ.Α. (Π.Ο.Σ.Ε.-Ι.Κ.Α.) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής (Π.Ο.Π.Ο.Κ.Π.).



Άρθρο 16 Αχρεωσχήτως καταβληθείσες εισφορές

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπονται ενιαίοι κανόνες επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών για όλους τους ασφαλισμένους του ΕφΚΑ, λαμβάνοντας υπόψη τους νέους κανόνες καταβολής εισφορών από 1.1.2017.

Ειδικότερα, προβλέπεται η άτοκη επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών προς τους δικαιούχους, αφού προηγηθεί συμψηφισμός με πάσης φύσεως οφειλές του κάθε δικαιούχου προς τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης. Στις περιπτώσεις ρυθμισμένων οφειλών, γίνεται συμψηφισμός με την οφειλή, κατ' αντιστοιχία με τα ισχύοντα στη φορολογική διοίκηση.

Σε περιπτώσεις αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών μισθωτών, αν η επιπλέον καταβολή συνεπάγεται και ποσό που έχει παρακρατηθεί επιπλέον από τον εργαζόμενο, προβλέπεται ο επιμερισμός του ποσού στους δικαιούχους εργοδότη και εργαζόμενο, ανάλογα με το ποσό της επιπλέον καταβολής που αντιστοιχεί στον καθένα. Η αίτηση του δικαιούχου που απαιτείται διασφαλίζει τη γνώση του εργαζομένου για το τυχόν αχρεωστήτως ποσό που του έχει παρακρατηθεί, μέσω της Αναλυτικής Περιοδικής Δήλωσης (ΑΠΔ) του εργοδότη.

Στις περιπτώσεις ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, προκειμένου να προσδιοριστεί ότι πρόκειται για πράγματι αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές και ότι δεν υπάρχουν χρέη προς τον φορέα, είναι απαραίτητο νο έχει προηγηθεί η διαδικασία της εκκαθάρισης, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις Υπουργικές Αποφάσεις υπ' αριθμ. 61501/3398/30-12-2016 (Β' 4330) και 61502/3399/30-12-2016 (Β' 4330). Κατόπιν αυτής, αν στο τέλος του έτους προκύπτει ότι τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν καταβάλει επιπλέον εισφορές και εφόσον δεν έχουν οφειλές, το υπερβάλλον ποσό επιστρέφεται.

Περαιτέρω, προς διευκόλυνση των ασφαλισμένων, παρέχεται η δυνατότητα να παραμείνει το υπερβάλλον ποσό στον ΕΦΚΑ με αίτησή τους, το οποίο θα συμψηφιστεί με τις επόμενες καταβολές που θα οφείλονται από τον ασφαλισμένο.

Σε περιπτώσεις παράλληλης απασχόλησης, το υπερβάλλον ποσό επιστρέφεται βάσει της διαδικασίας που περιγράφεται ανωτέρω ανάλογα με το είδος της απασχόλησης των περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του ν.4387/2016, εφόσον δεν υπάρχουν οφειλές από καμία από τις δύο δραστηριότητες.

Η διάταξη σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους εφαρμόζεται και για τα συνεισπραττόμενα ποσά από τον ΕΦΚΑ υπέρ τρίτων φορέων, τα οποία θα βαρύνουν τον φορέα, στον οποίο αποδίδονται κάθε φορά τα ποσά.


Άρθρο 17 Τροποποίηση του άρθρου 42 ν. 4052/2012 (Α'41)

Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζεται ο τρόπος υπολογισμού του ποσού της επικουρικής σύνταξης για τους μέχρι 31.12.2013 ασφαλισμένους, οι οποίοι καταθέτουν αίτηση συνταξιοδότησης από 1.1.2015 και εφεξής. Ειδικότερα, ρυθμίζεται ο τρόος υπολογισμού του τμήματος της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί έως και την 31η.12.2014 με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε έτος ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45% επί των συνταξίμων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης. Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται:

α. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου δια του χρόνου ασφάλισής του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενες σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του 4387/2016.

β. Για τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ως εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Για τους ασφαλισμένους με ποσό εισφοράς υπέρ επικουρικής ασφάλισης, που προκύπτει ανάλογα με την αξία ή την ποσότητα επί των αγοραζομένων ή πωλουμένων προϊόντων, ο μέσος όρος μηνιαίων τεκμαρτών αποδοχών που προκύπτουν από την αναγωγή των πραγματικά καταβληθεισών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, των ετών 2002 έως και 2014, θεωρώντας ως ποσοστό εισφοράς το 6%. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 8 του 4387/2016.

Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, κατόπιν καταβολής του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό-εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης. Οι πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού του ανωτέρω τμήματος της σύνταξης.

Με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, το ποσό της επικουρικής σύνταξης καθορίζεται κατά δίκαιο τρόπο, λαμβάνοντας υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου καθ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού του βίου. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η παρούσα ρύθμιση εξασφαλίζει το σύνδεσμο μεταξύ εισφορών, παροχών και εισοδήματος και συνακόλουθα, εγγυάται την ισότιμη αντιμετώπιση των ασφαλισμένων βάσει των αρχών της ισονομίας και της ανταποδοτικότητας χωρίς ευμενή μεταχείριση ειδικών κατηγοριών.

Περαιτέρω, λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αντιμετωπιστεί η αντικειμενική αδυναμία που οφείλεται στην έλλειψη στοιχείων των ασφαλιστικών ταμείων ως προς τις αποδοχές ή τα εισοδήματα των ασφαλισμένων καθ' όλη τη διάρκεια του ασφαλιστικού τους βίου, ο υπολογισμός των συντάξιμων αποδοχών, για αιτήσεις συνταξιοδότησης που κατατίθενται από 1.1.2015 και εφεξής γίνεται βάσει του μέσου μηνιαίου εισοδήματος ή των αποδοχών με έτος βάσης το 2002.


Άρθρο 18 Τροποποίηση του άρθρου 46 του ν.4052/2012

Προκειμένου να καταστεί δυνατή η συμμετοχή των εκπροσώπων των υπαλλήλων του ΕΤΕΑΕΠ στο Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο του φορέα, μέχρι την εκλογή τους σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, προτείνεται να οριστούν με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΤΕΑΕΠ, δύο εκπρόσωποι των υπαλλήλων του ΕΤΕΑΕΠ, μεταξύ εκείνων που αναδείχθηκαν από τις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του πρ. ΕΤΕΑ και των εντασσόμενων στο ΕΤΕΑΕΠ φορέων, για τη διετία 2017-2018, και προτείνονται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής.


Άρθρο 19 Τροποποίηση ίου άρθρου 62 του ν.4170/2013

Με το Άρθρο 107 του ν. 4387/2016 που ισχύει από 13/5/2016, παρασχέθηκε στο Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (Κ.Ε.Α.Ο.) η δυνατότητα αυτοματοποιημένης πρόσβασης στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π.), που έχει συσταθεί και λειτουργεί στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών. Νομοτεχνικά η παρασχεθείσα δυνατότητα υλοποιήθηκε με την προσθήκη στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α' 163), μετά τις λέξεις «την Οικονομική Αστυνομία» των λέξεων «το σύνολο των υπηρεσιών του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ.».

Με την παράγραφο 1 του άρθρου 71 του ν.4446/2016 (Α'240), αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013, προκειμένου να διασυνδεθούν στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών τα ιδρύματα πληρωμών, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που αποδέχονται συναλλαγές καρτών πληρωμών («card acquirers") με έδρα το εξωτερικό και οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας επιχειρήσεις στην Ελληνική Επικράτεια.

Κατά την αντικατάσταση της διάταξης, το ΚΕΑΟ δεν συμπεριελήφθη ρητά ως υπηρεσία που έχει δυνατότητα αυτοματοποιημένης πρόσβασης στο Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π.

Με την προτεινόμενη διάταξη τακτοποιείται το ζήτημα με την εκ νέου προσθήκη του ΚΕΑΟ που πλέον υπάγεται στον ΕΦΚΑ μεταξύ των υπηρεσιών που έχουν δυνατότητα αυτοματοποιημένης πρόσβασης στο Σ.Μ.Τ.Λ. & Λ.Π..



Άρθρο 20 Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α'170)

Με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 προβλέπεται ότι όλες οι κρατικές υπηρεσίες, η εισαγγελία, οι γραμματείες των δικαστηρίων όλων των δημοσίων οργανισμών και φορέων όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία του το Κράτος, καθώς και των ανεξάρτητων αρχών, όλες οι κρατικές υπηρεσίες και κάθε φορέας της Γενικής Κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών και όλων των δημόσιων οργανισμών, φορέων και εταιρειών, όπου συμμετέχει ή έχει την εποπτεία το Κράτος, υποχρεούνται να παρέχουν στη φορολογική διοίκηση όλες τις πληροφορίες που κατέχουν για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής. Μεταξύ των υπόχρεων σε παροχή πληροφοριών τρίτων προσώπων, όπως ενδεικτικά αναφέρονται στη διάταξη, περιλαμβάνονται τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οι ορνανισμοί συλλονικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, οι συμβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων, οι οικονομικοί ή κοινωνικοί ή επαγγελματικοί φορείς ή οργανώσεις.  Τα ερωτήματα που αποστέλλονται έγγραφα ή ηλεκτρονικά πρέπει να απαντηθούν εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή τους, ενώ σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθείγια είκοσι (20) επιπλέον ημέρες.

Οι υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών- ΚΕΑΟ, το οποίο ιδρύθηκε στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και από 1.1.2017 μεταφέρθηκε στον Ε.φ.Κ.Α. με οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους αναφορικά με την είσπραξη των ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών οφειλών των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης, μεταξύ άλλων ελέγχουν την εισπραξιμότητα των οφειλών και εισηγούνται για το χαρακτηρισμό οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης. Για τον έλεγχο της εισπραξιμότητας και προκειμένου να εντοπιστούν πηγές αποπληρωμής των απαιτήσεών των ασφαλιστικών οργανισμών έναντι των οφειλετών είναι αναγκαία η λήψη πληροφοριών που βρίσκονται στη διάθεση τρίτων φορέων και υπηρεσιών. Με δεδομένο ότι η είσπραξη των οφειλομένων απαιτήσεων προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αποτελεί μείζονος σημασίας ζήτημα για την βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ο λόγος που επέβαλε τη θέσπιση της διάταξης του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 υπέρ της φορολογικής διοίκησης ισχύει και για τις ασφαλιστικές οφειλές που εισπράττονται από το ΚΕΑΟ. Για το λόγο αυτό, προτείνεται η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 του ν.4174/2013 για τις υπηρεσίες του ΚΕΑΟ, όπως ισχύει για τη φορολογική διοίκηση.


Άρθρο 21 Τροποποίηση του άρθρου 26 του π.δ. 422/1981 (Α' 114)

Μέχρι σήμερα υπήρχαν, κατά τις καταστατικές διατάξεις του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ), διαφοροποιήσεις τόσο ως προς τα ποσοστά των κρατήσεων επί των αποδοχών των μετόχων του, όσο και ως προς τη βάση υπολογισμού τους. Επιπλέον, οι κρατήσεις γίνονταν όχι στις πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές των υπαλλήλων, αλλά περιλάμβαναν και εικονικά ποσά επί των οποίων προβλεπόταν η κράτηση, όπως το ποσό των 140,80€ των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 3513/2006 (Α 265).

Με την προτεινόμενη διάταξη καθορίζεται, από 1.1.2017, ενιαίο ποσοστό κράτησης επί των συντάξιμων αποδοχών των μετόχων του ΜΤΠΥ, καθώς και ενιαία βάση υπολογισμού.

Στο πλαίσιο της εφαρμογής ενιαίων ρυθμίσεων και για λόγους ίσης μεταχείρισης και απλοποίησης των διαδικασιών ασφάλισης, η προτεινόμενη διάταξη επιφέρει την ταύτιση των ασφαλιστέων και συνταξίμων αποδοχών του ΜΤΠΥ με αυτές που ορίζονται στην ασφάλιση του κλάδου σύνταξης και επιπλέον την αντιστοιχία του ποσού επί του οποίου υπολογίζονται οι κρατήσεις των μετόχων με το χορηγούμενο μέρισμα, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 48 του ν.4387/2016.

Με βάση τα παραπάνω, η κράτηση υπέρ του ΜΤΠΥ γίνεται επί πραγματικών αποδοχών πλέον, σύμφωνα με τους ενιαίους κανόνες του ν.4387/2016. Η αύξηση του ποσοστού δεν συνεπάγεται την αντίστοιχη επιβάρυνση των υπαλλήλων, καθώς γίνεται πλέον σε μειωμένη βάση υπολογισμού.


Άρθρο 22 Αποσύνδεση ασφάλισης από ιδιότητα

Με την προτεινόμενη διάταξη επιτυγχάνεται η αποσύνδεση της υποχρέωσης υπαγωγής στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρ. ΕΤΑΑ -ΤΣΜΕΔΕ ή πρ. ΕΤΑΑ - ΤΑΝ) από την ιδιότητα του εγγεγραμμένου στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος (ΤΕΕ) ή του εγγεγραμμένου στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, αντίστοιχα.

Βάσει των καταστατικών διατάξεων του πρ. ΕΤΑΑ- ΤΣΜΕΔΕ (το οποίο είναι ήδη ενταχθέν στον ΕΦΚΑ), η ασφάλιση είναι υποχρεωτική για τα μέλη του ΤΕΕ (ασφάλιση ιδιότητας), χωρίς να εξετάζεται, σε αντίθεση με τους λοιπούς ασφαλιστικούς οργανισμούς, εάν υπάρχει άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας. Συνεπώς, στην περίπτωση του πρ. ΕΤΑΑ-ΤΣΜΕΔΕ, η μη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας δεν συνεπάγεται και τη μη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Αντίστοιχο αποτέλεσμα επιφέρει και η αντιμετώπιση της εγγραφής των δικηγόρων στο πρ. ΕΤΑΑ- ΤΑΝ, όπου η εγγραφή στον οικείο δικηγορικό σύλλογο συνεπάγεται στην πραγματικότητα και την υποχρέωση καταβολής εισφορών.

Η υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση των παραπάνω αυτοαπασχολουμένων συνιστά άδικη μεταχείριση σε βάρος των συγκεκριμένων κατηγοριών επαγγελματιών, πάγιο αιτημάτων οποίων αποτελεί η αποσύνδεση της ασφάλισης από την εγγραφή στο ΤΕΕ ή τον οικείο δικηγορικό σύλλογο και η σύνδεση της υποχρέωσης καταβολής εισφορών με την άσκηση δραστηριότητας, όπως ισχύει για τις υπόλοιπες κατηγορίες ασφαλισμένων.

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η αποσύνδεση της υποχρέωσης καταβολής εισφορών από την εγγραφή στο ΤΕΕ ή το δικηγορικό σύλλογο και η σύνδεσή της με την έναρξη εργασιών στη ΔΟΥ, όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες κατηγορίες ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων. Με αυτό τον τρόπο, εξαλείφονται οι υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των ασφαλισμένων του ΕΦΚΑ, ως προς την υποχρέωση υπαγωγής στην ασφάλιση και εξυπηρετείται η βασική αρχή που διέπει τη λειτουργία του ΕΦΚΑ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης των ασφαλισμένων και η σύνδεση της υποχρέωσης εισφορών με τη δραστηριότητα του κάθε ασφαλισμένου και το πραγματικό του εισόδημα από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.


Άρθρο 23 Ατέλεια ΕΤΕΑΕΠ

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιλύονται ζητήματα ερμηνείας ως προς την ατέλεια ενώπιον υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και γραφείων κτηματογράφησης σχετικά με την αυτοδίκαιη περιέλευση της ακίνητης περιουσίας των ενταχθέντων στο Ε.Τ.Ε.Α. και ήδη Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Ταμείων, Τομέων και Κλάδων, η οποία προβλέπεται από το αρ. 45 παρ. 2, 7 και 8, καθώς και από το αρ. 45Α παρ. 5 και 6 του Ν. 4052/2012, όπως αυτό προστέθηκε με το αρ. 82 του Ν.4387/2016.

Στην πρώτη παράγραφο ορίζεται ρητά ότι η αυτοδίκαιη περιέλευση της ακίνητης περιουσίας των ενταχθέντων στο Ε.Τ.Ε.Α. και ήδη Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. Ταμείων, Τομέων και Κλάδων, που προβλέπεται στις ανωτέρω διατάξεις, σημειώνεται στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία χωρίς την καταβολή τέλους ή δικαιώματος υπέρ Δημοσίου, ΤΑΧΔΙΚ, αμίσθου υποθηκοφυλακείου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου.

Στην δεύτερη παράγραφο εισάγεται αντίστοιχη ρύθμιση και ως προς τη διαπιστωτική πράξη που προβλέπεται από τη διάταξη του αρ. 29 παρ. 1 περ. στ του Ν.4325/2015, καθώς και ως προς οποιαδήποτε άλλη διαπιστωτική πράξη, προβλεπόμενη ειδικώς από διάταξη νόμου περί περιέλευσης ακίνητης περιουσίας στο Ε.Τ.Ε.Α. και ήδη Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. ή στα ενταχθέντα σε αυτό Ταμεία, Τομείς και Κλάδους.



Άρθρο 24 Ασφάλιση Αιρετών

Με σειρά διατάξεων έχουν ρυθμιστεί θέματα υπαγωγής στην ασφόιλιση ειδικών κατηγοριών προσώπων όπως τα αιρετά όργανα (α' και β' βαθμού), βουλευτών, διοικητών και υποδιοικητών σε ΝΠΔΔ και σε νοσοκομεία, μελών ανεξάρτητων διοικητικών αρχών κ.λπ. Βασικό γνώρισμα των ρυθμίσεων αυτών είναι ότι τα ανωτέρω πρόσωπα διατηρούν ως προς την ασφάλισή τους το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, και εξακολουθούν να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από το προγενέστερο καθεστώς ασφαλιστικές εισφορές κύριας και επικουρικής ασφάλισης, ασθένειας και πρόνοιας. Για παράδειγμα, με τις ανωτέρω ρυθμίσεις, δικηγόρος που διοριζόταν σε θέση διοικητή νοσοκομείου εξακολουθούσε να υπάγεται στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ - Τομείς Νομικών (για κύρια και επικουρική ασφάλιση, ασθένεια και πρόνοια) καταβάλλοντας ασφαλιστικές εισφορές ελεύθερου επαγγελματία.

Από 1/1/2017, μετά την εφαρμογή των άρθρων 5, 38, 39 καί 40 του ν.4387/2016, έχουν επέλθει ουσιαστικές μεταβολές στο καθεστώς υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών, κυρίως των ελευθέρων επαγγελματιών και των ασκούντων αγροτική δραστηριότητα. Με το νέο νομοθετικό πλαίσιο οι ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών, αυτοαπασχολούμενων και αγροτών υπολογίζονται με βάση το εισόδημα από την άσκηση επαγγελματικής ή αγροτικής δραστηριότητας το προηγούμενο φορολογικό έτος. Η μεταβολή αυτή στον τρόπο καθορισμού των ασφαλιστικών εισφορών, και γενικότερα η διάκριση των ασφαλισμένων σε μισθωτούς και μη μισθωτούς μετά την ισχύ του ν.4387/2016, έχει δημιουργήσει προβλήματα στην ασφάλιση των ανωτέρω προσώπων, καθώς προκύπτει ζήτημα προσδιορισμού των ασφαλιστικών τους εισφορών, κυρίως σε περιπτώσεις που το προγενέστερο ασφαλιστικό καθεστώς ήταν ελεύθερου επαγγελματία ή αυτοαπασχολούμενου ή αγρότη.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τα πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις αιρετών οργάνων, βουλευτών, διοικητών και υποδιοικητών σε ΝΠΔΔ κ.λπ. καταβάλλουν από 1/1/2017 εισφορές εμμίσθων για κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή, εφόσον προκύπτει υποχρέωση ασφάλισής τους στους κλάδους αυτούς.

Ειδικότερα, με την παρ. 1 της προτεινόμενης ρύθμισης, ανά κατηγορία προσώπων, επέρχονται οι εξής μεταβολές σε σχέση με το ισχύον μέχρι 31/12/2016 καθεστώς:

α. οι δήμαρχοι που είχαν εκλεγεί μέχρι την ισχύ του ν.4093/2012 κατέβαλαν ασφαλιστική εισφορά επί της αντιμισθίας για την ιδιότητά τους ως δήμαρχοι, και συγχρόνως, εάν λάμβαναν την ειδική άδεια του άρθρου 93 του ν.3852/2010 λόγω απασχόλησης στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή στον ιδιωτικό τομέα (σε νομικά πρόσωπα) κατέβαλαν δεύτερη ασφαλιστική εισφορά στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, προκειμένου να μην υπάρχει κενό στην ασφάλισή τους, καθώς υποχρεωτικά δεν μπορούσαν να εργαστούν. Κατά τη διάρκεια της ειδικής άδειας οι δήμαρχοι κατέβαλαν την προβλεπόμενη από το προγενέστερο καθεστώς ασφάλισής τους εισφορά ασφαλισμένου, και ο δήμος την προβλεπόμενη  εργοδοτική εισφορά (σε περίπτωση μισθωτού), ενώ βάση υπολογισμού αποτελούσαν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της οργανικής θέσης (σε περίπτωση μισθωτού).

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, ο δήμαρχος καταβάλλει από 1/1/2017 μία μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΕΦΚΑ για κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή. Ο χρόνος ασφάλισης για κύρια και επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή θεωρείται χρόνος του Δημοσίου ή του ΕΤΕΑΕΠ (Τομείς ΤΑΔΚΥ και ΤΠΔΚΥ για επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή). Εναλλακτικά, εάν ο δήμαρχος έχει λάβει ειδική άδεια ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς.

Για παράδειγμα δήμαρχος που έχει εκλεγεί πριν από την ισχύ του ν.4093/2012 και είναι υπάλληλος στη ΔΕΗ, λαμβάνει ειδική άδεια βάσει του άρθρου 93 του ν.3852/2010. Μέχρι 31/12/2016 κατέβαλε δύο ασφαλιστικές εισφορές: μία ως δήμαρχος και δεύτερη ως υπάλληλος της ΔΕΗ για τη διατήρηση των ασφαλιστικών του δικαιωμάτων. Από 1/1/2017 καταβάλλει μία εισφορά και ο χρόνος αυτός μπορεί να θεωρηθεί ως χρόνος Δημοσίου ή ΕΤΕΑΕΠ ή ως χρόνος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρώην ΤΑΠ - ΔΕΗ).

Εάν ο δήμαρχος παράλληλα ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα, με την προτεινόμενη ρύθμιση καταβάλλονται δύο ασφαλιστικές εισφορές: μία ως δήμαρχος και δεύτερη εισφορά σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από το νόμο ν.4387/2016 για την ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα, εφαρμοζομένων των ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 1 και Άρθρο 36 παρ. 1 του ν.4387/2016 περί παράλληλης ασφάλισης.

Για παράδειγμα δήμαρχος που έχει εκλεγεί πριν από την ισχύ του ν.4093/2012 και ασκεί εμπορική δραστηριότητα υπαγόμενος στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ, κατέβαλε μέχρι 31/12/2016 δύο ασφαλιστικές: μία ως δήμαρχος και δεύτερη στον ΟΑΕΕ λόγω άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας. Από 1/1/2017 καταβάλλει μία εισφορά υπέρ του ΕΦΚΑ ως δήμαρχος και δεύτερη ασφαλιστική εισφορά ως ελεύθερος επαγγελματίας (βάσει του άρθρου 39 του ν.4387/2016), εφαρμοζομένων των ρυθμίσεων του άρθρου 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για υγειονομική περίθαλψη, για τους δημάρχους που βρίσκονται σε ειδική άδεια ή ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και εάν δεν υπάρχει ασφαλίζονται στον Τομέα ΤΥΔΚΥ του ΕΦΚΑ.

β. Σύμφωνα με το ισχύον μέχρι 31/12/2016 καθεστώς, οι δήμαρχοι που εκλέχθηκαν για πρώτη φορά μετά την ισχύ του ν.4093/2012, διατηρούσαν το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς, και εάν δεν υπήρχε προγενέστερη ασφάλιση υπάγονταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή του ΕΤΑΑ βάσει των ρυθμίσεων του άρθρου 2 του ν.3865/2010. Για την ασφάλισή τους κατέβαλαν τις προβλεπόμενες από το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλιστικές εισφορές, υπολογιζόμενες επί της αντιμισθίας (σε περίπτωση μισθωτών), με την εισφορά ασφαλισμένου να βαρύνει τον δήμαρχο και του εργοδότη τον δήμο (σε περίπτωση μισθωτών). Τα ανωτέρω εφαρμόζονταν και σε περίπτωση που λάμβαναν την ειδική άδεια του άρθρου 93 του ν.3852/2010, οι οποίες επίσης προβλέπουν την διατήρηση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού τους καθεστώτος.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση οι ανωτέρω δήμαρχοι καταβάλλουν μία μηνιαία ασφαλιστική εισφορά και ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό-συνταξιοδοτικό καθεστώς.

Για παράδειγμα δήμαρχος που έχει εκλεγεί μετά την ισχύ του ν.4093/2012 και είναι υπάλληλος στη ΔΕΗ, λαμβάνει ειδική άδεια βάσει του άρθρου 93 του ν.4387/2016. Μέχρι 31/12/2016 κατέβαλε μία ασφαλιστική εισφορά στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς. Από 1/1/2017 συνεχίζει να καταβάλλει μία εισφορά, και ο χρόνος θεωρείται χρόνος στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς, δηλαδή στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρώην ΤΑΠ - ΔΕΗ).

Σε περίπτωση που ο δήμαρχος δεν λαμβάνει ειδική άδεια βάσει του άρθρου 93 του ν.3852/2010, και συνεχίζει παράλληλα να ασκεί την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα καταβάλλει από 1/1/2017 δύο ασφαλιστικές εισφορές: μία ασφαλιστική εισφορά ως δήμαρχος και δεύτερη για την ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα σύμφωνα με το ν.4387/2016 εφαρμοζόμενης της ρύθμισης του άρθρου 36 παρ. 2 του ν.4387/2016 και των ρυθμίσεων του άρθρου 5 παρ. 2 και 38 παρ. 2 του ν.4387/2016 για την πολλαπλή μισθωτή απασχόληση ή έμμισθη εντολή. Ο χρόνος ασφάλισης, και για τις δύο καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, θεωρείται ως χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς.  
Για παράδειγμα δήμαρχος που έχει εκλεγεί μετά την ισχύ του ν.4093/2012 και ασκεί εμπορική δραστηριότητα υπαγόμενος στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ, κατέβαλε μέχρι 31/12/2016 μία ασφαλιστική εισφορά στον ΟΑΕΕ. Από 1/1/2017 καταβάλλει μία εισφορά υπέρ του ΕΦΚΑ ως δήμαρχος και δεύτερη ως ελεύθερος επαγγελματίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο  Άρθρο 36 παρ. 2 του ν.4387/2016.

Σε περίπτωση όμως που η ασκούμενη επαγγελματική δραστηριότητα είναι διαφορετική από εκείνη που ασκούσε πριν την εκλογή του εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για παράδειγμα δήμαρχος που έχει εκλεγεί μετά την ισχύ του ν.4093/2012 και πριν το διορισμό του ήταν μισθωτός, ασφαλισμένος στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, αλλά τρέπεται σε άλλο επάγγελμα (άσκησης εμπορικής δραστηριότητας υπαγόμενος στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ). Ο εν λόγω δήμαρχος καταβάλλει από 1/1/2017 μία ασφαλιστική εισφορά ως δήμαρχος και δεύτερη ασφαλιστική εισφορά ως ελεύθερος επαγγελματίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για υγειονομική περίθαλψη, για τους δημάρχους που βρίσκονται σε ειδική άδεια ή ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και εάν δεν υπάρχει ασφαλίζονται στον Τομέα ΤΥΔΚΥ του ΕΦΚΑ.

γ. οι αντιδήμαρχοι, πρόεδροι δημοτικών συμβουλίων, πρόεδροι συνδέσμων, αντιπεριφερειάρχες, πρόεδροι περιφερειακών συμβουλίων, καθώς και ο συμπαραστάτης του δημότη και της επιχείρησης και ο περιφερειακός συμπαραστάτης του πολίτη και της επιχείρησης, που λαμβάνουν ειδική άδεια βάσει του άρθρου 93 του ν.3852/2010 λόγω της απασχόλησης στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή  τον ιδιωτικό τομέα (σε νομικά πρόσωπα), εξακολουθούσαν να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές στο προγενέστερο - ασφαλιστικό συνταξιοδοτικό τους καθεστώς. Τα ανωτέρω πρόσωπα που απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα ή ασκούσαν ελεύθερο επάγγελμα και διέκοπταν την εργασία ή την επαγγελματική τους δραστηριότητα, βάσει του άρθρου 51 του ν.4144/2013 διατηρούσαν το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, και εάν δεν υπήρχε υπάγονταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (κύρια ασφάλιση, παροχές σε είδος KOL σε χρήμα) και στο ΕΤΕΑ (επικουρική ασφάλιση). Εάν τα ανωτέρω πρόσωπα συνέχιζαν να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές για την απασχόλησή τους, όμως δεν κατέβαλαν ασφαλιστικές εισφορές για τη θέση αιρετού οργάνου που κατείχαν.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, τα ανωτέρω αιρετά όργανα που λαμβάνουν την ειδική άδεια του άρθρου 93 του ν.3852/2010 ή διακόπτουν την επαγγελματική δραστηριότητάς τους καταβάλλουν ως αιρετά όργανα μία ασφαλιστική εισφορά και ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς.

Για παράδειγμα αντιδήμαρχος που απασχολείται στη ΔΕΗ, λαμβάνει ειδική άδεια βάσει του άρθρου 93 του ν.3852/2010 και μέχρι 31/12/2016 καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρώην ΤΑΠ - ΔΕΗ). Από 1/1/2017 ο αντιδήμαρχος εξακολουθεί να καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ (πρώην ΤΑΠ - ΔΕΗ).

Επίσης, για αντιδήμαρχο που ήταν ασφαλισμένος στον ΟΑΕΕ και διέκοψε την επαγγελματική δραστηριότητα μέχρι 31/12/2016 καταβάλλονταν ασφαλιστικές εισφορές ελεύθερου επαγγελματία στον ΟΑΕΕ με επιβάρυνση του δήμου. Από 1/1/2017 ο αντιδήμαρχος καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά ύψους και ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ.   Εάν τα ανωτέρω πρόσωπα δεν βρίσκονται σε ειδική άδεια του άρθρου 93 του ν.3852/2010 ή δεν έχουν διακόψει την επαγγελματική τους δραστηριότητα, αλλά συνεχίζουν να απασχολούνται, καταβόιλλουν από 1/1/2017 δυο ασφαλιστικές εισφορές: μία ασφαλιστική εισφορά ως αιρετά όργανα για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, και δεύτερη ασφαλιστική εισφορά για την απασχόλησή τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για παράδειγμα, αντιδήμαρχος που ασκεί παράλληλα εμπορική δραστηριότητα, μέχρι 31/12/2016 κατέβαλε ασφαλιστική εισφορά μόνο για την εμπορική δραστηριότητα, δηλαδή κατέβαλε ασφαλιστική εισφορά ως ελεύθερος επαγγελματίας στον ΟΑΕΕ. Από 1/1/2017 καταβάλλει δύο ασφαλιστικές εισφορές: μία ως αντιδήμαρχος και δεύτερη ως ελεύθερος επαγγελματίας λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

Για υγειονομική περίθαλψη, εάν τα εν λόγω πρόσωπα βρίσκονται σε ειδική άδεια ή ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης ή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ βάσει του άρθρου 51 παρ. 2 του ν.4144/2013.

δ. οι περιφερειάρχες βρίσκονται σε υποχρεωτική αναστολή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας βάσει του άρθρου 119 του ν.3852/2010 ή σε ειδική άδεια βάσει του άρθρου 182 του ανωτέρω νόμου. Και στις δύο περιπτώσεις διατηρούσαν το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, ενώ η εισφορά ασφαλισμένου βάρυνε το περιφερειάρχη και η εργοδοτική εισφορά (εφόσον προβλέπεται) βάρυνε είτε την Περιφέρεια είτε τον φορέα της οργανικής θέσης. Βάση υπολογισμού ήταν οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές της οργανικής θέσης (σε περίπτωση μισθωτού).

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, ο περιφερειάρχης καταβάλλει μία ασφαλιστική εισφορά με το χρόνο ασφάλισης να θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς.

Για παράδειγμα, περιφερειάρχης που ασκούσε εμπορική δραστηριότητα πριν από την εκλογή του, βρίσκεται σε υποχρεωτική αναστολή. Μέχρι 31/12/2016 κατέβαλε ο  περιφερειάρχης τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές στον ΟΑΕΕ. Από 1/1/2017 καταβάλλεται μία ασφαλιστική εισφορά, ενώ ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς.

ε. για τους βουλευτές που είχαν εκλεγεί για πρώτη φορά πριν από την ισχύ του ν.4093/2012 προβλεπόταν η καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς για τη λήφη βουλευτικής σύνταξης από το Δημόσιο.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, από 1/1/2017 οι βουλευτές εξακολουθούν να καταβάλλουν μία μηνιαία εισφορά και ο χρόνος αυτός θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο Δημόσιο.

Εάν οι βουλευτές ασκούν παράλληλα και επαγγελματική δραστηριότητα καταβάλλουν στον ΕΦΚΑ διπλή ασφαλιστική εισφορά : μία ως και δεύτερη για την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εφαρμοζομένων των ρυθμίσεων του άρθρου 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για υγειονομική περίθαλψη, εάν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ - ΙΚΑ- ΕΤΑΜ).

στ. για τους βουλευτές που εκλέγονται για πρώτη φορά μετά την ισχύ του ν.4093/2012 προβλεπόταν η διατήρηση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώτος και καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες ανά φορέα ασφάλισης ασφαλιστικές εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη (εφόσον προβλεπόταν εργοδοτική εισφορά). Εάν δεν υπήρχε προγενέστερο ασφαλιστικό καθεστώς υπάγονταν στην ασφάλιση του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή του ΕΤΑΑ (Άρθρο 2 παρ. 1,2 και 3 του ν.3865/2010).

Με την προτεινόμενη ρύθμιση, από 1/1/2017 καταβάλλεται μία εισφορά και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς ή στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ ή στο ΕΤΑΑ.

Για παράδειγμα βουλευτής που πριν από την εκλογή του ασκούσε εμπορική δραστηριότητα την οποία και διέκοψε μετά την εκλογή, κατέβαλε μέχρι 31/12/2016 εισφορές ελεύθερου επαγγελματία στον ΟΑΕΕ. Από 1/1/2017 καταβάλει μία ασφαλιστική εισφορά και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο καθεστώς.

Εάν ο βουλευτής συνεχίζει να ασκεί παράλληλα την προηγούμενη επαγγελματική του δραστηριότητα καταβάλλει δύο ασφαλιστικές εισφορές: μία ως βουλευτής και δεύτερη για την επαγγελματική του δραστηριότητα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο  Άρθρο 36 παρ. 2 του ν.4387/2016 και το  Άρθρο 5 παρ. 2 και 38 παρ. 2 του ν.4387/2016 για την πολλαπλή μισθωτή απασχόληση ή έμμισθη εντολή, και θεωρείται ότι ο χρόνος ασφάλισης έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς. Εάν όμως έχει αλλάξει επαγγελματική δραστηριότητα, καταβάλλει και στην περίπτωση αυτή δύο ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Άρθρο 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Για υγειονομική περίθαλψη, εάν ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ - ΙΚΑ - ΕΤΑΜ).

ζ. για διάφορα πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις διοίκησης φορέων του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα προβλέπεται η διατήρηση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώτος, όπως τα μέλη των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, οι διοικητές και οι αναπληρωτές διοικητές νοσοκομείων, σε δημοσίους υπαλλήλους που διορίζονται σε θέσεις διοικητών και υποδιοικητών ΝΠΔΔ κ.λπ.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση τα ανωτέρω πρόσωπα καταβάλλουν μία εισφορά και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς.

Σε περίπτωση που συνεχίζουν να ασκούν την επαγγελματικής τους δραστηριότητα, καταβάλλουν δεύτερη ασφαλιστική εισφορά για την επαγγελματική τους δραστηριότητα, εφαρμοζόμενων των ρυθμίσεων του άρθρου 36 παρ. 2 και άρθρου 5 παρ. 2β και 38 παρ. 2β περί παράλληλης ή πολλαπλής απασχόλησης. Εάν ασκούν άλλη επαγγελματική δραστηριότητα εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του άρθρου 36 παρ. 1 του ν.4387/2016.

Με το ισχύον καθεστώς, σε πολλές περιπτώσεις βάση υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών για τα ανωτέρω πρόσωπα είναι οι αποδοχές της οργανικής τους θέσης, δηλαδή της προγενέστερης θέσης που είχαν, και όχι οι αποδοχές από τη θέση που πραγματικά κατέχουν.

Στις παρ. 2 και 3 της προτεινόμενης ρύθμισης ορίζονται τα ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών για τους κλάδους κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή, η βάση υπολογισμού τους και ο υπόχρεος καταβολή  τους.

Συγκεκριμένα:

α. για την κύρια ασφάλιση καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ν.4387/2016, δηλαδή ύψους 6,67% και εργοδοτική εισφορά ύψους 3,33% (μεταβατικά διαμορφώνεται σε 13,33%) για όσους έχουν διοριστεί στις θέσεις της παρ. 1 μέχρι 31/12/2016 και 13,33% για όσους διορίζονται από 1/1/2017 και μετά.

β. για την υγειονομική περίθαλψη καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με το Άρθρο 41 παρ. 1 του ν.4387/2016, δηλαδή ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών (7,10% επιμεριζόμενο σε 6,45% για παροχές σε χρήμα - 2,15% για τον ασφαλισμένο και 4,30% για τον φορέα διορισμού - και σε 0,65% για παροχές σε χρήμα - 0,40% για τον ασφαλισμένο και 0,25% για τον εργοδότη).

γ. για την επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά εμμίσθων ασφαλισμένων σύμφωνα με το  Άρθρο 97 του ν.4387/2016 (3,5% εισφορά ασφαλισμένου και 3,5% εισφορά εργοδότη)

δ. για την εφάπαξ παροχή καταβάλλεται ασφαλιστική εισφορά σύμφωνα με το άρθρο 35 του ν.4387/2016, εφαρμοζομένων των ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 1 και 36 παρ. 1 και 2 του ανωτέρω νόμου σε περίπτωση καταβολής πολλαπλών ασφαλιστικών εισφορών.

Βάση υπολογισμού των ανωτέρω ασφαλιστικών εισφορών είναι η αντιμισθία και τα αιρετά όργανα, η βουλευτική αποζημίωση για τους βουλευτές και οι αποδοχές ή αποζημίωση που λαμβάνουν τα πρόσωπα της περίπτωσης ζ της παρ. 1, οι οποίες δεν μπορεί να υπερβαίνουν μηνιαίως το ΙΟπλάσιο του βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα €5.860,80). Σε περίπτωση που τα πρόσωπα αυτά επιλέξουν να λαμβάνουν τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης, οι ανωτέρω ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί των συντάξιμων αποδοχών για την κύρια και επικουρική ασφάλιση και την εφάπαξ παροχή και επί των πάσης φύσεως αποδοχών για την υγειονομική περίθαλψη.

Η εισφορά ασφαλισμένου βαρύνει τα πρόσωπα της παρ. 1 και η εργοδοτική εισφορά τον δήμο ή την περιφέρεια ή την Βουλή των Ελλήνων ή τους φορείς του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών στις οποίες υπηρετούν τα πρόσωπα της παρ. 1.

Με την παρ. 4 της προτεινόμενης ρύθμισης προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις περιφερειαρχών ή οργάνων διοίκησης για τα οποία δεν υφίσταται προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφάλισης, η υποχρεωτική ασφάλιση των προσώπων αυτών στον ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη και στους αντίστοιχους κλάδους του ΕΤΕΑΕΠ για επικουρική ασφάλιση. Για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών εφαρμόζονται οι προβλέψεις των παρ. 2 και 3 της προτεινόμενης ρύθμισης.

Με την παρ. 5 της προτεινόμενης ρύθμισης, για την εφαρμογή των άρθρων 17 και 36 του ν.4387/2016 για την παράλληλη ασφάλιση, οι εισφορές που έχουν καταβληθεί κατ' εφαρμογή της προτεινόμενης ρύθμισης θεωρούνται ως εισφορές από μισθωτή εργασία. Για την παράλληλη άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τα άρθρα 38, 39, 40 και 41 του ν.4387/2016 ασφαλιστικές εισφορές, με έλεγχο του ανωτάτου και κατωτάτου ορίου αποδοχών ή εισοδήματος.

Με την παρ. 6 της προτεινόμενης ρύθμισης, οι συνταξιούχοι που διορίζονται σε θέσεις που αφορά η προτεινόμενη ρύθμιση δεν υπάγονται στην ασφάλιση δεδομένου ότι για αυτούς δεν υφίσταται προγενέστερο καθεστώς ασφάλισης. Με την προτεινόμενη ρύθμιση, οι συνταξιούχοι που διορίζονται στις ανωτέρω θέσεις και για τους οποίους δεν προέκυπτε υποχρέωση ασφάλισης, υπάγονται υποχρεωτικά στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη και στο ΕΤΕΑΕΠ για επικουρική ασφάλιση. Για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών εισφορών εφαρμόζονται οι προβλέψεις των παρ. 2 και 3 της προτεινόμενης ρύθμισης.

Από τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.4255/2014 προβλέπεται ότι οι δικηγόροι που εκλέγονται δήμαρχοι τελούν σε υποχρεωτική αναστολής της δικηγορίας, με τις ασφαλιστικές εισφορές να βαρύνουν τους δήμους. Με την παρ. 7 της προτεινόμενης ρύθμισης ορίζεται ότι και τα πρόσωπα αυτά καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές όπως οι λοιποί δήμαρχοι, με το χρόνο ασφάλισης να θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοηκό καθεστώς, εν προκειμένων στους αντίστοιχους Τομείς Νομικών του πρώην ΕΤΑΑ, με την εισφορά ασφαλισμένου να βαρύνει τον δήμαρχο καιτην εργοδοτική εισφορά τον δήμο.

Με την παρ. 8 της προτεινόμενης ρύθμισης ορίζεται αναδρομική εφαρμογή των ανωτέρω από 1/1/2017. Ως εκ τούτου προκύπτει αναγκαιότητα ρύθμισης των οικονομικών εκκρεμοτήτων που θα προκύψουν. Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που προκύπτει οφειλή από την εφαρμογή της προτεινόμενης ρύθμισης δεν επιβάλλονται πρόστιμα καθυστέρησης εξόφλησης.

Με την παρ. 9 της προτεινόμενης ρύθμισης επεκτείνεται η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 51 του ν.4144/2013, που προβλέπουν τη διατήρηση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώτος για τους ανηδημάρχους, αντιπεριφερειάρχες κ.λπ. που διακόπτουν .την επαγγελματικής τους δραστηριότητα, στα ανωτέρω αιρετά που είναι ασφαλισμένοι στον πρώην ΟΓΑ.


Άρθρο 25 Απασχόληση λόγω ψυχικών παθήσεων

Με την προτεινόμενη ρύθμιση παρέχονται κίνητρα κοινωνικής επανένταξης για τις περιπτώσεις συνταξιούχων αναπηρίας ή λόγω θανάτου με ψυχική πάθηση, δεδομένου ότι η ανάληψη εργασίας έχει σημαντική θεραπευτική λειτουργία για την πάθησή τους.

Η ένταξη αυτής της κατηγορίας συνταξιούχων στην αγορά εργασίας συμβάλλει σημαντικά στην ψυχοκοινωνική τους αποκατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα προβλήματα κοινωνικοποίησης που αντιμετωπίζουν οι ψυχικά ασθενείς, λόγω και του κοινωνικού στίγματος που υφίστανται. Αλλωστε, ακριβώς λόγω της φύσης των ψυχικών παθήσεων, οι εν λόγω συνταξιούχοι απασχολούνται ως επί το πλείστον περιστασιακά και για μικρά χρονικά διαστήματα, και ως εκ τούτου ενδεχόμενη διακοπή και επαναχορήγηση της σύνταξης καθίσταται δυσχερώς εφαρμόσιμη. Η κρίση για την σκοπιμότητα και τη θεραπευτική λειτουργία της επαγγελματικής ένταξης ή επανένταξης, ανήκει στις αρμόδιες μονάδες ψυχικής υγείας του αντίστοιχου Τομέα Ψυχικής Υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 2716/1999. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι η ανάληψη μισθωτής απασχόλησης ή η αυταπασχόληση των ανωτέρω προσώπων δεν επηρεάζει την σχετική κρίση αξιολόγησης αναπηρίας περί ανικανότητας για κάθε βιοποριστική εργασία από τα ΚΕΠΑ. Με την δεύτερη παράγραφο της προτεινόμενης διάταξης προβλέπεται ότι τα παραπάνω δεν ισχύουν σε συνταξιούχους που απασχολούνται σε φορέα γενικής κυβέρνησης. Σε κάθε δε περίπτωση τα πρόσωπα της πρώτης παραγράφου πρέπει να δηλώσουν την ανάληψη εργασίας ή την αυταπασχόληση τους στον Ε.Φ.Κ.Α., Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. και στις αρμόδιες υπηρεσίες πρόνοιας. Με την τελευταία παράγραφο της διάταξης εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ρυθμίσει κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης.


Άρθρο 26 Ρυθμίσεις για προσωπικό φορέων εποπτευόμενων από ίο Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Στόχος της προτεινόμενης διάταξης είναι η διευκόλυνση της μεταφοράς των υπαλλήλων των φορέων ανάλογα με την κατάρτισή τους, ώστε να αυξηθεί η αποδοτικότητά τους και να παρέχονται καλύτερες υπηρεσίες προς τους ασφαλισμένους. Με το ν. 4387/2016 επήλθε η ενιαιοποίηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, με συγκέντρωση των ασφαλιστικών αρμοδιοτήτων σε ενιαίους φορείς, οι οποίοι καλύπτουν το σύνολο των ασφαλισμένων και διαχωρίζονται με κριτήριο την καθ' ύλην αρμοδιότητα και όχι τα ασφαλιστέα πρόσωπα. Για την πραγματοποίηση αυτής της μεταρρύθμισης διασπάστηκαν κλάδοι ορισμένων ταμείων και μεταφέρθηκαν σε διαφορετικά ταμεία. Αντίστοιχα έγινε και η μεταφορά του προσωπικού.

Ωστόσο, δεδομένου ότι η μεταρρύθμιση του ν.4387/2016 επέφερε σημαντικές αλλαγές στη λειτουργία και τη δομή των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ τους, όπως περιγράφεται ανωτέρω, κατά το πρώτο διάστημα λειτουργίας των φορέων από 1.1.2017 προέκυφαν νέες ανάγκες μεταφοράς προσωπικού, σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας των φορέων στην πράξη. Με βάση τα παραπάνω, κρίνεται αναγκαίο κατά το πρώτο διάστημα λειτουργίας των φορέων να υπάρχει η δυνατότητα μεταφοράς προσωπικού σε σύντομο χρονικό διάστημα, για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία των φορέων και η εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων.

Επομένως, μέχρι να ολοκληρωθεί η ορθολογική κατανομή του προσωπικού, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε φορέα, κρίνεται αναγκαία μέχρι τέλους του 2017 και κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων η μεταφορά προσωπικού μεταξύ των φορέων Ε.Φ.Κ.Α., Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π., Ο.Γ.Α. και Ν.Α.Τ. με μεταφορά της οργανικής τους θέσης, την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο ή ειδικότητα. Ομοίως επιτρέπεται η μεταφορά υπαλλήλων των παραπάνω φορέων σε κενές οργανικές θέσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.


Άρθρο 27

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται, για λόγους ίσης μεταχείρισης, η δυνατότητα μετάταξης του προσωπικού ασφαλείας που υπηρετούσε στο ενταχθέν στον ΕΦΚΑ πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σε θέση άλλου κλάδου ή ειδικότητας της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθμίδας, με την ίδια σχέση εργασίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Σύμφωνα με το ν. 3304/2005, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη το περιεχόμενο των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου και 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ηζ Νοεμβρίου 2000, απαγορεύεται, μεταξύ άλλων, η διακριτική μεταχείριση λόγω ηλικίας στον τομέα της απασχόλησης, τόσο όσον αφορά στους όρους πρόσβασης στην εργασία όσο και στους όρους υπηρεσιακής και επαγγελματικής εξέλιξης. Αντίθετες ρυθμίσεις είναι θεμιτές μόνο εφόσον υφίσταται ειδική αιτιολογία, όπως προκύπτει και από το με αριθμ. πρωτ. Φ1400.2/41482/2014 έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ηλικιακή προϋπόθεση που ισχύει για τη συγκεκριμένη κατηγορία υπαλλήλων δεν έχει ειδική αιτιολογική βάση, επομένως κρίνεται σκόπιμη η κατάργηση της εν λόγω προϋπόθεσης.

Άλλωστε, το αντικείμενο απασχόλησης της ειδικότητας ΔΕ Προσωπικό Ασφαλείας τείνει να εκλείψει, καθώς δεν πραγματοποιούνται πλέον χρηματαποστολές ώστε να χρήζουν συνοδείας, ενώ περαιτέρω για τις ανάγκες φρούρησης και ασφάλειας του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ απασχολούνταν ήδη υπάλληλοι ειδικότητας ΥΕ Φυλάκων Νυχτοφυλάκων (σχετ. το με αριθμ. πρωτ. Γ23/221/27-11-2015 έγγραφο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).

Ως εκ τούτου, με την προτεινόμενη διάταξη, οι μόνιμοι υπάλληλοι και οι υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που πλέον έχουν μεταφερθεί στον ΕΦΚΑ ως προσωπικό ασφαλείας, δύνανται να μεταταγούν σε θέση άλλου κλάδου ή ειδικότητας ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθμίδας, εφόσον πληρούν τα κριτήρια της οικείας νομοθεσίας, μη εφαρμοζομένης εφεξής της ηλικιακής προϋπόθεσης που ίσχυε για τη συγκεκριμένη κατηγορία. Με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται ταυτόχρονα και η δυνατότητα απασχόλησης του εν λόγω προσωπικού σε πιο παραγωγικές θέσεις, με αρμοδιότητες αντίστοιχες των προσόντων τους. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις που αφορούν τη μετάταξη των μονίμων υπαλλήλων και των υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχα.


Άρθρο 28 Όργανα ΕΦΚΑ κατά ίο ν.1418/1984 (Α' 23)

Η νομοθεσία για τα δημόσια έργα προβλέπει τη λειτουργία τεχνικών συμβουλίων, τα οποία επικουρούν τις δημόσιες αρχές σε θέματα σχετικά με δημόσιες συμβάσεις, όπου προβλέπεται σχετική αρμοδιότητα στη νομοθεσία [ενδεικτικά ν.1418/1984 (Α' 23), ν.3669/2008 (Α' 116), ν.4412/2016 (Α' 147)]. Προβλέπει επίσης τον ορισμό των αρμοδίων υπηρεσιών, οι οποίες αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν σε θέματα δημοσίων συμβάσεων.

Σύμφωνα με τα άρθρα 51, 53 και 70 του ν.4387/2016 (Α' 85), ο ΕΦΚΑ από 1.1.2017 είναι καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, του ΟΑΕΕ, του ΕΤΑΑ, του ΤΑΥΤΕΚΩ, του ΕΤΑΠ- ΜΜΕ και του ΕΤΑΤ, καθώς και του ΝΑΤ και του ΟΓΑ, ως προς τις ασφαλιστικές τους αρμοδιότητες. Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζονται οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΕΦΚΑ, ενώ προβλέπεται ότι ως τεχνικό συμβούλιο ορίζεται το τεχνικό συμβούλιο του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, δεδομένου ότι μόνο στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ λειτουργούσε τεχνικό συμβούλιο. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται ανάλογα τα οριζόμενα στο π.δ. 170/1984 (Α' 84).

Τέλος, με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ρυθμίζει ειδικότερα ζητήματα για την εφαρμογή της υπόψη ρύθμισης, ιδίως να ορίζει τα αποφαινόμενα όργανα στην περίπτωση που λόγω τροποποίησης της οργανωτικής διάρθρωσης του ΕΦΚΑ κρίνεται απαραίτητος ο ορισμός άλλων οργάνων αντίστοιχα.


Άρθρο 29 Ενιαιοποίηση προϋποθέσεων καταβολής σύνταξης σε περιπτώσεις ποινικής καταδίκης του δικαιούχου

Με την προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζεται το θέμα της αναστολής καταβολής της σύνταξης σε συνταξιούχους του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ), λόγω καταδίκης τους σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός έτους.

Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των ασφαλιστικών φορέων που εντάχθηκαν στον ΕΦΚΑ, δεν ρυθμίζεται με ενιαίο τρόπο η επερχόμενη αναστολή της σύνταξης, σε περιπτώσεις καταδίκης του ασφαλισμένου σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή.

Ειδικότερα,

α) με την παρ. 7α, του άρθρου 29, του α.ν.1846/1951 της νομοθεσίας του πρώην ΙΚΑ- ΕΤΑΜ ορίζεται ότι, η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται εάν ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητικής της ελευθερίας του μεγαλύτερη των έξι μηνών και για όσο χρόνο εκτίει την ποινή αυτή (στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ότι το δικαίωμα για απόληφη της σύνταξης μεταβιβάζεται στα δικαιοδόχα πρόσωπα).

β) με τις παρ. 3 και 4, του άρθρου 13 του ν.4491/1966, στο πρώην τομέα ασφάλισης προσωπικού της ΔΕΗ ορίζεται, ότι η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται: «3. α) Εάν ο συνταξιούχος εκτίη ποινήν στερητικήν της ελευθερίας αυτού μεγαλυτέραν του έτους και δι' όσον χρόνον εκτίει ταύτην. Εφ' όσον όμως τυγχάνουν πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου τούτου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται εις την λήφιν της συντάξεως, ήτις θα κατεβάλλετο εις αυτά, εν περιπτώσει θανάτου του συνταξιούχου.-

4. Το δικαίωμα εις σύνταξιν απόλλυται εάν ο δικαιούχος καταδικασθή εις εγκληματικήν ποινήν επί κλοπή, υπεξαιρέσει, απάτη, πλαστογραφία, απιστία, εφ' όσον τα αδικήματα ταύτα στρέφονται κατά της ΔΕΗ ή του Ελληνικού Δημοσίου.- Παρεχομένης χάριτος μετ' άρσεως συνεπειών ή επερχομένης αποκαταστάσεως το δικαίωμα εις σύνταξιν ανακτάται από της πρώτης του επομένου μηνός εκείνου καθ' ον ήρθησαν αι συνέπειαι ή εγένετο η αποκατάστασις.- Εφ' όσον υπάρχουν πρόσωπα, άτινα εν περιπτώσει θανάτου του δικαιούχου θα ελάμβανον σύνταξιν, ταύτα δικαιούνται κατά το χρονικόν διάστημα καθ' ό δεν δύναται ν' ασκηθή υπ'αυτού το εις σύνταξιν δικαίωμα, να τύχουν συντάξεως, ως εάν ο καταδικασθείς είχεν αποβιώσει».

γ) με την περίπτωση ε του άρθρου 7 της ΥΑ.21545/1927 (Β' 174), του πρ. ΤΣΠ-ΕΤΕ, προβλέπεται ότι, «Επί απολύσεως, μετά 15ετή συντάξιμόν υπηρεσίαν ησφαλισμένου ένεκα καταδίκης δι' αμετακλήτου δικαστικής αποφάσεως επί καταχρήσει, υπαιξαιρέσει, απάτη ή πλαστογραφία εις βάρος της παρ' ή υπηρετεί Τραπέζης ή του ταμείου δεν χορηγείται εις τούτον σύνταξις. Εάν όμως υπάρχουσι σύζυγος ή τέκνα, άτινα θα εδικαιούντο συντάξεως κατά τους όρους του άρθρ. 8, καταβάλλεται αυτοίς η σύνταξις, ήτις θα του απενέμετο εις περίπτωσιν θανάτου του ασφαλισμένου».

δ) με το Άρθρο 52 του π.δ..284/1974 (Α' 101), του καταστατικού του κλάδου σύνταξης του πρ. τομέα σύνταξης Προσωπικού Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης (ΤΣΠΕΑΘ) του Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (Ε.Τ.Α.Π.-Μ.Μ.Ε.), η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται:

«1. Στερείται ή εκπίπτει του δικαιώματος συντάξεως αναπηρίας, γήρατος, θανάτου: α)ησφαλισμένος ο οποίος προεκάλεσε δολίως την επέλευσιν του ασφαλιστικού κινδύνου και κατεδικάσθη διά την πράξιν του αμετακλήτως υπό του ποινικού δικαστηρίου και β) ο καταδικασθείς εις την ποινήν της ειρκτής και εφ' όσον χρόνον εκτίει ταύτην.

Εις αμφοτέρας τας ως άνω περιπτώσεις το δικαίωμα επί την παροχήν μεταβιβάζεται εις τους κατά το άρθρον 43 λόγω θανάτου δυ<αιοδόχους του ησφαλισμένου.

2. Ο προκαλέσας των θάνατον του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου, εφ' όσον διά τούτο κατεδικάσθη δι' αμετακλήτου αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου , στερείται ή εκπίπτει του δικαιώματος συντάξεως ης θα εδικαιούτο λόγω θανάτου του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου.

Ev τη περιπτώσει ταύτη της συντάξεως δικαιούνται οι λοιποί κατά το άρθρον 43 δικαιούχοι».

ε) με το Άρθρο 14, της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Β2/54/3/236/76/οικ.695/1977 (Β' 329), του π. τομέα ασφάλισης Ιδιοκτητών Συντακτών και Υπαλλήλων Τύπου που αναφέρεταιστη στέρηση συντάξεως:

«1. Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ο ησφαλισμένος ο εκ προθέσεως καταστάς ανάπηρος η συνεπεία πλημμελήματος η κακουργήματος παρ' αυτού διαπραχθέντος, η δε ενοχή του αποδεικνύεται δια τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα εκ των αναφερομένων εις το άρθρον 4 παρ. 1 του παρόντος, ταύτα δικαιούνται της συντάξεως της οποίας θα εδικαιούντο εις περίπτωσιν θανάτου του ησφαλισμένου.

2. Πρόσωπα εκ των κατά το άρθρον 4 παρ. 1 του παρόντος δικαιουμένων συντάξεων στερούνται παντός επ' αυτής δικαιώματος, εάν δι' αποφάσεως Ποινικού Δικαστηρίου ήθελον καταδικασθή δια πράξιν, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξεν ο θάνατος του ησφαλισμένου ή συνταξιούχου».

στ) με τα  Άρθρο 26 και 27 αντιστοίχως, του π.δ.419/1983 (Α' 154), του πρ. τομέα ασφάλισης Ανταποκριτών Ξένου Τύπου που αναφέρονται στη στέρηση συντάξεως, ορίζεται ότι:

Άρθρο 26 - Στέρηση

«1. Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ασφαλισμένος που έγινε ανάπηρος εκ προθέσεως ή για πλημμέλημα ή κακούργημα που διαπράχθηκε από αυτόν η δε ενοχή του αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο  Άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, δικαιούνται αυτά τη σύνταξη που θα έπαιρναν σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου.

2. Πρόσωπα, από τα αναφερόμενα στο Άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, που δικαιούνται σύνταξη, στερούνται κάθε δικαίωμα συντάξεως, εάν με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου έχουν καταδικασθεί για πράξη, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ασφαλισμένου η συνταξιούχου».

Άρθρο 27 - Αναστολή συντάξεως

Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται:

«α) Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος εκτίει ποινή, στερητική της ελευθερίας, που είναι μεγαλύτερη από ένα (1) έτος. Εφόσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία στην περίπτωση θανάτου του παίρνουν σύνταξη, αυτά δικαιούνται τη σύνταξη που καταβάλλεται σε αυτά στην περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου και για όσο χρόνο στερείται της συντάξεως ο δικαιούχος».

ζ)με τα  Άρθρο 26 και 27 αντιστοίχως, του π.δ.419/1980 (Α' 115), του πρ. τομέα ασφάλισης Φωτοειδησεογραφικών και Εικονοληπτών Επικαίρων Τηλεόρασης, που αναφέρονται στη στέρηση συντάξεως, παρατίθενται τα κάτωθι:

Άρθρο 26 - Στέρηση

«1. Στερείται του δικαιώματος συντάξεως λόγω αναπηρίας ασφαλισμένος που έγινε ανάπηρος εκ προθέσεως ή για πλημμέλημα ή κακούργημα που διαπράχθηκε από αυτόν η δε ενοχή του αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Εάν όμως υπάρχουν πρόσωπα από τα αναφερόμενα στο  Άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, δικαιούνται αυτά τη σύνταξη που θα έπαιρναν σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου.

2.Πρόσωπα, από τα αναφερόμενα στο  Άρθρο 18 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, που δικαιούνται σύνταξη, στερούνται κάθε δικαίωμα συντάξεως, εάν με απόφαση Ποινικού Δικαστηρίου έχουν καταδικασθεί για πράξη, που είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο του ασφαλισμένου η συνταξιούχου.».

Άρθρο 27 - Αναστολή συντάξεως

Η καταβολή της συντάξεως αναστέλλεται:

«α)Εάν και για όσο χρόνο ο συνταξιούχος εκτίει ποινή, στερητική της ελευθερίας, που είναι μεγαλύτερη από ένα (1) έτος. Εφόσον όμως υπάρχουν πρόσωπα, τα οποία στην  περίπτωση θανάτου του παίρνουν σύνταξη, αυτά δικαιούνται τη σύνταξη που καταβάλλεται σύ αυτά στην περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου και για όσο χρόνο στερείται της συντάξεως ο δικαιούχος».

η)με την περίπτωση β' της παρ. 3 του άρθρου 52 του Καταστατικού του Ταμείου Ασφαλίσεως Τεχνικών Τύπου Αθηνών (Β.Δ. 29/5 - 256 1958 - ΦΕΚ 96 Α' 25.6.58), όπως ισχύει, η καταβολή των παρά του Ασφαλιστικού Κλάδου Συντάξεως χορηγουμένων συντάξεων, αναστέλλεται: «α) Εφ' όσον ο συνταξιούχος εκτίει ποινήν στερητικήν της ελευθερίας του μακροτέραν της πενταετίας η σύνταξις υπαρχόντων τέκνων και συζύγου κατανέμεται μεταξύ αυτών κατ' ισομοιρίαν, μη υπαρχόντων δε συζύγου και τέκνων η σύνταξης αποδίδεται εις αυτόν εξ ολοκλήρου».

θ) με την περίπτ. α της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν.δ.4114/1960 (Α' 164), του πρώην Τομέας Ασφάλισης Νομικών του πρ. Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), ορίζεται ότι η σύνταξη αναστέλλεται εάν ο συνταξιούχος καταδικασθεί σε χρηματική ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη και κ.λ.π., εφόσον τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε έχουν σχέση με τη συμπεριφορά του έναντι του φορέων αυτού.

ι) με την περίπτ. δ της παρ. 1 του άρθρου 32 του π.δ. 258/2005 (Α' 316), του πρ. ΟΑΕΕ ορίζεται ότι, η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται εάν ο συνταξιούχος εκτίει ποινή στερητική της ελευθερίας του μεγαλύτερη του ενός έτους, εφόσον τα αδικήματα για τα οποία καταδικάσθηκε έχουν σχέση με τη συμπεριφορά του έναντιτου φορέων αυτού.

ια) με την περίπτ. α του άρθρου 25α του π.δ. 913/1978 (Α' 220), του πρ. Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (ΝΑΤ), η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται:

α) Αν ο συνταξιούχος εκτίει σε ελληνικές φυλακές ποινή στερητική της ελευθερίας μεγαλύτερη από ένα έτος και για όσο χρόνο την εκτίει. Αν όμως υπάρχουν πρόσωπα που σε περίπτωση θανάτου του θα έπαιρναν σύνταξη, τα πρόσωπα αυτά παίρνουν τη σύνταξη που θα έπαιρναν σε περίπτωση θανάτου του συνταξιούχου.

ιβ) με τις παρ. β του άρθρου 62 και παρ. 1 του άρθρου 63 αντίστοιχα, του π.δ. 169/2007 (Α' 210) - Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων, το δικαίωμα σύνταξης χάνεται αν ο δικαιούχος καταδικαστεί αμετάκλητα, είτε όταν ήταν εν ενεργεία είτε ως συνταξιούχος, σε ποινή κάθειρξης για κλοπή, υπεξαίρεση, απάτη, πλαστογραφία, απιστία, παραποίηση ή σε φυλάκιση για δωροδοκία ή δωροληψία, εφόσον τα αδικήματα αυτά στρέφονται κατά του Δημοσίου ή κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου καθώς και αν καταδικαστεί αμετάκλητα για κάποιο από τα αδικήματα των άρθρων 270 και 272 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτά τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ν.δ.364/1969.

Το δικαίωμα για σύνταξη ή καταβολή δεν μπορεί να ασκηθεί αν ο δικαιούχος καταδικασθεί στην ποινή της κάθειρξης για οποιοδήποτε αδίκημα, εκτός από αυτά που αναφέρονται στην περίπτ. β' της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, και μέχρι τη λήξη της ποινής.

Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις, αφενός δεν απαιτείται σε όλους τους φορείς το αδίκημα που διέπραξε ο ασφαλισμένος να έχει σχέση με την συμπεριφορά του έναντι του ασφαλιστικού φορέα και αφετέρου δεν καθορίζεται η ίδια χρονική διάρκεια της περιοριστικής της ελευθερίας ποινής, για την αναστολή της σύνταξης.

Δεδομένου ότι, οι πρώην ασφαλιστικοί φορείς εντάχθηκαν στο ΕΦΚΑ από 1.1.2017, πρέπει να θεσπιστεί διάταξη, με την οποία θα ρυθμίζεται κατά ενιαίο τρόπο για όλους τους ασφαλισμένους του ΕΦΚΑ, η αναστολή καταβολής της σύνταξης τους σε περιπτώσεις που τους επιβάλλεται περιοριστική της ελευθερίας τους ποινή.

Για τους ανωτέρω λόγους προτείνεται η θέσπιση της διάταξης, κατά το σχεδίασμά της οποίας έχουν ληφθεί υπόψη και οι προτάσεις- παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, ήδη από το 2012, καθώς και η σχετική νομολογία.



Άρθρο 30 Παράταση χορήγησης αναπηρικής σύνταξης

Με την παρούσα διάταξη προτείνεται η συνέχιση της ισχύος της ρύθμισης της παρ. 3 του άρθρου 66 του ν.4144/2013 (Α' 88) που λήγει στις 30.6.2017. Δεδομένου ότι η ισχύς της ανωτέρω διάταξης λήγει στις 30.6.2017, η προτεινόμενη ρύθμιση αρχίζει από 1.7.2017.

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας συνταξιούχων του ΕΦΚΑ και εφόσον εκκρεμεί στις υγειονομικές επιτροπές ΚΕ.Π.Α. ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, προβλέπεται παράταση του δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω αναπηρίας για έξι μήνες με το ίδιο ποσό που ελάμβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώματος, υπό την προϋπόθεση ότι για το δικαίωμα αυτό είχαν κριθεί από την αρμόδια υγειονομική επιτροπή αναπηρίας, με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Προβλέπεται επίσης ότι εάν μετά τη γνωμάτευση των υγειονομικών επιτροπών ΚΕ.Π.Α. κριθεί ότι οι ασφαλισμένοι δεν φέρουν συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν μικρότερο ποσοστό αναπηρίας από αυτό με το οποίο είχαν κριθεί, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συμψηφισμού, με μηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούμενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται ως αχρεωστήτως καταβληθείσες σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ.

Η ανωτέρω ρύθμιση εφαρμόζεται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας (προνοιακά, βαριάς αναπηρίας, εξωιδρυματικό, απολύτου αναπηρίας κ.λπ.), καθώς και συντάξεις με αιτία την αναπηρία (συντάξεις θανάτου σε ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία παιδιά κ.λπ.), ενώ για τον ίδιο χρόνο παρατείνεται η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν σε αυτή τη ρύθμιση.



Άρθρο 31 Αντικατάσταση του άρθρου 30 του ν.1469/1984 (Α’111)

Με τις διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 1469/1984 δόθηκε στους ανασφάλιστους διαζευγμένους συζύγους η δυνατότητα διατήρησης του δικαιώματος παροχών ασθένειας σε είδος, καταβάλλοντας την εισφορά άμεσα ασφαλισμένου για τον κλάδο ασθένειας που υπαγόταν ο διαζευγμένος σύζυγος.

Έτσι, οριζόταν διαφορετικό ποσοστό εισφοράς και διαφορετική βάση υπολογισμού της εισφοράς ανάμεσα σε δημοσίους υπαλλήλους, σε μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και σε αυτοτελώς απασχολούμενους ή ανεξάρτητους επαγγελματίες.

Με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 4387/2016 (Α'85) και στο πλαίσιο του ΕΦΚΑ, στον οποίο υπάγονται πλέον οι ασφαλισμένοι της χώρας, ορίστηκαν κοινά ποσοστά ασφαλιστικών εισφορών υγειονομικής περίθαλψης, τόσο για τους μισθωτούς όσο και για τους ελεύθερους επαγγελματίες και ανεξάρτητα απασχολούμενους.

Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η διάταξη αυτή με την οποία τα ποσοστά και η βάση υπολογισμού των εισφορών που καταβάλλουν οι διαζευγμένοι σύζυγοι για τη διατήρηση του δικαιώματος παροχών ασθένειας σε είδος από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, αλλά και η μείωση του ορίου ηλικίας για την άσκηση του δικαιώματος από το 35ο στο 25ο. Εννοείται ότι η ίδια δυνατότητα δίνεται στον/στην διαζευγμένο/η, βάσει του άρθρου 16 του ν.4387/2016- και στην περίπτωση λύσης του συμφώνου συμβίωσης.


Άρθρο 32 Απαλλαγή από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη σε σεισμόπληκτους

Ο ισχυρός σεισμός της 12ης Ιουνίου 2017 που έπληξε τη Λέσβο προκάλεσε σοβαρότατες καταστροφές. Ο οικισμός Βρίσα καταστράφηκε ολοσχερώς και εκκενώθηκε. Με την προτεινόμενη ρύθμιση απαλλάσσονται οι πληγόντες από το συγκεκριμένο οικισμό από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη για δύο έτη.

Στόχος είναι η ανακούφιση των συγκεκριμένων κατοίκων, οι οποίοι έχουν βρίσκονται σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες λόγω της φυσικής καταστροφής. Η αναφορά στο συγκεκριμένο οικισμό γίνεται διότι η πλήρης εκκένωσή του καθιστά αλυσιτελή τη διάκριση των κατοίκων σε πληγέντες και μη, σύμφωνα με το ν.2256/1994.


ΜΕΡΟΣ Β' ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ


Άρθρο 33 Τροποποιήσεις του άρθρου 2 του ν. 3996/2011

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α' 170), έργο του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ) είναι, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη και ο έλεγχος της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, ο έλεγχος της ασφαλιστικής κάλυψης των εργαζομένων και η καταστολή της παράνομης απασχόλησης των εργαζομένων.

Κατά την εκτέλεση του έργου του, το ΣΕΠΕ είναι αρμόδιο, μεταξύ άλλων, να επιθεωρεί και να ελέγχει τους χώρους εργασίας με κάθε πρόσφορο μέσο, να προβαίνει σε κάθε είδους αναγκαία εξέταση και έλεγχο σε όλες τις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα και γενικότερα σε κάθε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο εργασίας ή εκμετάλλευσης ή χώρο όπου πιθανολογείται ότι απασχολούνται εργαζόμενοι και να επιβλέπει την τήρηση και εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας της σχετικής με την ασφαλιστική κάλυψη των εργαζομένων, την αδήλωτη εργασία και την παράνομη απασχόληση, να ερευνά οποιαδήποτε ώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας τους χώρους εργασίας, όταν το κρίνει αναγκαίο, χωρίς προειδοποίηση του εργοδότη, και να έχει ελεύθερη πρόσβαση σε οποιαδήποτε από τα βιβλία, μητρώα, έγγραφα, αρχεία και κάθε άλλου είδους στοιχείο που τηρούνται από την επιχείρηση, να λαμβάνει αντίγραφα, καθώς και να έχει πρόσβαση στη δομή της παραγωγικής διαδικασίας.

Με σκοπό την αποτελεσματική εκτέλεση της θεσμικής αποστολής του ΣΕΠΕ, τη διευκόλυνση των ανωτέρω αρμοδιοτήτων του και την αποφυγή καταχρηστικών συμπεριφορών από τους ελεγχόμενους, είναι απαραίτητο, κατά τη διενέργεια του σχετικού ελέγχου, οι Επιθεωρητές Εργασίας, εκτός των στοιχείων που τηρούνται από την επιχείρηση και στα οποία έχουν ήδη, υπό το ισχύον καθεστώς, ελεύθερη πρόσβαση, να μπορούν να ζητούν την επίδειξη της αστυνομικής ταυτότητας ή άλλου σχετικού αποδεικτικού της ταυτοπροσωπίας εγγράφου για την εξακρίβωση των στοιχείων των παρισταμένων, την ακριβή καταγραφή των πραγματικών περιστατικών και την αποτελεσματική διενέργεια του ελέγχου.

Εξάλλου, το πλέον απαραίτητο στοιχείο για τη διαπίστωση της τήρησης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομιμότητας της απασχόλησης (ασφαλιστική κάλυψη, άδεια εργασίας κλπ.) είναι η εξακρίβωση των στοιχείων όσων εντοπίζονται κατά τον έλεγχο να εργάζονται ή όσων πιθανολογείται ότι εργάζονται, έστω κι αν οι ίδιοι ή τρίτοι (εργοδότης, νόμιμος εκπρόσωπος κλπ.) το αμφισβητούν.

Με τη ρύθμιση λοιπόν του άρθρου 33 καθιερώνεται η υποχρέωση όσων βρίσκονται στο χώρο εργασίας κατά τη διάρκεια ελέγχου από όργανα του ΣΕΠΕ να επιδεικνύουν την αστυνομική τους ταυτότητα ή άλλο αποδεικτικό της ταυτοπροσωπίας έγγραφο, εφόσον τους ζητηθεί από τους διενεργούντες τον έλεγχο Επιθεωρητές εργασίας. Επιπλέον, προβλέπεται ότι, πέραν του εργοδότη, επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις και σε οποιοδήποτε τρίτο αρνείται την είσοδο και πρόσβαση ή την παροχή στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία.


Άρθρο 34 Τροποποίηση του άρθρου 23 του ν. 3996/2011

Το φαινόμενο των εργατικών ατυχημάτων λόγω των παραβάσεων της νομοθεσίας για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων είναι συχνό στη χώρα μας. Με την προτεινόμενη ρύθμιση λαμβάνονται συγκεκριμένα προληπτικά μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων. Ειδικότερα εισάγονται ορισμένες προσθήκες στην περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3996/2011, με σκοπό την αποτελεσματική προστασία της υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, καθώς και την πρακτική εφαρμογή των σχετικών κυρώσεων. Μεταξύ άλλων, προστίθενται η εκμετάλλευση και το στοιχείο εξοπλισμού της επιχείρησης ή εγκατάστασης ως αντικείμενα προσωρινής διακοπής λειτουργίας. Κατ' αυτό τον τρόπο διευκολύνεται το έργο των ελεγκτικών οργάνων και καθίσταται δυνατή η επιβολή κυρώσεων που προστατεύουν την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων με στοχευμένο τρόπο.

Παράλληλα, προστίθεται ο παράγοντας της σοβαρότητας του κινδύνου, διαζευκτικά με την αμεσότητα, ως λόγος προσωρινής διακοπής λειτουργίας, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο διαπιστωθείς ως σοβαρός κίνδυνος ενδέχεται να καταστεί άμεσος πριν από τη διενέργεια νέου ελέγχου. Επιπρόσθετα, προβλέπεται ότι η κύρωση της προσωρινής διακοπής λειτουργίας διαρκεί μέχρι την πλήρη συμμόρφωση του εργοδότη και την άρση των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. Η συγκεκριμένη προσθήκη κρίνεται αναγκαία, καθώς η επαναλειτουργία της επιχείρησης, χωρίς να έχει προηγουμένως αντιμετωπιστεί η ήδη διαπιστωθείσα παράβαση, εγκυμονεί τους ίδιους κινδύνους για τους οποίους επιβλήθηκε αρχικά η εν λόγω κύρωση.


Άρθρο 35 Τροποποίηση του άρθρου 24 του ν. 3996/2011

Ο συνδυασμός διοικητικών προστίμων και διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης οικοδομεί ένα ολοκληρωμένο πλέγμα για την αποφυγή επαναλαμβανόμενων παραβάσεων, μεταξύ των οποίων και αυτές για την αδήλωτη εργασία, ιδίως σε επιχειρήσεις που το μέτρο των οικονομικών κυρώσεων κρίνεται ανεπαρκές.   Λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα του μέτρου της διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης, κρίνεται απαραίτητη η θεσμοθέτηση ενός σαφώς καθορισμένου και διαβαθμισμένου πλαισίου για την επιβολή της εν λόγω κύρωσης. Κατ' αυτόν το  τρόπο διευκολύνεται το έργο των Επιθεωρητών Εργασίας, οι οποίοι θα μπορούν πλέον να λειτουργούν βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων, ενώ αποφεύγονται οι καταχρηστικές υμπεριφορές με επιβολή κυρώσεων που δεν αντιστοιχούν στη βαρύτητα της παράβασης.

Τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται με την προτεινόμενη διάταξη στηρίζονται, αφενός, στη σοβαρότητα της παράβασης και, αφετέρου, στην εξέταση της συμπεριφοράς του εργοδότη εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, προκειμένου να αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της υποτροπής. Παράλληλα, με τη θεσμοθέτηση συγκεκριμένου και αναλογικού πλαισίου για την επιβολή της εν λόγω κύρωσης, εξυπηρετείται η ασφάλεια δικαίου και η γενική και ειδική πρόληψη, καθώς οι εργοδότες γνωρίζουν επακριβώς και εκ των προτέρων ποιες παραβάσεις επισύρουν την κύρωση της προσωρινής διακοπής λειτουργίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προτεινόμενης ρύθμισης, που ορίζει ότι ο χρόνος της προσωρινής ή οριστικής διακοπής λογίζεται ως κανονικός χρόνος εργασίας ως προς όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων


Άρθρο 36 Τροποποίηση του άρθρου 28 του ν. 3996/2011

Το μέτρο της προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας επιχείρησης επιβάλλεται για εξαιρετικά σοβαρές ή/και επαναλαμβανόμενες παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως για παράδειγμα παραβάσεις που εγκυμονούν άμεσο κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων. Ωστόσο, απαντάται συχνά το φαινόμενο παραβίασης των ανωτέρω αποφάσεων και, κατά συνέπεια, κρίνεται αναγκαία, σε πλαίσιο προληπτικό αλλά και κατασταλτικό, η διασφάλιση της τήρησης από πλευράς του εργοδότη των όρων της κύρωσης. Προς το σκοπό αυτό, με την προτεινόμενη  διάταξη προβλέπονται ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης της απόφασης περί διακοπής λειτουργίας της επιχείρησης, κατά τρόπο ανάλογο προς τις ήδη ισχύουσες της παρ. 1 του αυτού άρθρου, προκειμένου να υπάρξουν επαρκή αντικίνητρα των εν λόγω παραβατικών συμπεριφορών. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν εξυπηρετεί μόνο σκοπούς γενικής και ειδικής πρόληψης, αλλά, παράλληλα, επιδιώκει την προστασία αγαθών γενικότερου συμφέροντος, όπως για παράδειγμα της δημόσιας υγείας και ασφάλειας.


Άρθρο 37 Τροποποίηση ίου άρθρου 15 του ν. 4144/2013

Στο πλαίσιο καταπολέμησης του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής, επιχειρείται, με την προτεινόμενη διάταξη, η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του έργου και ο συντονισμός των αρμόδιων ελεγκτικών οργάνων του ΣΕΠΕ και της Υπηρεσίας Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος (ΥΠΟΑΔΗΕ).

Ειδικότερα, για τη διασφάλιση της εύρυθμης, συντονισμένης και αποτελεσματικής λειτουργίας του ανατεθειμένου στις προαναφερόμενες ελεγκτικές υπηρεσίες έργου και προκειμένου να αποφευχθούν αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ τους, θεσμοθετείται η δυνατότητα επιβολής προστίμου από τον Προϊστάμενο της κατά τόπον αρμόδιας Υπηρεσίας του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, σε περίπτωση διαβίβασης έκθεσης ελέγχου του αρμόδιου ελεγκτικού οργάνου της ΥΠΟΑΔΗΕ, με την οποία διαπιστώθηκε η παράβαση της υποχρέωσης αναγραφής εργαζομένου στον πίνακα προσωπικού, δίχως την ανάγκη διενέργειας δεύτερου επιτόπιου ελέγχου από τα αρμόδια όργανα του ΣΕΠΕ.


Άρθρο 38 Καταχώριση αλλαγής ή τροποποίησης ωραρίου στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»

Η αδήλωτη υπερεργασία και υπερωρία ως επιμέρους εκδοχή της αδήλωτης εργασίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Στο βαθμό που αφορά, επιπλέον, επαγγελματικές δραστηριότητες, οι οποίες εμπίπτουν στον άτυπο τομέα της οικονομίας, αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα επιδείνωσης των δημοσιονομικών μεγεθών, απώλειας φορολογικών εσόδων και πόρων των ασφαλιστικών ταμείων. Από αυτή την πρακτική εργασιακής και ασφαλιστικής απάτης δεν ζημιώνονται μόνο τα ασφαλιστικά ταμεία. Αυξάνεται και η ανεργία, γιατί οι αδήλωτες ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, καλύπτουν τις ανάγκες των επιχειρήσεων για νέες θέσεις εργασίας. Επιπλέον, οι παράνομες υπερωρίες είναι και παράγοντας επικινδυνότητας και πρόκλησης εργατικών ατυχημάτων.

Με το Άρθρο 80 του ν. 4144/2013 (Α' 88) θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική τήρηση από τον εργοδότη Ειδικού Βιβλίου τροποποίησης ωραρίου εργασίας και υπερωριών, στο οποίο καταχωρούνται αλλαγές και τροποποιήσεις του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων πριν από την έναρξη πραγματοποίησής τους. Στη συνέχεια, με το  Άρθρο 55 του ν. 4310/2014 (Α' 258), η τήρηση βιβλίου καταχώρισης των αυτών ως άνω αλλαγών και τροποποιήσεων αντικαταστάθηκε με την υποχρεωτική καταχώριση των ως άνω στοιχείων στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Η καταχώριση λαμβάνει χώρα το αργότερο έως και την ημέρα της αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας και σε κάθε περίπτωση πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τους εργαζόμενους. Ειδικά για τις υπερωρίες διατηρήθηκε το Ειδικό Βιβλίο, καθώς και η παράλληλη υποχρέωση καταχώρισης στο «ΕΡΓΑΝΗ», εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου κάθε μήνα, των υπερωριών που πραγματοποιήθηκαν τον προηγούμενο μήνα.

Η μετάβαση από το Ειδικό Βιβλίο στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρισης «ΕΡΓΑΝΗ» αποτέλεσε ένα σημαντικό βήμα για τη διευκόλυνση του έργου των ελεγκτικών οργάνων. Όπως αποδείχτηκε στην πράξη, η τήρηση βιβλίου δεν καθιστούσε εφικτό τον αποτελεσματικό έλεγχο, ενώ παρατηρούνταν συχνά φαινόμενα παραποίησης του βιβλίου.

Ωστόσο, ο ν. 4310/2014 δεν υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής του και τις υπερωρίες, οι οποίες, υπό το ισχύον καθεστώς, εξακολουθούν να καταχωρούνται στο Ειδικό Βιβλίο, με αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη διάσπαση του τρόπου καταχώρισης και παρακολούθησης της παροχής εργασίας των εργαζομένων. Παράλληλα, η εκ των υστέρων καταχώριση στο «ΕΡΓΑΝΗ» συνιστά τροχοπέδη στην αποτελεσματικότητα του ελέγχου από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα, ελλείψει της δυνατότητας διαπίστωσης τυχόν παραβάσεων κατά τη διενέργεια του ελέγχου, δηλαδή, κατά το χρόνο παροχής της υπερωριακής απασχόλησης.

Το ΣΕΠΕ διενεργεί ελέγχους βάσει προγραμματισμού ή μετά από καταγγελίες και διαπιστώνει ότι σε πολλές περιπτώσεις:

α) Οι εργαζόμενοι πληρώνονται την υπερεργασία μόνο για την ημέρα του ελέγχου, διότι τάχα μόνο εκείνη την ημέρα υπήρξε ανάγκη για πρόσθετη εργασία, ενώ στις ανώνυμες καταγγελίες δηλώνεται καθημερινή υπερεργασία.

β) Τηρείται από τις επιχειρήσεις Ειδικό Βιβλίο τροποποίησης ωραρίου εργασίας και Υπερωριών σε εκτυπωμένες μηχανογραφημένες σελίδες, οι οποίες, όπως συχνά ανώνυμα καταγγέλλεται, καταστρέφονται μετά το πέρας της υπερωρίας, σε περίπτωση που δεν διενεργηθεί έλεγχος, ενώ οι ώρες υπερωριακής εργασίας καταχωρούνται στο ΕΡΓΑΝΗ μόνο για την ημερομηνία του ελέγχου.

γ) Δεν τηρείται Ειδικό Βιβλίο τροποποίησης ωραρίου εργασίας και Υπερωριών και δεν τίθεται στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων για έλεγχο, όταν ζητείται, διότι το επιβαλλόμενο πρόστιμο είναι ασήμαντο σε σχέση με το κέρδος.

Με δεδομένο ότι μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές αδήλωτης εργασίας, ειδικά σε κλάδους εποχικής απασχόλησης, όπως ο τουρισμός και ο επισιτισμός, είναι οι αδήλωτες ώρες υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης, κρίνεται αναγκαία η ρύθμιση του ζητήματος μέσω της καταχώρισης των υπερωριών στο «ΕΡΓΑΝΗ». Η προτεινόμενη διάταξη κρίνεται κατάλληλη για την αντιμετώπιση του εν λόγω προβλήματος, καθώς το «ΕΡΓΑΝΗ» είναι πλέον ένα διαδεδομένο και εύχρηστο σύστημα, με το οποίο οι επιχειρήσεις έχουν αποκτήσει την απαραίτητη εξοικείωση, καθώς ήδη από το 2014 η ηλεκτρονική καταχώριση αλλαγών και τροποποιήσεων του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας είναι υποχρεωτική. Επομένως, με στόχο τη θεσμοθέτηση ενός ενοποιημένου συστήματος καταχώρισης και ελέγχου, κρίνεται σκόπιμη η πλήρης μετάβαση από την τήρηση βιβλίου στην καταχώριση όλων των σχετικών στοιχείων στο «ΕΡΓΑΝΗ». Με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται ο έλεγχος τήρησης της υπέρβασης των ωραρίων εργασίας και αποφεύγεται το φαινόμενο να παραποιούνται τα αθεώρητα βιβλία υπερωριών.


Άρθρο 39 Ηλεκτρονική αναγγελία του απασχολούμενου προσωπικού επί εκτέλεσης οικοδομικής εργασίας ή τεχνικού έργου

Η εξαίρεση του κλάδου των οικοδομικών και τεχνικών έργων από την υποχρέωση ανάρτησης πίνακα προσωπικού και τις σχετικές καταχωρίσεις στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του ΣΕΠΕ (ΟΠΣ-ΣΕΠΕ) έχει συμβάλει στην έκρηξη του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας στον εν λόγω κλάδο, καθώς τα ελεγκτικά όργανα δεν είναι σε θέση να επιτελέσουν αποτελεσματικά το έργο τους. Λαμβάνοντας υπόψη και τη διαδομένη χρήση του ΟΠΣ-ΣΕΠΕ, η ειδική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται από κάποιον αποχρώντα λόγο, συνεπώς, είναι απαραίτητο και ο συγκεκριμένος κλάδος να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο με τους υπόλοιπους.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ως εργοδότης για την εφαρμογή του άρθρου αυτού θεωρείται ο εργολάβος και ο υπεργολάβος που έχουν αναλάβει την εκτέλεση της οικοδομικής εργασίας ή του τεχνικού έργου και όχι ο κύριος του έργου, ο οποίος δεν έχει σχέση με την κατασκευή του και δεν απασχολεί ο ίδιος προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας.


Άρθρο 40 Ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού

Με την προτεινόμενη διάταξη αντιμετωπίζονται περιπτώσεις όπου η καταγγελία σύμβασης εργασίας αναγγέλεται ψευδώς στο «ΕΡΓΑΝΗ» ως οικειοθελής αποχώρηση εργαζομένου, καθώς υπό το ισχύον πλαίσιο απαιτείται μόνη η δήλωση του εργοδότη.

Σε περίπτωση αμφισβήτησης, ο εργαζόμενος προσφεύγει στα δικαστήρια με αποτέλεσμα τη σώρευση αυξημένου αριθμού εκκρεμών υποθέσεων, για τις οποίες μάλιστα είναι δυσχερές να διαπιστωθεί από το δικαστή αν πρόκειται για καταγγελία της σύμβασης ή για οικειοθελή αποχώρηση. Βάσει των ανωτέρω, κρίνεται αναγκαίο να απαιτείται και η υπογραφή του εργαζόμενου για την επιτυχή καταχώριση της οικειοθελούς αποχώρησης στο «ΕΡΓΑΝΗ». Ταυτόχρονα και υπό τον κίνδυνο δυστροπίας του εργαζόμενου ως προς την υπογραφή του σχετικού εντύπου, παρέχεται, διαζευκτικά, η δυνατότητα εξώδικης δήλωσης του εργοδότη αντί της ως άνω υπογραφής του εργαζόμενου.

Με τη ρύθμιση αυτή αποτρέπεται η στρέβλωση του να μπορεί κάποιος εργοδότης να εκμεταλλευτεί αδήλωτη εργασία στο διάστημα των οκτώ ημερών, μέσα στο οποίο μπορεί να δηλώσει στον ΟΑΕΔ την καταγγελία της σύμβασης αόριστου χρόνου ή την οικειοθελή αποχώρηση του εργαζομένου ή τη λήξη της σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου.

Η συχνότερη βέβαια στρέβλωση που παρατηρείται στην πράξη είναι η αναληθής αναγγελία εκ μέρους του εργοδότη οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού. Δεδομένου ότι η αναγγελία αυτή δεν γνωστοποιείται στον εργαζόμενο, ο τελευταίος κινδυνεύει να απωλέσει δικαιώματα, όπως π.χ. να μην μπορεί τυπικά να ζητήσει επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ ή να το πληροφορηθεί για πρώτη φορά μετά από τρεις μήνες, με αποτέλεσμα να έχει παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία για την αναγνώριση της άκυρης απόλυσής του από τον εργοδότη.


Άρθρο 41 Αποκλεισμός από δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδοτήσεις λόγω παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ο αποκλεισμός οικονομικών φορέων από διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών, καθώς και από προγράμματα χρηματοδότησης, ενισχύσεων ή επιδοτήσεων, σε περίπτωση διάπραξης σοβαρού επαγγελματικού παραπτώματος. Με δεδομένη την έξαρση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας και των εν γένει παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας κρίνεται αναγκαίο να δοθούν επιπρόσθετα κίνητρα στους εργοδότες για τήρηση των υποχρεώσεων τους. Η πρόσβαση σε δημόσιο χρήμα για επιχειρήσεις που υποπίπτουν επανειλημμένα σε παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας δεν δίνει την πρέπουσα βαρύτητα στα ως άνω φαινόμενα και στις οικονομικές και κοινωνικές τους προεκτάσεις. Σημειώνεται δε πως ήδη στο Άρθρο 73 του ν. 4412/2016 (Α' 147) προβλέπονται αντίστοιχοι λόγοι αποκλεισμού, όπως η μη πληρωμή φόρων και ασφαλιστικών εισφορών.

Για τον αποκλεισμό του οικονομικού φορέα λαμβάνεται υπόψη τόσο η σοβαρότητα της παράβασης όσο και ο αριθμός των παραβάσεων εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο αποκλεισμός λαμβάνει χώρα βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και οι εργοδότες γνωρίζουν επακριβώς και εκ των προτέρων ποιες παραβάσεις επισύρουν την εν λόγω κύρωση. Επιπρόσθετα, με την προτεινόμενη διάταξη εξειδικεύεται η διαδικασία διαπίστωσης του επαγγελματικού παραπτώματος και αποκλεισμού του οικονομικού φορέα, με σκοπό τόσο οι αναθέτουσες αρχές και οι φορείς διαχείρισης όσο και οι ενδιαφερόμενοι να έχουν πλήρη γνώση των απαραίτητων ενεργειών και να μην προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη σύναψη συμβάσεων και την έγκριση προγραμμάτων.


Άρθρο 42 Τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 2874/2000

Συμφώνα με το Άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (Α' 286) ο εργοδότης υποχρεούται να καταθέτει στην αρμόδια υπηρεσία του ΣΕΠΕ πίνακα προσωπικού μια φορά κάθε έτος και επιπλέον συμπληρωματικό πίνακα προσωπικού κάθε φορά που προκύπτει αλλαγή της νομικής εκπροσώπησης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του ωραρίου εργασίας ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας ή σε περίπτωση προσλήφεως νέων εργαζομένων. Με την παρ. 4 του άρθρου 16 του ν. 2874/2000 προβλέπεται επίσης με μέριμνα του εργοδότη, η ανάρτηση του πίνακα προσωπικού σε εμφανές σημείο του τόπου εργασίας με σκοπό την ενημέρωση των εργαζομένων για τα αναγραφόμενα στον πίνακα προσωπικού στοιχεία εκτός των καταβαλλόμενων αποδοχών.

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται η υποχρέωση εφοδιασμού των εργαζομένων με αντίγραφο ή απόσπασμα του πίνακα προσωπικού όταν εργάζονται εκτός της έδρας της επιχείρησης ή του παραρτήματος της και δεν έχουν πρόσβαση στα παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, ώστε να εξαλειφθούν περιπτώσεις πλημμελούς ενημέρωσης των εργαζομένων για κρίσιμες παραμέτρους της απασχόλησης τους όπως τα χρονικά όρια εργασίας και να διασφαλίζεται η ίση ενημέρωση όλων των εργαζομένων της επιχείρησης.


Άρθρο 43 Τροποποίηση του άρθρου 4 του π.δ. 240/2006

Η θεσμοθέτηση και ενίσχυση πλαισίου ενημέρωσης και διαβούλευσης, σχετικά με την κατάσταση και εξέλιξη της επιχείρησης και τις αποφάσεις που αφορούν στους εργαζομένους, συμβάλλει καθοριστικά στην προώθηση πνεύματος συνεργασίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων και στον αμοιβαίο σεβασμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Στο πλαίσιο αυτό με το  Άρθρο 4 του π.δ. 240/2006 προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 2002/14/ΕΚ «περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα».

Με την τιροτεινόμενη ρύθμιση εισάγεται η υποχρέωση τήρησης πρακτικού, με σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας των διαβουλεύσεων και την σαφή και αδιαμφισβήτητη αποτύπωση των απόψεων των μερών. Κατ' αυτόν τον τρόπο, οι εργαζόμενοι αποκτούν πρόσβαση στα στοιχεία, τα οποία διαβίβασε ο εργοδότης στους εκπροσώπους τους, και στις απόψεις που διατυπώθηκαν από τα συμμετέχοντα μέρη. Έτσι, λαμβάνουν πλήρη γνώση της κατάστασης και πορείας της επιχείρησης, καθώς και των επιχειρηματικών αποφάσεων του εργοδότη, ενώ, παράλληλα, είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τις απόψεις των εκπροσώπων τους. Η συγκεκριμένη διάταξη που επιτάσσει την ύπαρξη πρακτικού διαβούλευσης εξυπηρετεί την ανάγκη ενημέρωσης και της σοβαρής και υπεύθυνης διαβούλευσης μεταξύ των μερών, εξασφαλίζει την πληρότητα της διαδικασίας διαβούλευσης, διασφαλίζει τη διαφάνεια των διαβουλεύσεων.


Άρθρο 44 Τροποποίηση του άρθρου 5 του π.δ. 240/2006

Με την προτεινόμενη ρύθμιση ενισχύεται η διαφάνεια του κοινωνικού διαλόγου κατά το στάδιο του καθορισμού των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και  διαβούλευσης των εργαζομένων στο κατάλληλο κάθε φορά επίπεδο. Με την εισαγωγή του έγγραφου τύπου της συμφωνίας καθορισμού των ειδικότερων όρων και λεπτομερειών της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης, οι σχετικές διαδικασίες λαμβάνουν πλέον χώρα επί τη βάσει ενός σαφούς πλαισίου, ενώ συγχρόνως περιορίζεται ο κίνδυνος αμφισβητήσεων επί κρίσιμων στοιχείων της διαδικασίας ενημέρωσης και διαβούλευσης, όπως η διαβίβαση των αναγκαίων στοιχείων από τον εργοδότη και η επί της ουσίας ανταλλαγή απόψεων. Η συγκεκριμένη τροποποίησ στοχεύει στην ενίσχυση του κοινωνικού διαλόγου αλλά και τη δόμηση σχέσης εμπιστοσύνης ορίζοντας τις λεπτομέρειες για την ενημέρωση και διαβούλευση ρητά.

Άρθρο 45 Τροποποίηση του άρθρου 8 του π.δ. 240/2006

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, όπως αυτό εισήχθη με το π.δ. 240/2006, δεν έχει αποτρέψει σε πολλές περιπτώσεις τη λήψη και κοινοποίηση σοβαρών αποφάσεων εις βάρος των ερναζομένων χωρίς να έχουν προηγηθεί επαρκείς διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης. Κατά συνέπεια, ο στόχος που τέθηκε με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ «περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως καιδιαβουλεΰσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα» (EEL 80/23.03.2002), η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ως άνω π.δ., δεν έχει επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό στην ελληνική πρακτική, καθώς οι προβλεπόμενες διοικητικές κυρώσεις δεν παρέχουν επαρκή αντικίνητρα στην εργοδοτική πλευρά για έγκυρη και επαρκή ενημέρωση και διαβούλευση των εκπροσώπων των εργαζομένων.

Ωστόσο, το Άρθρο 8 της Οδηγίας ορίζει ρητά ότι τα κράτη-μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα διασφάλισης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων, να προβλέπουν τις αναγκαίες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες καθώς και τις κατάλληλες επιβαλλόμενες κυρώσεις προς εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων των εργοδοτών.

Η πρόβλεψη διοικητικών μόνο κυρώσεων λόγω μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του π.δ. 240/2006 δεν έχει αποτρέψει τη συστηματική παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαβούλευσης από τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (Άρθρο 3). Ως εκ τούτου, και προς εναρμόνιση με τις υποχρεώσεις των κρατών-μελών βάσει του άρθρου 8 της Οδηγίας, κρίνεται αναγκαία η προσθήκη της προτεινόμενης ρύθμισης, προκειμένου να διασαφηνιστούν οι αστικής φύσεως κυρώσεις που επισύρει η παραβίαση του άρθρου 4 εκ μέρους του εργοδότη και οι αξιώσεις των εργαζομένων, που γεννώνται από την παραβίαση αυτή.

Με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ρητά η ποινή της ακυρότητας σε περιπτώσεις ουσιαστικής μεταβολής των συμβάσεων εργασίας, που απορρέουν από αποφάσεις του εργοδότη, οι οποίες ελήφθησαν κατά παράβαση των υποχρεώσεων του άρθρου 4 του π.δ. Σημειώνεται δε ότι η ρητή πρόβλεψη ακυρότητας έχει ήδη προταθεί  από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως η πλέον αποτελεσματική κύρωση σε βάρος του εργοδότη (βλ. European Commission, 'Fitness check' on EU law in the area of Information and Consultation of Workers, Brussels, 26.7.2013 SWD(2013) 293 final). H προβλεπόμενη ακυρότητα είναι σχετική υπέρ των εργαζομένων, ενώ διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που απορρέουν από λοιπές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, όπως το  Άρθρο 7 του ν. 2112/1920 (Α' 67).

Άρθρο 46 Παρένθετη μητρότητα

Οι ρυθμίσεις του άρθρου αυτού κρίνονται απαραίτητες, προκειμένου να καλυφθεί το νομοθετικό κενό που συνδέεται με τα δικαιώματα των γυναικών που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως δύο ετών και των γυναικών που εμπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας είτε ως φέρουσες είτε ως παραγγέλλουσες μητέρες, ως προς την προστασία, τις άδειες και τα πάσης φύσεως επιδόματα, τα οποία δικαιούνται πλέον με τον ίδιο τρόπο, όπως και οι φυσικές μητέρες. Επίσης είναι σύμφωνες με τις παρ. 1 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος αλλά και των Οδηγιών 2006/54/ΕΚ, 2010/41/ΕΕ και 96/97/ΕΟΚ, όπως έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη.


Άρθρο 47 Ειδική γονική άδεια σοβαρών νοσημάτων των παιδιών

Η ρύθμιση του άρθρου αυτού κρίνεται αναγκαία, προκειμένου να καλυφθεί σχετικό έλλειμμα της νομοθεσίας, καθώς στη διάταξη για τη χορήγηση της ειδικής άδειας λόγω σοβαρών νοσημάτων των παιδιών της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4075/2012 (Α' 89), εκ παραδρομής, δεν αναφέρονται μεταξύ των νοσημάτων που δικαιολογούν τη χορήγηση της ως άνω άδειας η βαριά νοητική στέρηση, το σύνδρομο Down και ο αυτισμός.


Άρθρο 48 Ειδική προστασία μητέρας λόγω υιοθεσίας και παρένθετης μητρότητας

Η προτεινόμενη διάταξη κρίνεται ηθικά και κοινωνικά επιβεβλημένη προκειμένου να επεκταθεί η προστασία από την απόλυση, που παρέχεται λόγω μητρότητας στις φυσικές μητέρες, στις εργαζόμενες που βρίσκονται στη διαδικασία υιοθεσίας, με αφετηρία την τοποθέτηση του παιδιού στην οικογένειά της, καθώς και στις εργαζόμενες, τεκμαιρόμενες και κυοφόρους μητέρες, που εμπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας. Η διάταξη παραπέμπει στις ισχύουσες διατάξεις για την απαγόρευση και την ακυρότητα της καταγγελίας της σχέσης εργασίας λόγω μητρότητας και εξομοιώνει απόλυτα την παρεχόμενη προστασία καθώς και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περιπτώσεις παραβάσεων αλλά και της επιβολής κυρώσεων. Η παραπάνω ρύθμιση είναι σύμφωνη με τις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος αλλά και των Οδηγιών 2006/54/ΕΚ και 96/97/ΕΟΚ, όπως έχουν ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη.


Άρθρο 49 Ταχεία εκδίκαση διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερουμενους μισθούς

Η προτεινόμενη διάταξη προβλέπει την κατά προτεραιότητα εκδίκαση των διαφορών που αφορούν την άκυρη απόλυση των εργαζομένων, καθώς και των διαφορών για δεδουλευμένους μισθούς. Η διάταξη αυτή διασφαλίζει την ταχεία επίλυση των σχετικών διαφορών, οι οποίες είναι κοινωνικά ιδιαίτερα ευαίσθητες, με προφανείς ευνοϊκές συνέπειες:

α) για τον εργαζόμενο, στον οποίο οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές, και επομένως έχει δικαίωμα να λάβει γρήγορα τα χρήματα που του οφείλονται και αντιστοιχούν στην ήδη παρασχεθείσα εργασία του, ώστε να επιτελέσει ο μισθός τη βιοποριστική του λειτουργία,

β) για τον ερναζόμενο που έχει απολυθεί, οπότε δικαιολονημένα προσδοκά να επιστρέφει γρήγορα στην εργασία του, αν κριθεί άκυρη η απόλυσή του, ειδάλλως να προχωρήσει σε νέο προγραμματισμό του οικονομικού και οικογενειακού του βίου,

γ) αλλά και για τον εργοδότη, ο οποίος έχει προφανές συμφέρον να εκκαθαριστεί γρήγορα μια διαφορά που αφορά απόλυση εργαζομένου του, ώστε να μην υποχρεωθεί να τον επαναπροσλάβει, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η απόλυση, μετά από 3-4 χρόνια, οπότε θα έχει τελειώσει δικαστικά η υπόθεση και βέβαια να μην υποχρεωθεί να καταβάλει μισθούς υπερημερίας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.


Άρθρο 50 Τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Με την προτεινόμενη ρύθμιση αποσαφηνίζεται το καθεστώς για την έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού. Ως μισθός νοείται, αυτονόητα, κάθε είδους μισθολογική παροχή σε χρήμα, όπως είναι κατεξοχήν τα επιδόματα εορτών και αδείας οι αποδοχές αδείας, η αμοιβή για υπερεργασία ή υπερωρία κ.ο.κ. Με το νέο αυτό Άρθρο προβλέπεται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται, εάν η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύφος του μισθού αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη. Ως τέτοια έγγραφα νοούνται, μεταξύ άλλων, και το εκτυπωμένο απόσπασμα από τον ατομικό λογαριασμό του εργαζομένου που τηρείται στο πληροφοριακό σύστημα δημόσιων αρχών, όπως το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, ο Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων ή οι υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών, βάσει των στοιχείων που υποβάλλει ο οφειλέτης εργοδότης ή η ίδια η δημόσια αρχή.

Εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, τεκμαίρεταιότι η οφειλόμενη με βάση τα ως άνω έγγραφα εργασία, που αντιστοιχεί στον μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση της διαταγής πληρωμής, έχει παρασχεθεί. Με τον τρόπο αυτό, διευκολύνεται αποδεικτικά ο αϊτών εργαζόμενος ειδικά για το εξαιρετικά δυσαπόδεικτο (με έγγραφα) γεγονός της παροχής της οφειλόμενης εργασίας του κατά το συγκεκριμένο διάστημα για το οποίο ζητά την έκδοση της διαταγής πληρωμής.

Περαιτέρω, ορίζεται ρητά ότι αρμόδιος για την έκδοση της διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού είναι και ο ειρηνοδίκης ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου του τόπου όπου ο εργαζόμενος παρέχει ή παρείχε την εργασία του, κατά τα προβλεπόμενα στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 621 του ΚΠολΔ. Έτσι, εξασφαλίζεται ρητά η ομοιομορφία ως προς την κατανομή της κατά τόπο αρμοδιότητας για το σύνολο των εργατικών διαφορών, ανεξαρτήτως του μέσου ικανοποίησης των δικαιωμάτων του που επιλέγει ο εργαζόμενος.

Ακόμη, προκειμένου να επιτυγχάνεται η ταχεία εκκαθάριση τυχόν αμφισβητήσεων, δεδομένου του έντονα κοινωνικού χαρακτήρα των μισθολογικών απαιτήσεων, προβλέπεται ο σύντομος και κατά προτεραιότητα προσδιορισμός της συζήτησης της ανακοπής.

Τέλος, διευκρινιστικά και προς άρση τυχόν αμφιβολιών, ορίζεται ότι τόσο η αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής επί μισθολογικών απαιτήσεων όσο και η δίκη της ανακοπής που ασκείται κατά τέτοιας διαταγής πληρωμής θα υπόκεινται αναλόγως στις ίδιες ρυθμίσεις που ισχύουν ήδη για την διαδικασία των εργατικών διαφορών, ιδίως σε αναφορά προς την απαλλαγή ή ελάφρυνση από τα κάθε είδους έξοδα, τέλη ή εισφορές.



Άρθρο 51 Τροποποίηση του άρθρου 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Με την προτεινόμενη ρύθμιση εξασφαλίζεται ο ισότιμος και ομοιόμορφος καθορισμός του καταβλητέου δικαστικού ενσήμου για το σύνολο των εργατικών διαφορών, καταλαμβάνοντας ρητά τόσο την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών όσο και τη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής για την καταβολή οφειλόμενων μισθών.

ΜΕΡΟΣ Γ'  ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ


Άρθρο 52 Χορήγηση βοηθήματος και ενίσχυση της απασχόλησης των αυτοτελώς και ανεξαρτήτως απασχολούμενων  
Με τις διατάξεις της παρ. 2 του ν. 3986/2011 θεσπίστηκε η υποχρέωση καταβολής μηνιαίας εισφοράς ύφους δέκα (10,00) ευρώ για τους αυτοτελώς και ανεξάρτητα απασχολούμενους που υπάγονταν στην ασφάλιση του ΟΑΕΕ, του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και του ΕΤΑΑ. Σκοπός της μηνιαίας αυτής εισφοράς αποτελεί σήμερα η χορήγηση οικονομικού βοηθήματος, παρεμφερούς σκοπού με την επιδότηση ανεργίας, στους ασφαλισμένους που διακόπτουν αποδεδειγμένα τη δραστηριότητά τους. Ωστόσο, αποδείχθηκε στην πράξη, αφενός η αδυναμία καθολικής εφαρμογής της εν λόγω διάταξης υπό την ισχύουσα μορφή της και αφετέρου η αδυναμία ανταπόκρισής της στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Με την προτεινόμενη διάταξη, επιχειρείται ο κατ' ουσίαν εκσυγχρονισμός των κρίσιμων διατάξεων, ώστε ο σκοπός της καταβολής της ανωτέρω μηνιαίας εισφοράς να καλύπτει μεν περιπτώσεις χορήγησης οικονομικού βοηθήματος σε περιπτώσεις διακοπής του επαγγέλματος, όπως και μέχρι σήμερα, αλλά και να παρέχει τη δυνατότητα στοχευμένων τρόπων προστασίας και ενίσχυσης της απασχόλησης των ασφαλισμένων που υποχρεούνται σε καταβολή της μηνιαίας αυτής εισφοράς, δίχως να τίθεται ως μοναδικό και άτεγκτο κριτήριο η διακοπή της δρατηριότητας τους.

Στο πλαίσιο αυτό, αναπροσαρμόζονται οι προϋποθέσεις τεκμαιρόμενης διακοπής επαγγέλματος για τους ασφαλισμένους που υπάγονταν στην ασφάλιση του ΕΤΑΑ, ώστε να επιτευχθεί πλέον η δυνατότητα ένταξής τους στον κύκλο των δικαιούχων του οικονομικού βοηθήματος, ενώ παράλληλα θεσπίζεται για πρώτη φορά η δυνατότητα κατάρτισης προγραμμάτων που θα συντελούν με άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο στην ίδια την ενίσχυση της δραστηριότητας των καλυπτόμενων από τη διάταξη προσώπων.

Τέλος, σημειώνεται ότι τις τροποποιήσεις της παρ. 2 του ν. 3986/2011 επιβάλλουν και λόγοι συστηματικοί, ώστε η μορφή της διάταξης να ανταποκρίνεται στη δημιουργία και λειτουργία του ΕΦΚΑ και την συνακόλουθη κατάργηση του ΟΑΕΕ, του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ και του ΕΤΑΑ.


Άρθρο 53 Προϋποθέσεις επιδότησης ανεργίας λόγω καταγγελίας κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας

Ο εργοδότης δεν επιτρέπεται να μεταβάλει μονομερώς, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του εργαζομένου, τους όρους της σύμβασης εργασίας, είτε αυτούς που συμφωνήθηκαν αρχικά είτε εκείνους που διαμορφώθηκαν στη συνέχεια, εφόσον η μεταβολή αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεση ή έμμεση υλική (οικονομική) ή ηθική βλάβη. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα, σύμφωνα με το  Άρθρο 7 του ν. 2112/1920, να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη, δηλαδή ως απόλυση, και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, Ήδη με το  Άρθρο 56 του νόμου 4487/2017 (Α' 116) ρυθμίστηκε το ζήτημα των προϋποθέσεων άσκησης του δικαιώματος αυτού στην περίπτωση της αξιόλογης καθυστέρησης καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη.  Ωστόσο, υπό το ισχύον καθεστώς, σε περίπτωση που η καταγγελία λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου βάσει του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, ο ΟΑΕΔ δεν την εξομοιώνει μεν με παραίτηση, ωστόσο δεν καταβάλλει το επίδομα ανεργίας μέχρι να προσκομιστεί από τον εργαζόμενο δικαστική απόφαση που του επιδικάζει την αποζημίωση (δηλαδή μετά από τουλάχιστον 1,5 - 2 χρόνια), δεδομένου ότι στο σύστημα του ΟΑΕΔ δεν εμφανίζεται αναγγελία απόλυσης από τον εργοδότη.

Η συνέπεια αυτού είναι ότι ο εργαζόμενος διστάζει να ασκήσει το δικαίωμα από το Άρθρο 7 του ν. 2112/1920, διότι: α) έχει να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι δεν θα λάβει αποζημίωση απόλυσης, παρά μόνον όταν εκδοθεί απόφαση επί της αγωγής του σε μερικά χρόνια, β) έχει την ανασφάλεια αναφορικά με την ευδοκίμηση της αγωγής του και γ) δεν θα μπορεί να λάβει ούτε καν το επίδομα ανεργίας μέχρις ότου εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση.

Με την προτεινόμενη ρύθμιση επιλύεται το πρόβλημα αυτό και αμβλύνονται οι δυσμενείς βιοποριστικές συνέπειες της μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης με την ρητή θέσπιση του δικαιώματος λήψης επιδόματος ανεργίας ήδη από τον χρόνο της αποδεδειγμένης άσκησης του δικαιώματος του εργαζομένου να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη.Έτσι αίρονται σημαντικά αντικίνητρα, που εν τοις πράγμασι αδρανοποιούσαν μέχρι σήμερα το δικαίωμα του άρθρου 7 ν. 2112/1920 και συνέβαλλαν στον εγκλωβισμό των εργαζομένων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η πρακτική αυτή είχε ήδη επικριθεί και από τον Συνήγορο του Πολίτη στην Ειδική Έκθεση του έτους 2007 για τις παροχές ανεργίας.

Η επιδότηση διακόπτεται μόνον εφόσον ο άνεργος είτε δεν ασκήσει καν αγωγή κατά του εργοδότη με βάση το  Άρθρο 7 του ν. 2112/1920 είτε η αγωγή που άσκησε δεν γίνει δεκτή τελεσίδικα.

Εναλλακτικά, πάντως, εφόσον ο άνεργος το επιθυμεί, δύναται να υποβάλει μεν αίτηση επιδότησης από τον ΟΑΕΔ ήδη από την αποδεδειγμένη άσκηση του δικαιώματος του άρθρου 7 του ν. 2112/1920, αλλά να ζητήσει να του καταβληθεί το σύνολο των επιδομάτων ανεργίας που δικαιούταν αναδρομικά, αφότου γίνει δεκτή τελεσίδικα η σχετική αγωγή που θα ασκήσει κατά του εργοδότη του.

Άρθρο 54 Τροποποίηση του άρθρου 35 του ν. 4144/2013

Με την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012 (Α' 28) καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας» (ΟΕΚ), ενώ με την παρ. 1 του άρθρου 35 του ν. 4144/2013 (Α' 88) το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού» (ΟΑΕΔ) κατέστη καθολικός διάδοχος του ΟΕΚ, υπεισερχόμενος στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων αυτού.

Με την τελευταία αυτή ρύθμιση, ο ΟΑΕΔ ανέλαβε την αρμοδιότητα διαχείρισης του συνόλου των ακινήτων του ΟΕΚ, δίχως ωστόσο να επεκταθούν υπέρ του ΟΑΕΔ οι ειδικές ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας που ίσχυαν για τον ΟΕΚ και εισήγαγαν ατέλειες, προνόμια ή και ειδικές διαδικαστικές ρυθμίσεις για τα ακίνητα του τέως ΟΕΚ, όπως ενδεικτικά η παρ. 1 του άρθρου 17 του ν.δ/τος 2963/1954 (Α' 195).

Ενόψει της διατήρησης του έντονα κοινωνικού χαρακτήρα των ακινήτων του τέως ΟΕΚ και της εξαιρετικά κρίσιμης αποστολής που καλείται να επιτελέσει πλέον ο ΟΑΕΔ, ως καθολικός διάδοχος αυτού, κρίνεται επιβεβλημένη η πρόβλεψη ρητής νομοθετικής διάταξης, με την οποία αφενός εισάγονται δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια και ατέλειες υπέρ του ΟΑΕΔ και αφετέρου επεκτείνονται οι ειδικότερες ευνοϊκές ρυθμίσεις υπέρ του καταργηθέντος πλέον ΟΕΚ και υπέρ του ΟΑΕΔ.

Με την προτεινόμενη διάταξη, εξασφαλίζεται αποτελεσματικά η αποφυγή πρακτικών ζητημάτων και δυσχερειών που ενδέχεται να ανακύψουν κατά τις διαδικασίες σύστασης, αλλοίωσης, μετάθεσης ή κατάργησης εμπράγματων δικαιωμάτων επί των εν λόγω ακινήτων, έκδοσης και μεταγραφής παραχωρητηρίων, εγγραφής, τροποποίησης και άρσης εμπράγματων εξασφαλίσεων (υποθήκη, προσημείωση υποθήκης κλπ.) υπέρ του ΟΑΕΔ.

Άρθρο 55 Έγκριση προϋπολογισμών όλων των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης φορέων

Οι προϋπολογισμοί των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης φορέων υιοθετούνται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του φορέα και εγκρίνονται από τον εποπτεύοντα Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Κατά τη διαδικασία της επεξεργασίας τους από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου διαπιστώνονται λάθη ή παραλείψεις, εγγράφονται ποσά για δαπάνες που δεν προβλέπονται από αντίστοιχες διατάξεις κλπ. και, για να διορθωθούν, θα πρέπει να επιστραφούν στους φορείς προκειμένου να συμμορφωθούν με τις παρατηρήσεις. Επειδή η ανωτέρω διαδικασία είναι χρονοβόρα, και για την αποφυγή προβλημάτων που προκύπτουν από την έως σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία, προτείνεται η θέσπιση της διάταξης αυτής ώστε η διαδικασία που ακολουθείτο σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3863/2010 για την έγκριση των προϋπολογισμών των φορέων κοινωνικής ασφάλισης να εφαρμόζεται και για τους λοιπούς εποπτευόμενους από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης φορείς, όπως Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας του ν. 4109/2013 και ΟΑΕΔ.


Άρθρο 56 Τροποποίηση του άρθρου 30 ίου ν. 3918/2011 (Α' 31)

Με την περίπτωση α' της παραγράφου 3 που προστέθηκε στο Άρθρο 30 του ν.3918/2011 με το  Άρθρο 121 του ν.4387/2016 (Α'85) προβλεπόταν ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση του ΔΣ του ΕΟΠΥΥ, θα συγκροτούνται Πρωτοβάθμιες και Δευτεροβάθμιες Υγειονομικές Επιτροπές για την παραπομπή θεμάτων υγειονομικής περίθαλψης, πιστοποίησης νόσου που επιφέρει ανικανότητα για εργασία, χαρακτηρισμό ατυχημάτων ως εργατικών ή μη, καθώς και κρίσης ικανότητας προς εργασία για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση, με τις οποίες θα καθορίζονται η σύνθεση, οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια που αφορά τη λειτουργία τους. Προκειμένου για κρίση περί χαρακτηρισμού των ατυχημάτων ως εργατικών ή μη στις ανωτέρω υγειονομικές επιτροπές συμμετέχουν ένας δικηγόρος από τον ΕΟΠΥΥ καθώς και ένας επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία ΠΕ του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας , με τον αναπληρωτή του που ορίζονται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

Κρίνεται σκόπιμη η τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 30 του ν.3918/2011 ώστε οι επιτροπές αυτές να συγκροτούνται ύστερα από πρόταση των διοικητών των υγειονομικών περιφερειών για την παραπομπή σε αυτές θεμάτων υγειονομικής περίθαλψης, πιστοποίησης νόσου που επιφέρει ανικανότητα για εργασία, χαρακτηρισμού ανικανότητας προς εργασία οφειλόμενη σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια για αλλαγή θέσης εργασίας, καθώς και κρίσης ικανότητας προς εργασία για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση.


Άρθρο 57 Διάταξη για το ΝΑΤ

Με την προτεινόμενη διάταξη παραμένει στο ΝΑΤ η κυριότητα του ακινήτου επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 1 στον Πειραιά, ώστε να εξακολουθήσουν να στεγάζονται οι υπηρεσίες του. Ομοίως στη κυριότητα του ΝΑΤ παραμένουν δύο αυτοκίνητα και συγκεκριμένα : α) το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΗΟ 4100 Επιβατικό Ιδιωτικής Χρήσης αυτοκίνητο εργοστασίου TOYOTA AVENSIS, και β) το με αριθμό κυκλοφορίας ΚΗΥ 604657 Φορτηγό κοινό μη ανατρεπόμενο κλειστού τύπου. Η διάταξη αυτή, πέρα από τους ιστορικούς λόγους που την επιβάλλουν, είναι απαραίτητη για την άσκηση των μη ασφαλιστικών αρμοδιοτήτων του ΝΑΤ.

Άρθρο 58 Σύσταση οργανικών θέσεων ΠΕ Πληροφορικής στον ΟΑΕΔ

Με το προτεινόμενο άρθρο, επιδιώκεται η πλήρωση ενός κενού που υπάρχει στον Οργανισμό όσον αφορά τη δυναμικότητά του σε προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης στις τεχνολογίες της Πληροφορικής. Το ως άνω κενό, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχει καταστεί εξόχως αισθητό, αφενός μεν λόγω του τριπλασιασμού των αρμοδιοτήτων, με τις οποίες επωμίστηκε ο Ο.Α.Ε.Δ., μετά τον ορισμό του ως καθολικού διαδόχου των καταργηθέντων Ν.Π.Δ.Δ. με τις επωνυμίες «Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας» (ΟΕΚ) και «Οργανισμός Εργατικής Εστίας» (ΟΕΕ), αφετέρου δε λόγω του «Επαναπροσδιορισμού του Επιχειρησιακού Μοντέλου του ΟΑΕΔ» (Business Model Reengineering Programme), που συνιστά conditio sine qua non για τη συνέχιση της οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης του ΟΑΕΔ ως Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Προδήλως επομένως συνάγεται ότι η προτεινόμενη στελέχωση του Οργανισμού με προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης στις τεχνολογίες της Πληροφορικής αποτελεί ανάγκη ζωτική για το μέλλον του ΟΑΕΔ.


Άρθρο 59 Παράταση συμβάσεων επικουρικού προσωπικού

Με τα Άρθρο 60 του ν.4430/2016 (Α'205) και 8 του ν. 4455/2017 (Α'22) παρατάθηκε η θητεία του υπηρετούντος προσωπικού στα Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας και στο Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών αντίστοιχα, μέχρι τις 30.09.2017. Επιδιωκόμενος σκοπός της προτεινόμενης ρύθμισης είναι η δυνατότητα κάλυψης άμεσων και επιτακτικών αναγκών των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας και του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών και η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας τους μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες πρόσληψης επικουρικού προσωπικού δυνάμει της ΠΥΣ ΔΙΠΑΑΔ/Φ.ΕΓΚΡ/10319156/31.07.2017 και λαμβανομένου υπόψη του απαιτούμενού χρονικού διαστήματος για την κατάρτιση προσωρινών πινάκων διοριστέων από το ΑΣΕΠ.


Άρθρο 60 Περιεχόμενο προστασίας

Με την προτεινόμενη διάταξη επανέρχεται σε ισχύ η καταργηθείσα πρόβλεψη του άρθρου 2 του ν.δ. 162/1973, σύμφωνα με την οποία το Υπουργείο Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να καταρτίζει και να εφαρμόζει προγράμματα ανοιχτής κοινωνικής φροντίδας και κλειστής περίθαλψης για την προστασία των υπερηλίκων και χρονίως πασχόντων ατόμων. Στην παράγραφο 2 του άρθρου αναφέρονται οι φορείς υλοποίησης των ανωτέρω προγραμμάτων, ενώ στην παράγραφο 3 παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να ρυθμίσει τα ειδικότερα θέματα για την υλοποίηση της διάταξης.

ΜΕΡΟΣ Δ' ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ - ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 61 Σκοπός

Με το παρόν Άρθρο οριοθετούνται το αντικείμενο του Δ' μέρους και ο σκοπός που αυτό υπηρετεί. Οι διατάξεις που απαρτίζουν το Δ' μέρος θεσπίζονται προς το σκοπό της εξειδίκευσης και υποστήριξης της εφαρμογής της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου που τη συνοδεύει, τα οποία εντάχθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη το έτος 2012 διά της κύρωσής τους με το ν. 4074/2012 (Α'88). Περαιτέρω το πλέγμα ρυθμίσεων που διαρθρώνεται με το παρόν μέρος στοχεύει στην ισότιμη απόλαυση των δικαιωμάτων από όλους, άτομα με αναπηρία ή χωρίς, καθώς και στην υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής της παραγράφου 6 του άρθρου 21, που προβλέπει μεταξύ άλλων ότι τα Άτομα με Αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή τους στην κοινωνική οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.


Άρθρο 62 Ορισμοί

Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου αναπτύσσεται ο ορισμός του φαινομένου της αναπηρίας, σε αρμονία με το προοίμιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και με το Άρθρο 1 αυτής. Ο δυναμικός χαρακτήρας που αποδίδεται στην αναπηρία υπό το πρίσμα του ορισμού αυτού αντανακλά τη θεωρία του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας. Η αναπηρία δεν ορίζεται αποκλειστικά από την ύπαρξη κάποιας σωματικής, πνευματικής, ψυχικής ή αισθητηριακής διαταραχής, αλλά σχετίζεται και με τα εξωγενή εμπόδια και τους περιορισμούς που περιβάλλουν τα άτομα αυτά στερώντας τους τη δυνατότητα πλήρους και αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων τους. Σημειώνεται, ότι στα βασικά εννοιολογικά στοιχεία της αναπηρίας περιλαμβάνονται και οι μακροχρόνιες νόσοι, καθώς και ότι η παράθεση των περιβαλλοντικών, των θεσμικών εμποδίων και των εμποδίων συμπεριφοράς, ως παράγοντες αλληλεπίδρασης, είναι ενδεικτική και όχι αποκλειστική. Τα εμπόδια έχουν ποικίλη φύση, καθώς δύνανται να είναι κοινωνικοοικονομικά, αρχιτεκτονικά, επικοινωνιακά κ.α. Συνεπώς κάθε πρόσωπο που βρίσκεται σε μια ευαίσθητη κατάσταση δικαιούται ειδικής προστασίας που προέρχεται από το κράτος ως έκφανση της γενικότερης του υποχρέωσης να σέβεται και να εγγυάταιτα ανθρώπινα δικαιώματα.

Σημειώνεται ότι βασικές έννοιες και ορισμοί που παρατίθενται στη Διεθνή Σύμβαση, όπως «επικοινωνία», «γλώσσα», «διακρίσεις βάσει αναπηρίας», «εύλογη προσαρμογή» και «καθολικός σχεδιασμός» καθώς και γενικές αρχές που διέπουν τη Σύμβαση, όπως ο σεβασμός της εγγενούς αξιοπρέπειας και της ατομικής αυτονομίας, η αρχή της μη διάκρισης, η ισότητα ευκαιριών, η ισότητα των φύλων, η προσβασιμότητα και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των παιδιών, καταλαμβάνουν και τις διατάξεις του παρόντος μέρους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ


Άρθρο 63 Γενικές υποχρεώσεις

Στο Άρθρο 63 καθιερώνονται γενικές υποχρεώσεις, στις οποίες εμπίπτει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα κατά τις δραστηριότητες ή συναλλαγές του με Άτομα με Αναπηρίες και επεξηγούνται οι επιμέρους όψεις των υποχρεώσεων αυτών.

Η γενική υποχρέωση διευκόλυνσης της ισότιμης άσκησης των δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες αναλύεται με διττό όψη: ως θετικό περιεχόμενο αφορά σε υποχρέωση λήψης κάθε πρόσφορου μέτρου, ήτοι μέτρων ικανών και κατάλληλων να οδηγήσουν στην πραγματοποίηση ή σε κάθε περίπτωση στην προώθηση του προβλεπόμενου από τις παρούσες διατάξεις σκοπού (τη διευκόλυνση ισότιμης άσκησης δικαιωμάτων). Ως αποθετικό περιεχόμενο, αναλύεται σε υποχρέωση αποχής από ενέργειες ή πρακτικές, οι οποίες θίγουν την ισότιμη άσκηση των δικαιωμάτων τους από τα άτομα αυτά. Υπό το πλαίσιο αυτό απαριθμούνται ενδεικτικές περιπτώσεις υλοποίησης της υποχρέωσης αυτής, όπως η αφαίρεση παντός είδους υφιστάμενων εμποδίων, η τήρηση των αρχών του καθολικού σχεδιασμού, η παροχή εύλογων προσαρμογών, η αποχή από πρακτικές, συνήθειες και συμπεριφορές που συνεπάγονται διακρίσεις καθώς και η προαγωγή θετικών μέτρων.

Περαιτέρω το Άρθρο εισάγει την υποχρέωση να διασφαλίζεται βασική πληροφόρηση μέσω μορφών και μέσων επικοινωνίας κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 2 και 21 της Σύμβασης, το πλήθος και το είδος των οποίων, καθώς και οι υπόχρεοι φορείς, ορίζονται με κοινή απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών για το Δημόσιο, τον ευρύτερο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Η εν λόγω απόφαση εκδίδεται κατόπιν συνεργασίας με τον Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 76 και μετά από ευρεία διαβούλευση.


Άρθρο 64 Ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στις δημόσιες πολιτικές

Στο παρόν Άρθρο ορίζεται η υποχρέωση οριζόντιας ένταξης της διάστασης της αναπηρίας στις δημόσιες πολιτικές καθώς και οι παρεπόμενες υποχρεώσεις που απορρέουν για τα διοικητικά όργανα και αρχές. Με τα θεσπιζόμενα μέτρα επιχειρείται η άρση σε θεσμικό επίπεδο των ανισοτήτων που αντιμετωπίζουν τα Άτομα με Αναπηρίες και συνακόλουθα η απομάκρυνση εμποδίων για την πλήρη συμμετοχή τους στην κοινωνία, ενώ αντιμετωπίζεται και το κρίσιμο ζήτημα του θεσμικού ρατσισμού.


Άρθρο 65 Καθολικός σχεδιασμός διοικητικών προϊόντων, περιβαλλόντων και υπηρεσιών, εύλογες προσαρμογές

Με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου θεσπίζεται η υποχρέωση εκ μέρους των διοικητικών οργάνων και αρχών για την τήρηση των αρχών του καθολικού σχεδιασμού, που στοχεύουν στην a priori διασφάλιση της προσβασιμότητας για όλους. Πράγματι, παρότι ο καθολικός σχεδιασμός φαίνεται κατ' αρχήν να διευκολύνει κυρίως τα άτομα με Αναπηρίες, καθώς λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, τελικώς αποβαίνει προς όφελος όλων (πληθυσμός τρίτης ηλικίας, άτομα με μαθησιακές δυσκολίες και  ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, μη φυσικοί ομιλητές της γλώσσας κ.α.). Η εφαρμογή των αρχών του καθολικού σχεδιασμού ελαχιστοποιεί τη χρήση υποστηρικτικών τεχνολογιών (παρεμβάσεων που πραγματοποιούνται μετά τον εντοπισμό προβλημάτων) και καταλήγει στην παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον ευρύτερο δυνατό αριθμό χρηστών, εξαλείφοντας την ανάγκη για πραγματοποίηση σε δεύτερο χρόνο, όταν προκόψει κάποια ανάγκη, κοστοβόρων τροποποιήσεων ή εξειδικευμένου - εξατομικευμένου σχεδιασμού.

Ο καθολικός σχεδιασμός δεν πρέπει να νοείται ως λογική προώθησης μιας εκ των προτέρων ενιαίας λύση για όλους ("one size fits all") αλλά ως μια ανθρωποκεντρική σχεδιαστική προσέγγιση για την παροχή προϊόντων που μπορούν να αντιμετωπίσουν το φάσμα των ανθρώπινων αναγκών και ικανοτήτων.

Ως εκ τούτου ευνοεί την προσβασιμότητα και τη χρηστικότητα και έχει ως στόχο να επιτρέψει την ισότιμη πρόσβαση και την ενεργό συμμετοχή δυνητικά σε όλους τους πολίτες, καθώς καλείται να ικανοποιήσει τις ιδιαίτερες απαιτήσεις των χρηστών σε διάφορα πλαίσια της χρήσης.

Η εφαρμογή του καθολικού σχεδιασμού διέπεται από αρχές όπως: α) Δίκαιη χρήση: ο σχεδιασμός είναι χρήσιμος και προωθήσιμος σε άτομα με ποικίλες ικανότητες, β) Ευελιξία στη χρήση: ο σχεδιασμός εξυπηρετεί ένα ευρύ φάσμα ατομικών προτιμήσεων και ικανοτήτων γ) Σαφής και εύληπτη χρήση: η χρήση του σχεδιασμού είναι εύκολο να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την εμπειρία, τις γνώσεις, τις γλωσσικές ικανότητες ή το επίπεδο συγκέντρωσης του χρήστη, δ) αποτελεσματική μεταφορά των πληροφοριών: ο σχεδιασμός επικοινωνεί επαρκώς τις απαραίτητες πληροφορίες στο χρήστη ανεξάρτητα από τις περιβαλλοντικές συνθήκες ή τις αισθητηριακές ικανότητες του χρήστη ε) Ανοχή στα λάθη: ο σχεδιασμός ελαχιστοποιεί τους κινδύνους και τις δυσμενείς συνέπειες ενεργειών που γίνονται κατά λάθος στ) Ελαχιστοποίηση της σωματικής προσπάθειας: ο σχεδιασμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά και ξεκούραστα με ελάχιστο κόπο ζ) Μεγέθη και χώροι που διευκολύνουν: παρέχονται το κατάλληλο μέγεθος και ο χώρος για την προσέγγιση, το χειρισμό και τη χρήση, ανεξάρτητα από τις σωματικές διαστάσεις, τη στάση του σώματος ή την κινητικότητα του χρήστη.  Δέον να σημειωθεί όχι η εφαρμογή των αρχών του καθολικού σχεδιασμού δεν εξαλείφει την ανάγκη για διευκολύνσεις (εύλογες προσαρμογές), αλλά την ελαχιστοποιεί.

Η έννοια της εύλογης προσαρμογής που προβλέπεται στην παράγραφο 2 αναπτύχθηκε λόγω των εμποδίων που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία στο δομημένο περιβάλλον και αποτελεί συνέπεια της αδυναμίας της κοινωνίας να λάβει υπόφη της τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρία και όχι των λειτουργικών περιορισμών που αυτή θέτει (π.χ. η παρεμπόδιση ατόμου από το να προσέλθει στην εργασία του, θεμελιώνεται στο ότι ο χώρος δεν είναι προσβάσιμος και όχι λόγω της αναπηρίας του καθ' εαυτήν). Γιαυτό και τα μέτρα εύλογων προσαρμογών που σκοπό έχουν την αντιμετώπιση των αναγκών των ατόμων με αναπηρία αποτελούν συνέπεια και όχι συστατικό στοιχείο της έννοιας της αναπηρίας.

Τα μέτρα εύλογων προσαρμογών που λαμβάνονται στο πλαίσιο πολιτικής υπέρ των ατόμων με Αναπηρίες παρουσιάζουν ανοικτό - μη αποκλειστικό χαρακτήρα, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κάθε περίπτωσης, τηρουμένων των λοιπών όρων, ήτοι να μη συνεπάγονται δυσανάλογο ή αδικαιολόγητο κόστος


Άρθρο 66 Πρόσβαση στο φυσικό, δομημένο και ηλεκτρονικό περιβάλλον

Η Σύμβαση ήδη από το προοίμιό της αναγνωρίζει τη σημασία της προσβασιμότητας στο περιβάλλον, ως υψίστης σημασία παράγοντα για την πλήρη απόλαυση εκ μέρους των Ατόμων με Αναπηρίες όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών.

Η προσβασιμότητα είναι το χαρακτηριστικό του φυσικού, δομημένου, διοικητικού και ηλεκτρονικού περιβάλλοντος που επιτρέπει τη χρήση των διατιθέμενων υποδομών, υπηρεσιών, αγαθών και πληροφοριών με συνακόλουθη την αυτόνομη διακίνηση και ενεργό συμμετοχή από όλους.

H προσβασιμότητα αποτελεί αδιαμφισβήτητη προϋπόθεση για την ανεξαρτησία των ατόμων με αναπηρία, την εξασφάλιση ίσων ευκαιριών σε όλους τους τομείς της ζωής τους και συνιστά το κλειδί για την απόλαυση του συνόλου των θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Η έλλειψη πρόσβασης αποκλείει τα άτομα με αναπηρίες από την απόλαυση μιας ομάδας δικαιωμάτων, περιορίζοντας τους μόνο στα βασικά και αυτονόητα δικαιώματα της ανθρώπινης ύπαρξης και ζωής χωρίς να τους δίνεται τελικά το ερέθισμα να αναπτυχθούν ολόπλευρα ως μέλη του κοινωνικού συνόλου.

Με στόχο την ισότιμη πρόσβαση στο φυσικό, δομημένο και ηλεκτρονικό περιβάλλον στο παρόν Άρθρο προβλέπεται η υποχρέωση των αρχών και των διοικητικών οργάνων στη λήψη των κατάλληλων μέτρων. Ορίζεται συγκεκριμένα ότι υποχρεούνται, να διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, τόσο σε συνήθεις συνθήκες όσο και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης καθώς και στο ηλεκτρονικό περιβάλλον, ιδίως στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, πληροφορίες και υπηρεσίες, περιλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και των υπηρεσιών διαδικτύου.


Άρθρο 67 Επικοινωνία ΑμεΑ με διοικητικές αρχές, γλώσσες και μορφές επικοινωνίας

Το παρόν Άρθρο προβλέπει την τροποποίηση διατάξεων που αφορούν στην επικοινωνία με τις διοικητικές αρχές και ρυθμίζει τη συμβατότητα της ελληνικής νομοθεσίας με τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 21 της Σύμβασης για την πρόσβαση στην πληροφόρηση.

Με το παρόν Άρθρο κατοχυρώνεται ρητά η γενική υποχρέωση της δημόσιας διοίκησης να επικοινωνεί με τρόπους προσβάσιμους στα άτομα με αναπηρία. Ενδεικτικά θεσπίζεται η πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και η κοινοποίηση διοικητικών πράξεων στα Ατομα με Αναπηρίες σε προσβάσιμες μορφές καθώς και η διασφάλιση της ακρόασης αυτών με πρόσφορους τρόπους.

Περαιτέρω αναγνωρίζεται η ελληνική νοηματική ως γλώσσα των κωφών και των βαρήκοων πολιτών, ενώ η ελληνική γραφή Braille αναγνωρίζεται ως μορφή επικοινωνίας των τυφλών Ελλήνων πολιτών. Και για τις δύο ως άνω περιπτώσεις η ελληνική πολιτεία υποχρεούται να λάβει μέτρα προώθησης καθώς και να μεριμνήσει για την κάλυψη των αναγκών επικοινωνίας των κατηγοριών ατόμων που οι διατάξεις αυτές αφορούν.


Άρθρο 68 Ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, εκπαίδευση και κατάρτιση σε θέματα δικαιωμάτων ΑμεΑ

Στο πλαίσιο των διατάξεων της Σύμβασης για την προώθηση άμεσων, αποτελεσματικών και κατάλληλων μέτρων ενημέρωσης, προωθείται γενική υποχρέωση των διοικητικών οργάνων και αρχών για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση σχετικά με τις αρχές και τις εφαρμογές του καθολικού σχεδιασμού και εν γένει για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Το πεδίο ρύθμισης των αποδεκτών περιλαμβάνει το προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης, τους συναλλασσομένους με το προσωπικό αυτό, αλλά και ευρύτερα τους αποδέκτες των διοικητικών προϊόντων και υπηρεσιών. Η ρύθμιση αναμένεται να συντελέσει στην εμπέδωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, στην αναγνώριση των ικανοτήτων των Ατόμων με Αναπηρίες και στην αύξηση του βαθμού συμμόρφωσης προς τη νομοθεσία που ρυθμίζει δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες.

Στο ίδιο πλαίσιο εισάγεται ρύθμιση για συμπερίληψη στα προγράμματα σπουδών των Πανεπιστημίων και ΤΕΙ και στα εκπαιδευτικά προγράμμματα των παραγωγικών σχολών του δημοσίου (Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, Εθνική Σχολή Δικαστών, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας) εκπαιδευτικών ενοτήτων που αφορούν το περιεχόμενο της Διεθνούς Σύμβασης και την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση σε θέματα δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες.


Άρθρο 69 Μη διάκριση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στις οπτικοακουστικές δραστηριότητες

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 21 της Σύμβασης το οποίο αναφέρεται στην ενθάρρυνση των μέσων μαζικής επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των παροχών πληροφοριών μέσω του Διαδικτύου, να καταστήσουν τις υπηρεσίες τους προσιτές στα άτομα με αναπηρίες, το παρόν Άρθρο εισάγει την προώθηση της εμπέδωσης και του σεβασμού της αρχής της μη διάκρισης μέσω της μέριμνας για την προβολή μιας ισότιμης και απαλλαγμένης από στερεότυπα εικόνας των Ατόμων με Αναπηρίες. Περαιτέρω εισάγει αρμοδιότητα του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου να προωθεί εν γένειτην αρχή της μη διάκρισης μέσα από την κατάρτιση Κωδίκων Δεοντολογίας για ειδησεογραφικές εκπομπές, διαφημίσεις και ψυχαγωγικά προγράμματα καθώς και υποχρέωση των παροχών υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες προκειμένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση των ΑμεΑ σε αυτά.


Άρθρο 70 Νομοπαραγωγική διαδικασία, ανάλυση συνεπειών ρυθμίσεων και παραγωγή επίσημων στατιστικών για τα ΑμεΑ

Με το παρόν Άρθρο εισάγονται μεταρρυθμίσεις που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην συνολική μεταβολή και αναβάθμιση της αντιμετώπισης των Ατόμων με Αναπηρίες στη χώρα μας, καθώς καθιερώνουν κρίσιμα εργαλεία για την παραγωγή πολιτικών που αφορούν τα άτομα αυτά.

Στις δύο πρώτες παραγράφους θεσπίζεται οριζόντια υποχρέωση των οργάνων που μετέχουν στην νομοπαραγωγική διαδικασία να συνεκτιμούν τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες κατά το στάδιο κατάστρωσης των νομοθετικών διατάξεων και να τελούν σε διαδικασία διαβούλευσης με τα άτομα αυτά, με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις τους και με άτομα ή ομάδες ατόμων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες. Επίσης καθιερώνεται υποχρέωση συνεργασίας των μετεχόντων στο σχεδίασμά νομοθετικών διατάξεων με τα όργανα που συγκροτούν το μηχανισμό ελέγχου εφαρμογής της Σύμβασης, δηλαδή με το Συντονιστικό Μηχανισμό (Υπουργός Επικράτειας αρμόδιος για τη συνοχή του κυβερνητικού έργου) του άρθρου 71 και το Κεντρικό Σημείο Αναφοράς (Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων) του άρθρου 72. Με εξίσου σημαντικό περιεχόμενο η δεύτερη παράγραφος προβλέπει τροποποίηση της νομοθεσίας περί καλής νομοθέτησης και προσθήκη στην έκθεση συνεπειών ρύθμισης ειδικής ενότητας που αφορά την τεκμηρίωση της συμβατότητας των προτεινόμενων ρυθμίσεων με τη Σύμβασης καθώς και των ειδικών συνεπειών για τα Άτομα με Αναπηρίες που συνεπάγονται οι εκάστοτε προτεινόμενες ρυθμίσεις.

Με την τρίτη παράγραφο θεραπεύεται η έλλειψη παραγωγής στατιστικών στοιχείων - βασικού εργαλείου χάραξης και διαμόρφωσης δημόσιων πολιτικών - μέσω της υποχρέωσης της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής καθώς και των υπηρεσιών και φορέων που υπάγονται στο Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα, να αναπτύσσουν, να παράγουν και να διαδίδουν επίσημες στατιστικές για τα Άτομα με Αναπηρίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 71 Αρμοδιότητα για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ - Συντονιστικός Μηχανισμός στην Κυβέρνηση

Προς το σκοπό της υλοποίησης των προβλέψεων της Σύμβασης για τον καθορισμό ενός συντονιστικού μηχανισμού μέσα στην Κυβέρνηση αλλά και σε εφαρμογή της απόφασης να αναληφθεί δράση στο υψηλότερο κυβερνητικό επίπεδο, οι διατάξεις του άρθρου 76 ορίζουν τον Υπουργό Επικράτειας με αρμοδιότητα τη συνοχή του κυβερνητικού έργου, ως αρμόδιο για την παρακολούθηση των θεμάτων που αφορούν στα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες.

0 Υπουργός Επικράτειας επιφορτίζεται με την κεντρική ευθύνη συντονισμού όλων των συναρμόδιων φορέων προκειμένου να διευκολύνονται οι σχετικές δράσεις σε διαφορετικούς τομείς και διαφορετικά επίπεδα κατά την χάραξη KOL την παρακολούθηση των δημόσιων πολιτικών για την προστασία και την προαγωγή των δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες.

Η θέση της κεντρικής συντονιστικής αρμοδιότητας υπό τη σκέπη του Υπουργού Επικράτειας εγγυάται την ανάδειξη της ατζέντας του αναπηρικού κινήματος διά της προώθησης νομοθετικών και κανονιστικών λύσεων στα κεντρικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι πολίτες με Αναπηρίες, την άμεση ανταπόκριση των εκάστοτε εμπλεκόμενων φορέων αλλά και την εν ευθέτω χρόνω επεξεργασία και νομοθέτηση διατάξεων για τη συμμόρφωση και του ιδιωτικού τομέα στις απαιτήσεις και τις προδιαγραφές που θέτει η Σύμβαση επί επιμέρους ζητημάτων.


Άρθρο 72 Ορισμός Κεντρικού Σημείου Αναφοράς για την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης

Σε εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 33 της Σύμβασης που προβλέπει κατά περιεχόμενο την εθνική εφαρμογή και παρακολούθηση της Σύμβασης, ορίζεται ως Κεντρικό Σημείο Αναφοράς στην κυβέρνηση η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Υπογραμμίζεται, ότι με τον απευθείας εκ του νόμου ορισμό του νέου Κεντρικού Σημείου Αναφοράς, η ιδιότητα που είχε αποδοθεί επί τη βάσει Πρωθυπουργικής Απόφασης του έτους 2014 στη Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας,  Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μεταφέρεται σε ανώτερο διοικητικό επίπεδο και ως εκ τούτου αναβαθμίζεται οργανωτικά αλλά και ενδύεται συγκεκριμένες αρμοδιότητες, άρα αποκτά σαφέστερο περιεχόμενο. Το νέο Κεντρικό Σημείο Αναφοράς είναι αρμόδιο για το χειρισμό ζητημάτων που αφορούν την εφαρμογή της Σύμβασης, την ισότιμη μεταχείριση των Ατόμων με Αναπηρίες και την προαγωγή των δικαιωμάτων τους. Ως οργανωτική δομή που ασχολείται με την τήρηση και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει αρμοδιότητα τόσο σε κεντρικό, όσο και σε περιφερειακό - τοπικό επίπεδο για την υποδοχή ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της Σύμβασης και για το λόγο αυτό τελεί σε συνεργασία με το Πλαίσιο Προαγωγής του άρθρου 74, το οποίο φέρει την αρμοδιότητα διερεύνησης αναφορών και έχει διαμεσολαβητικό ρόλο για την επίλυση προβλημάτων. Επίσης συγκεντρώνει προτάσεις από τα Επιμέρους Σημεία Αναφοράς του άρθρου 73 σχετικές με τη χάραξη και υλοποίηση δημόσιων πολιτικών σε θέματα δικαιωμάτων Ατόμων με Αναπηρία αλλά και από οποιονδήποτε ενδιαφερόμενο στα πλαίσια δημόσιας διαβούλευσης, ενώ δύναται να παρέχει και κατευθύνσεις και ενημέρωση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Τέλος καθίσταται σαφές ότι η επιλογή της Γενικής Γραμματείας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για το ρόλο του Κεντρικού Σημείου Αναφοράς στην Κυβέρνηση φέρει την υψηλή συμβολική αξία της εμπέδωσης των Αναπηριών, ως έκφανση της ανθρώπινης ποικιλομορφίας και άρα ως πεδίο ισότιμης μεταχείρισης, αξιοπρεπούς αντιμετώπισης και σεβασμού.


Άρθρο 73 Ορισμός Επιμέρους Σημείων Αναφοράς για την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης ανά τομέα κυβερνητικής αρμοδιότητας

Για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας στον τομέα της παρακολούθησης της εφαρμογής της Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες , το παρόν Άρθρο προβλέπει τον καθορισμό σε όλους τους τομείς καθ' ύλην κυβερνητικής αρμοδιότητας, όπως αυτοί αποτυπώνονται στην κατανομή των Υπουργείων, ενός προσώπου σε υψηλό πολιτικό - διοικητικό επίπεδο επιφορτισμένου με την ως άνω αποστολή. Ως εκ τούτου κατόπιν Υπουργικής Απόφασης ο Γενικός ή ο Διοικητικός Γραμματέας κάθε Υπουργείου ορίζεται ως Επιμέρους Σημείο Αναφοράς και αναλαμβάνει τη γενική ευθύνη της απρόσκοπτης, συνεκτικής και συστηματικής εφαρμογής των δεδηλωμένων σκοπών της Σύμβασης στον οικείο τομέα ευθύνης του.

Η επιλογή αυτή αντανακλά την ουσιαστική πολιτική αποφασιστικότητα για την ενσωμάτωση της διάστασης της Αναπηρίας σε όλες τις δημόσιες πολιτικές, για τη διάχυση της ενημέρωσης αλλά και την αύξηση ευαισθητοποίησης του κόσμου της Δημόσιας Διοίκησης για τα προβλήματα, την ανισότητα και τον αποκλεισμό που αντιμετωπίζουν τα άτομα με Αναπηρίες, μέσω της διοικητικής ενασχόλησης με τα ζητήματα αυτά.

Περαιτέρω μέσω της αποκρυστάλλωσης της αρμοδιότητας και της ανάθεσής της κατά τρόπο ενιαίο σε όλα τα Υπουργεία και σε πρόσωπα ομότιμα, διασφαλίζονται προϋποθέσεις παραγωγικής συνεργασίας τόσο οριζόντια, μεταξύ συναρμοδίων Γραμματέων κατά την ανάληψη κοινών δράσεων, όσο και κάθετα, τόσο με την πολιτική ηγεσία όσο και με το διοικητικό προσωπικό.

Τα Επιμέρους Σημεία Αναφοράς αναλαμβάνουν την παρακολούθηση υλοποίησης των δημόσιων πολιτικών στα οικεία Υπουργεία και τους εποπτευόμενους φορείς, τη διενέργεια δημόσιας διαβούλευσης για τα θέματα ανάπτυξης και εφαρμογής της επιμέρους νομοθεσίας και την προώθηση στο Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 77 προτάσεων προς το σκοπό προώθησης του περιεχομένου της Σύμβασης.


Άρθρο 74 Πλαίσιο για την προαγωγή εφαρμογής της Σύμβασης

Κατ' εφαρμογή του περιεχομένου της παραγράφου 2 του άρθρου 33 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο προβλέπει τη θέσπιση εθνικού πλαισίου για την  προώθηση, την προστασία και την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης, ορίζεται ο Συνήγορος του Πολίτη ως ο ανεξάρτητος φορέας που διαθέτει τα εχέγγυα για την ανάθεση της αποστολής αυτής.

Θεματοφύλακας των δικαιωμάτων στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, με ιδιαίτερη έμφαση στην παρακολούθηση και αντιμετώπιση της παραβίασης δικαιωμάτων και στην εφαρμογή της διαδικασίας διαμεσολάβησης για την προώθηση της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως (μεταξύ άλλων) αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4443/2016, ο Συνήγορος του Πολίτη αποτελεί τη συνταγματικά κατοχυρωμένη Ανεξάρτητη Αρχή, που αναλαμβάνει την προώθηση, προστασία και παρακολούθηση της Σύμβασης. Ως επιμέρους εκφάνσεις της αποστολής αυτής προβλέπονται ενδεικτικά διαδικασίες έκφρασης γνώμης ως προς τη συμβατότητα της νομοθεσίας, και των προωθούμενων πολιτικών με το περιεχόμενο της Σύμβασης, εκπόνησης μελετών και ερευνών σχετικά με το βαθμό εφαρμογής του περιεχομένου της Σύμβασης, σύνταξη εκθέσεως σχετικά με τη συντελούμενη πρόοδο και και πραγματοποίηση δράσεων ευαισθητοποίησης για την αύξηση της ενημέρωσης σε όλη την κοινωνία σχετικά με τα δικαιώματα και τις ικανότητες των Ατόμων με Αναπηρίες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 75

Προβλέπεται μεταβατικό χρονικό διάστημα διάρκειας τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου, όπως αυτή ορίζεται στο ακροτελεύτιο άρθρο, για τη σύνταξη και έκδοση υπουργικών ή κοινών υπουργικών αποφάσεων, οι οποίες έχουν προβλεφθεί επίτη βάσει εξουσιοδότησης των διατάξεων του παρόντος μέρους.


Άρθρο 76

Στην πρώτη παράγραφο τονίζεται ότι οι διατάξεις του παρόντος μέρους δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να περιορίζει την υφιστάμενη προστασία που παρέχεται στα Άτομα με Αναπηρίες και συνακόλουθα ότι δε θίγονται - και άρα εξακολουθούν να ισχύουν - τυχόν υπάρχουσες ευνοϊκότερες διατάξεις σχετικές με τα θέματα που ρυθμίζει ο παρών νόμος. Η διάταξη τίθεται κατ' ακολουθία αντίστοιχης πρόβλεψης που καταλαμβάνει τα άρθρα της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και θεσπίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 αυτής: «Τίποτα στην παρούσα Σύμβαση δεν θίγει οποιεσδήποτε διατάξεις είναι πιο πρόσφορες για την πραγματοποίηση των δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρίες και οι οποίες μπορούν να συμπεριληφθούν στο δίκαιο ενός Κράτους - Συμβαλλόμενου Μέρους ή στο διεθνές δίκαιο που ισχύει για το Κράτος αυτό.»

Με τις διατάξεις της δεύτερης παραγράφου αντικαθίσταται το Άρθρο δεύτερο του ν. 4074/2012 προκειμένου να προσαρμοστεί και κατά περιεχόμενο με το επικαιροποιημένο νομοθετικό πλαίσιο που έχει θεσπιστεί. Συγκεκριμένα, η εξαίρεση από το προστατευτικό περιεχόμενο της παραγράφου 1 του άρθρου 27 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών που αφορά την εργασία και την απασχόληση, περιορίζεται μόνο στις ένοπλες δυνάμεις, θεμελιώνεται μεταξύ άλλων στη βάση αναπηρίας αλλά και χρόνιας πάθησης σχετικής με την Υπηρεσία και καταλαμβάνεται πλέον από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν.4443/2016, ο οποίος έχει τεθεί στη θέση του εν συνόλω καταργηθέντος ν.3304/2005.

Με την τρίτη παράγραφο καταργείται το Άρθρο τρίτο του ν.4074/2012. Τα θέματα που επιχειρούσε να ρυθμίσει το Άρθρο αυτό, ρυθμίζονται εκ νέου με τρόπο ορθό και άμεσο, (χωρίς καταφυγή σε εξουσιοδότηση) από τις διατάξεις των άρθρων 11, 12 και 13 του παρόντος νόμου, που ορίζουν απευθείας σημεία αναφοράς (κεντρικό στην κυβέρνηση και επιμέρους ανά τομέα αρμοδιότητας) καθώς και συντονιστικό μηχανισμό. Στην επιλογή αυτή συνέτεινε η από 9-10-2014 ομόφωνη απόφαση της Ολομέλειας της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Ε.Δ.Α.) «Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες: Προβλήματα σχετικά με την εφαρμογή της» στην οποία εμφατικά σημειώνεται η ελλιπής συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η Σύμβαση και απευθύνονται συστάσεις προς την Πολιτεία για τη θέσπιση νομοθετικών ρυθμίσεων. Συγκεκριμένα στα σημεία 3. 4. 5. και 6. της εν λόγω απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το Άρθρο Τρίτο του κυρωτικού Νόμου προβλέπει τα εξής: «με απόφαση του Πρωθυπουργού ορίζεται στην κυβέρνηση, σύμφωνα με το Άρθρο 33 παρ. 1 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των ατόμων με Αναπηρίες, σημείο αναφοράς για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης και συντονιστικός μηχανισμός για τη διευκόλυνση των σχετικών με αυτή δράσεων». Η διάταξη αυτή αποτελεί ελλιπή συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε το ελληνικό κράτος με την επικύρωση της Σύμβασης, αφού παρέχει εξουσιοδότηση για την εφαρμογή της παραγράφου 1 μόνο του άρθρου 33 της Σύμβασης και όχι των λοιπών παραγράφων του άρθρου αυτού. Βάσει της εξουσιοδοτικής αυτής διάταξης, εκδόθηκε η υπ' αρ. Υ 426/20.02.2014 απόφαση του Πρωθυπουργού «Ορισμός σημείου αναφοράς για την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (ν.4074/2012, Α'88) και συντονιστικού μηχανισμού για τη διευκόλυνση των σχετικών με αυτή δράσεων» (Β'523/28/02/2014). Με το Άρθρο Μόνο της απόφασης αυτής ορίζεται ως σημείο αναφοράς για την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης και ως συντονιστικός μηχανισμός για τη διευκόλυνση στων σχετικών με αυτή δράσεων, το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας και ειδικότερα η Διεύθυνση Διεθνών Σχέσεων της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης αυτού του Υπουργείου. Επίσης η απόφαση αντιγράφει κατά λέξη την παράγραφο 3 του άρθρου 33 της Σύμβασης. Έτσι, λόγω της ελλιπούς νομοθετικής εξουσιοδότησης, δεν έχουν συσταθεί ανεξάρτητοι μηχανισμοί που θα προάγουν, θα προστατεύουν και θα παρακολουθούν την εφαρμογή της Σύμβασης, όπως απαιτεί η παράγραφος 2 του άρθρου 33 της Σύμβασης. Μπορεί να συσταθεί και ένας μόνο τέτοιος μηχανισμός ή να ανατεθεί αυτό το έργο σε υφιστάμενο ανεξάρτητο φορέα, αρκεί να είναι ανεξάρτητος και να έχει τα αναγκαία μέσα (επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό και επαρκή χρηματοδότηση) για την εκτέλεση του έργου αυτού. Η παράλειψη αυτή αποτελεί σοβαρή παράβαση της Σύμβασης, καθώς περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητά της. Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται ειδική, συμπληρωματική νομοθετική εξουσιοδότηση. Εξάλλου, η κατά λέξη αντιγραφή της παραγράφου 3 του άρθρου 33 της Σύμβασης στην προαναφερόμενη απόφαση του Πρωθυπουργού δεν έχει κανένα νόημα. Χρειάζεται ειδική συμπληρωματική νομοθετική εξουσιοδότηση για τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων που να παρέχουν στην κοινωνία των πολιτών και ιδιαίτερα στα άτομα με αναπηρίες και τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις τους, τη δυνατότητα να εμπλέκονται και να μετέχουν πλήρως στη διαδικασία παρακολούθησης της εφαρμογής της Σύμβασης.»

Με την τέταρτη παράγραφο τίθεται χρονικό πλαίσιο για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται στο Άρθρο 24 του ν.4443/2016 με σκοπό την επέκταση σε νέους τομείς (πέραν αυτών της εργασίας και απασχόλησης) της παρεχόμενης προστασίας απέναντι σε πλήθος διακρίσεων μεταξύ των οποίων και οι αναπηρίες - χρόνιες παθήσεις. Καθώς για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος απαιτείται η σύμπραξη υπηρεσιών που ανήκουν σε διαφορετικά Υπουργεία, ο συντονισμός ανατίθεται στον Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 προκείμένου η όλη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της ευρείας διαδικασίας διαβούλευσης, να ολοκληρωθεί εντός του χρονικού διαστήματος των δώδεκα μηνών που έχει τεθεί ως απώτατο όριο.

Με την πέμπτη παράγραφο ρυθμίζεται η περίπτωση κατά την οποία γενικές ή ειδικές διατάξεις είναι αντίθετες ή ρυθμίζουν διαφορετικά - επί τα χείρω - σε σχέση με το περιεχόμενο των θεμάτων που ρυθμίζουν οι διατάξεις του παρόντος μέρους.

ΜΕΡΟΣ Ε' ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ» (ΣΚΛΕ)



Άρθρο 77 Έδρα - Περιφερειακά Τμήματα

Προβλέπεται η λειτουργία του ΝΠΔΔ «ΣΚΛΕ» υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με έδρα την Αθήνα, καθώς και η δυνατότητα ίδρυσης περιφερειακών τμημάτων.


Άρθρο 78 Ίδρυση Περιφερειακών Τμημάτων

Περιγράφεται ο τρόπος ίδρυσης, κατάργησης και συγχώνευσης των περιφερειακών τμημάτων του ΣΚΛΕ, καθώς και η επιχορήγησή τους από τον ΣΚΛΕ.


Άρθρο 79 Μέλη

Περιγράφονται τα μέλη του ΣΚΛΕ, που διακρίνονται σε τακτικά, επίτιμα, πάρεδρα και έκτακτα. Όλοι οι πτυχιούχοι Τμημάτων Κοινωνικής Εργασίας, καθώς και όσοι εγκαθίστανται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου για να ασκήσουν το επάγγελμα εγγράφονται υποχρεωτικώς στον ΣΚΛΕ.


Άρθρο 80 Εγγραφή - Συνδρομή

Καθορίζονται οι όροι και οι λεπτομέρειες της εγγραφής και των συνδρομών των μελών του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 81 Πόροι

Ορίζονται οι οικονομικοί πόροι του ΣΚΛΕ και προσδιορίζεται ο τρόπος της οικονομικής διαχείρισης.


Άρθρο 82 Όργανα Διοίκησης

Προσδιορίζονται τα όργανα διοίκησης του ΣΚΛΕ και ο χρόνος της θητείας τους.


Άρθρο 83 Γενική Συνέλευση

Περιγράφεται η σύνθεση, οι αρμοδιότητες, ο τρόπος σύγκλησης και λήψης απόφασης της Γενικής Συνέλευσης.


Άρθρο 84 Ημερήσια Διάταξη Γενικής Συνέλευσης

Προσδιορίζεται το περιεχόμενο της Ημερήσιας Διάταξης της Γενικής Συνέλευσης.


Άρθρο 85 Διοικητικό Συμβούλιο ΣΚΛΕ

Περιγράφεται η σύνθεση, ο τρόπος συγκρότησης και σύγκλησης του Διοικητικού Συμβουλίου και τίθενται οι κανόνες απαρτίας.


Άρθρο 86 Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

Περιγράφονται οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου, η περίπτωση αυτοδίκαιης έκπτωσης από την ιδιότητα του μέλους και η χορήγηση ειδικής άδειας απουσίας 15 ημερών για τα μέλη του προεδρείου, που είναι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα.


Άρθρο 87 Αρμοδιότητες Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 88 Αρμοδιότητες Αντιπροέδρου Α'

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Αντιπροέδρου Α' του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 89 Αρμοδιότητες Αντιπροέδρου Β'

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Αντιπροέδρου Β' του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 90 Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 91 Αρμοδιότητες Ταμία

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Ταμία του Διοικητικού Συμβουλίου.

Άρθρο 92 Αρμοδιότητες Οργανωτικού Γραμματέα

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Οργανωτικού Γραμματέα του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 93 Αρμοδιότητες Υπεύθυνου Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Υπεύθυνου Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 94 Αρμοδιότητες Υπεύθυνου Δημοσίων Σχέσεων

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Υπευθύνου Δημοσίων Σχέσεων του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 95 Αρμοδιότητες μελών ΔΣ

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.


Άρθρο 96 Εξελεγκτική Επιτροπή

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες της Εξελεγκτικής Επιτροπής, που εντοπίζονται στον οικονομικό έλεγχο και στον έλεγχο νομιμότητας.

Άρθρο 97 Συνέλευση Προέδρων

Προσδιορίζεται η σύνθεση και οι αρμοδιότητες της Συνέλευσης των Προέδρων.


Άρθρο 98 Γενική Συνέλευση Περιφερειακού Τμήματος (ΠΤ)

Προσδιορίζεται η σύνθεση, ο τρόπος σύγκλησης και οι αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης του Περιφερειακού Τμήματος.


Άρθρο 99 Περιφερειακό Συμβούλιο

Περιγράφεται η σύνθεση, ο τρόπος συγκρότησης και σύγκλησης, οι αρμοδιότητες του Περιφερειακού Συμβουλίου και τίθενται οι κανόνες απαρτίας.


Άρθρο 100 Αρμοδιότητες Προέδρου Περιφερειακού Συμβουλίου

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου.


Άρθρο 101 Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα Περιφερειακού Συμβουλίου

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα του Περιφερειακού Συμβουλίου.


Άρθρο 102 Αρμοδιότητες Ταμία Περιφερειακού Συμβουλίου

Προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες του Ταμία του Περιφερειακού Συμβουλίου.


Άρθρο 103 Επιτροπές - Τομείς κατά ειδικότητα

Προβλέπεται η δυνατότητα σύστασης επιτροπών από το Διοικητικό Συμβούλιο και τα Περιφερειακά Συμβούλια για την διερεύνηση ειδικών ζητημάτων.


Άρθρο 104 Εκλογική Διαδικασία

Περιγράφεται η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ, με την καθιέρωση του συστήματος της απλής αναλογικής.


Άρθρο 105 Πειθαρχικά Συμβούλια

Περιγράφεται η σύνθεση και οι αρμοδιότητες του Πρωτοβάθμιου και του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.


Άρθρο 106 Πειθαρχικά Παραπτώματα

Ενεργείται ενδεικτική απαρίθμηση των πειθαρχικών παραπτωμάτων των μελών του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 107 Πειθαρχικές ποινές

Ενερνείται περιοριστική απαρίθμηση των πειθαρχικών ποινών που δύνανται να επιβληθούν στα μέλη του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 108 Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

Τίθενται οι κανόνες της παραγραφής των πειθαρχικών παραπτωμάτων των μελών του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 109 Πειθαρχική διαδικασία

Περιγράφεται ο τρόπος κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας, η υποχρέωση κλήσης σε απολογία του πειθαρχικούς διωκομένου, η ανάγκη παράθεσης αιτιολογίας στην πειθαρχική απόφαση, ενώ προσδιορίζονται οι απαιτούμενες κοινοποιήσεις.


Άρθρο 110 Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο

Περιγράφεται η διαδικασία ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.


Άρθρο 111 Αίτηση εξαίρεσης μελών Πειθαρχικού Συμβουλίου

Ορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία εξαίρεσης μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εφόσον συντρέχει νόμιμος λόγος.



Άρθρο 112 Άσκηση του επαγγέλματος του κοινωνικού λειτουργού

Επαναλαμβάνεται η υποχρεωτικότητα της εγγραφής όλων των Κοινωνικών Λειτουργών στον ΣΚΛΕ. Η εγγραφή αυτή αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας / βεβαίωσης άσκησης του επαγγέλματος του Κοινωνικού Λειτουργού, ενώ δίδεται προθεσμία έξι μηνών για την εγγραφή όλων των υπόχρεων στον ΣΚΛΕ.


Άρθρο 113 Σφραγίδα ΣΚΛΕ

Προσδιορίζεται η σφραγίδα του ΣΚΛΕ και αντίστοιχα η σφραγίδα των Περιφερειακών Τμημάτων.


Άρθρο 114 Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή

Μεταβατικά και μέχρι την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του Π.Σ.Ε., προβλέπεται Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, η οποία ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και η οποία υποχρεούται να επιμεληθεί των διαδικασιών για την ανάδειξη των οργάνων του Συλλόγου. Η Επιτροπή έχει 13 μέλη, που ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μετά από πρόταση του σωματείου «Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος».


Άρθρο 115 Κώδικας Δεοντολογίας των Κοινωνικών Λειτουργών

Περιγράφεται ο τρόπος έκδοσης κώδικα δεοντολογίας των κοινωνικών λειτουργών, το περιεχόμενο του οποίου δεσμεύει όλους όσους ασκούν το επάγγελμα.


Άρθρο 116 Θέσεις προσωπικού

Η παρούσα διάταξη αναφέρεται στον τρόπο σύστασης των αναγκαίων για τη λειτουργία του Π.Σ.Ε. οργανικών θέσεων προσωπικού του, στα απαιτούμενα προσόντα των υπαλλήλων, τις αρμοδιότητες και τον τρόπο καταβολής των αποδοχών τους.


Άρθρο 117 Καταργούμενες διατάξεις

Προβλέπεται η κατάργηση διατάξεων του άρθρου 111 του ν. 4387/2016, προκειμένου να μην καταλείπονται ερμηνευτικά και νοηματικά κενά γύρω από την σύσταση του ΝΠΔΔ ΣΚΛΕ.


Άρθρο 118 Έναρξη ισχύος

Προβλέπεται ότι η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.

_____________________


ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

με τίτλο

«ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ, ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ, ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»

ΜΕΡΟΣ Α' ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 4387/2016 ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Άρθρο 1 Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4387/2016

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4387/2016 (Α' 85) προστίθεται εδάφιο, με έναρξη ισχύος από 1.1.2017, ως εξής: «Οι ρυθμίσεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται και σε πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου. Εάν ο διορισμός των προσώπων αυτών έχει γίνει μέχρι και 31.12.2016 εφαρμόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30-11-2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β' 4005)».

2. Μετά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 7 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής:  «Η προϋπόθεση συμπλήρωσης δεκαπέντε (15) ετών ασφάλισης για την καταβολή της εθνικής σύνταξης δεν ισχύει για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης με τη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης μικρότερου των δεκαπέντε (15) ετών. Στην περίπτωση αυτή το ποσό της εθνικής σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται αυτού που αντιστοιχεί στα δεκαπέντε (15) έτη ασφάλισης.»

3. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου- λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά έως πέντε (5) ετών ασφάλισης. Για συντάξεις με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος), τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 μέχρι την έναρξη καταβολής της σύνταξης του υπαλλήλου - λειτουργού του Δημοσίου ή του στρατιωτικού, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης.»

4. Στο τέλος της παρ. 5 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Το συνολικό ακαθάριστο ποσό της ανταποδοτικής σύνταξης, όπως αυτό προκύπτει σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ακαθάριστο ποσό των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές ορίζονται στις παρ. 2 και 3.»

Άρθρο 2 Τροποποίηση διατάξεων του π.δ. 169/2007

1. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 11 του π.δ. 169/2007 (Α' 210) αντικαθίσταται ως εξής: «Επίσης θεωρείται ως συντάξιμος χρόνος ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών ανατροφής παιδιών ηλικίας μέχρι 6 ετών, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά με βάση τις οικείες διοικητικές διατάξεις, και ο χρόνος της άδειας άνευ αποδοχών της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 3528/2007 (Α' 26), με την προϋπόθεση της καταβολής από τον υπάλληλο των προβλεπόμενων ασφαλιστικών εισφορών.»

2. Στο τέλος της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 56 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Το συνολικό ποσοστό της ως άνω μείωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%.»

3. Η παρ. 1 του άρθρου 63 του π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Η καταβολή της σύνταξης αναστέλλεται για όσο διάστημα ο δικαιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε στρέφεται κατά του Δημοσίου ή Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για συνταξιοδότηση λόγω θανάτου. Τα οικονομικά αποτελέσματα της παρούσας διάταξης αρχίζουν από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.»

4. Στο τέλος της περ. ι' της παρ. 2 του άρθρου 9 του π.δ. 169/2007 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Οι διατάξεις του τρίτου και τέταρτου εδαφίου δεν έχουν εφαρμογή για όσα από τα αναφερόμενα σε αυτές πρόσωπα υπάγονται για τον υπολογισμό της σύνταξής τους στις διατάξεις του ν. 4387/2016


Άρθρο 3 Προσδιορισμός συντάξιμων αποδοχών αμειβόμενων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4472/2017

Από 01.01.2017 οι συντάξιμες αποδοχές, επί των οποίων υπολογίζονται ασφαλιστικές εισφορές, για όσους υπηρετούν η προσλαμβάνονται στο Δημόσιο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4472/2017 (Α' 74), είναι οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές της παρ. 10 του άρθρου 153 του ν. 4472/2017, με εξαίρεση την προσωπική διαφορά του άρθρου 155 του ν. 4472/2017.


Άρθρο 4 Άσκηση του δικαιώματος στη σύνταξη

1. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 60 του π.δ. 169/2007 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το δικαίωμα στη σύνταξη είναι απαράγραπτο, τα δε οικονομικά αποτελέσματα που γεννώνται από την άσκηση του δικαιώματος αυτού ανατρέχουν στην ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο.»

2. Οι ρυθμίσεις της παρ. 1 έχουν εφαρμογή για τα πρόσωπα της περ. γ' της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4387/2016.


Άρθρο 5 Καταργούμενες διατάξεις

1. Η περ. β' του άρθρου 62 και η παρ. 1 του άρθρου 64 του π.δ. 169/2007 καταργούνται.

2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται οι παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 9 του άρθρου 3 του ν. 3075/2002 (Α' 297).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ B' ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ TOY N. 4387/2016


Άρθρο 6 Τροποποίηση των άρθρων 28 και 29 του ν. 4387/2016

1. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) τουλάχιστον πέντε (5) ετών από την 1.1.2002 και έως την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως πέντε (5) ετών ασφάλισης. Για αιτήσεις συνταξιοδότησης με έναρξη καταβολής από 1.1.2021, αν δεν προκύπτει χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ασφάλισης ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) τουλάχιστον δέκα (10) ετών από την 1.1.2002 έως την έναρξη της συνταξιοδότησης, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών αναζητείται χρόνος ασφάλισης (πραγματικός, πλασματικός, χρόνος προαιρετικής ή άλλος που λογίζεται ως συντάξιμος) και κατά το πριν την 1.1.2002 χρονικό διάστημα και μέχρι τη συμπλήρωση έως δέκα (10) ετών ασφάλισης».

2. Η παρ. 9 του άρθρου 29 του ν. 4387/2016 καταργείται από την έναρξη ισχύος της. Η παρ. 10 του ίδιου άρθρου αναριθμείται σε 9.


Άρθρο 7 Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν.4387/2016

Μετά το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 30 του ν. 4387/2016, όπως συμπληρώθηκε με το Άρθρο 24 του ν. 4445/2016 (Α'236), διαγράφεται, από τότε που ίσχυσε, η φράση «πλην των προσώπων που υπάγονται στις διατάξεις των περιπτώσεων ε' και στ' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992 (Α' 165). Τα τελευταία πρόσωπα δικαιούνται την προσαύξηση του πρώτου εδαφίου για καθεμία ποσοστιαία μονάδα (1%) εισφοράς που υπερβαίνει το κάτωθι συνολικό ποσοστό εισφορών ασφαλισμένου και εργοδότη: α) 27% για τα πρόσωπα της περίπτωσης ε' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992, β) 23,6% για τα πρόσωπα της περίπτωσης στ' της παρ. 2 του άρθρου 46 του ν. 2084/1992».


Άρθρο 8 Τροποποίηση του άρθρου 31 του ν. 4387/2016

Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής: «Μέχρι την έκδοση της απόφασης αυτής εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού Ασθένειας του οικείου φορέα κύριας ασφάλισης. Ειδικά για τους ασφαλισμένους του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού-ΗΣΑΠ (ΤΣΠ-ΗΣΑΠ), του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ-ΕΤΕ), καθώς και του Κλάδου Σύνταξης του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού -ΟΤΕ (ΤΑΠ-ΟΤΕ), του Κλάδου Ασφάλισης Προσωπικού-ΔΕΗ (ΚΑΠ-ΔΕΗ), του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας «Η ΕΘΝΙΚΗ» (ΤΑΠΑΕ-Ε) και του Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού-ΕΤΒΑ (ΤΑΠ-ΕΤΒΑ) που εντάχτηκαν στον Κλάδο Σύνταξης του πρ. ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αρμόδιο όργανο για το χαρακτηρισμό των ατυχημάτων ως εργατικών ή μη και των επαγγελματικών ασθενειών ορίζεται ο Προϊστάμενος του Υποκαταστήματος Μισθωτών  του Ε.Φ.Κ.Α. στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο τόπος απασχόλησης ή η έδρα της επιχείρησης με την οποία συνδέεται με εργασιακή σχέση ο ασφαλισμένος. Για εκκρεμείς υποθέσεις χαρακτηρισμού των ατυχημάτων ως εργατικών ή μη των ενταχθέντων στο πρ. ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Ταμείων και Κλάδων του προηγούμενου εδαφίου, πλην του Ταμείου Συντάξεων Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΤΣΠ- ΕΤΕ), που δεν έχουν χαρακτηριστεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αρμόδιο όργανο ορίζεται ο Προϊστάμενος Περιφερειακής Διεύθυνσης Ασφάλισης και Παροχών Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφέλειας του ΕΦΚΑ.»


Άρθρο 9 Τροποποίηση του άρθρου 34 του ν.4387/2016

Στο τέλος της περ. δ' της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Η αναγνώριση του χρόνου της παρ. 5 του άρθρου 53 του ν. 3518/2006 (Α' 272) εξακολουθεί να είναι σε ισχύ. Οι ασφαλισμένοι καταβάλλουν μηνιαία εισφορά ύφους 20% επί του 70% του προβλεπόμενου, κατά την υποβολή της αίτησης, κατώτατου βασικού μισθού άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταβολής της ανωτέρω εισφοράς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της ρύθμισης».


Άρθρο 10 Τροποποίηση του άρθρου 38 του ν.4387/2016

1. Μετά το δεύτερο εδάφιο της περ. στ' της παρ. 3 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 προστίθεται περ. ζ', με έναρξη ισχύος από 1-1-2017, ως εξής:  «ζ. Για πρόσωπα που διορίζονται σε θέσεις μετακλητών υπαλλήλων με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Εάν ο διορισμός των ανωτέρω προσώπων έχει γίνει μέχρι 31.12.2016 εφαρμόζεται ως προς την εργοδοτική εισφορά η 111482/0092/30-11-2016 κοινή υπουργική απόφαση (Β' 4005).

2. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για τα πρόσωπα που επέλεξαν να διατηρήσουν το ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς κύριας, επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής και υγειονομικής περίθαλψης, στο οποίο υπάγονταν πριν από το διορισμό τους στις θέσεις αυτές, σύμφωνα με την περ. α' της παρ. 11 του άρθρου 4 του ν. 4151/2013 (Α' 103). Στην περίπτωση αυτή η εφεξής υπηρεσία τους στις ανωτέρω θέσεις θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς».


Άρθρο 11 Τροποποίηση των άρθρων 39 και 40 του ν. 4387/2016

1. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 και της παρ. 1 του άρθρου 40 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Οι ασφαλισμένοι με αίτησή τους, που υποβάλλεται στον Ε.Φ.Κ.Α. οποτεδήποτε, μπορούν να επιλέξουν τα ως άνω ποσοστά να υπολογίζονται επί ανώτερης βάσης υπολογισμού από εκείνη που προκύπτει βάσει του μηνιαίου εισοδήματος τους, όπως αυτό καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας παραγράφου. Στην περίπτωση αυτή το ύφος της βάσης υπολογισμού, ο κλάδος υπέρ του οποίου θα εισφέρει, καθώς και το χρονικό διάστημα εφαρμογής της επιλέγεται από τους ασφαλισμένους με την ως άνω αίτησή τους, με την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος. Η εφαρμογή της νέας βάσης υπολογισμού αρχίζει από την πρώτη του επόμενου μήνα υποβολής της αίτησης και παύει να ισχύει και πριν τη παρέλευση του ορισθέντος σύμφωνα με τα ανωτέρω χρονικού διαστήματος αυτοδικαίως, οποτεδήποτε προκύψει ανώτερη βάση υπολογισμού βάσει του μηνιαίου εισοδήματος σε σχέση με την επιλεγείσα, καθώς και από τον επόμενο μήνα από την ανάκληση της αίτησης ή την υποβολή νέας αίτησης εκ μέρους του ασφαλισμένου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης αυτής».

2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 , όπως τροποποιείται με το παρόν, μετά τη φράση «με την επιφύλαξη για το ανώτατο όριο ασφαλιστέου μηνιαίου εισοδήματος.» προστίθεται η φράση «Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζεται η ρύθμιση του άρθρου 98 του παρόντος νόμου.»

3. Στο τέλος της παρ. 9 του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής: «Σε περίπτωση αμφισβήτησης της υπαγωγής ενός προσώπου στη ρύθμιση της παραγράφου αυτής, μπορούν να υποβληθούν από οποιονδήποτε συμβαλλόμενο αντιρρήσεις ενώπιον του Ε.φ.Κ.Α. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται η εφαρμοστέα διαδικασία αντιρρήσεων και ο τρόπος έκδοσης των σχετικών αποφάσεων.»


Άρθρο 12 Τροποποίηση του άρθρου 52 του ν. 4387/2016

1. Στο τέλος της περ. ε' της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν.4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Τα θέματα αυτά, πλην της σύστασης οργανικών μονάδων, μπορούν να ρυθμίζονται και με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ.».

2. Στο τέλος της περ. θ' της παρ. 1 του άρθρου 52 του ν.4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από πρόταση του Διοικητή του ΕΦΚΑ, μπορεί να ρυθμίζονται θέματα λειτουργίας του, στο πλαίσιο εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος, για την οργανωτική του διάρθρωση και την αποτελεσματική διαχείριση των εκκρεμοτήτων, και ιδίως ο χρόνος έναρξης λειτουργίας των οργανικών του μονάδων και ζητήματα εσωτερικής λειτουργίας».


Άρθρο 13 Τροποποίηση του άρθρου 57 του ν. 4387/2016

1. Η περ. θ' της παρ. 4 του άρθρου 57 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «θ. Έναν (1) ειδικό επιστήμονα με τον αναπληρωτή του, εξειδικευμένο σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης και προστασίας που ορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Απαραίτητο προσόν για τη θέση αυτή αποτελεί η αποδεδειγμένη ακαδημαϊκή ή επαγγελματική εξειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης ή η ιδιότητα του μέλους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με εξειδίκευση σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης».

2. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 57 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: «Με απόφαση του Διοικητή ορίζονται κατ' ανώτατο αριθμό δύο (2) υπάλληλοι του ΕΦΚΑ, με τους αναπληρωτές τους, οι οποίοι εκτελούν χρέη γραμματέα του ΔΣ.»


Άρθρο 14 Τροποποίηση του άρθρου 71 του ν. 4387/2016

Στην παρ. 6 του άρθρου 71 του ν. 4387/2016, μετά τη φράση «πλην εκείνων της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δημοσίου Τομέα», προστίθεται η φράση «του ΝΑΤ και του ΟΓΑ».



Άρθρο 15 Τροποποίηση του άρθρου 101 του ν.4387/2016

Στο τέλος της παρ. 4 ίου άρθρου 101 του ν. 4387/2016 προστίθεται εδάφιο ως εξής: «Στο ως άνω Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΦΚΑ, μέχρι την εκλογή των αιρετών εκπροσώπων των υπαλλήλων του φορέα, ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΦΚΑ δύο (2) εκπρόσωποι των υπαλλήλων των εντασσόμενων φορέων, από εκείνους που αναδείχθηκαν στις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια για τη διετία 2017-2018, οι οποίοι προτείνονται από κοινού από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Εργαζομένων - ΙΚΑ (ΠΟΣΕ-ΙΚΑ) και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής (ΠΟΠΟΚΠ).»


Άρθρο 16 Αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές

1. Το Άρθρο 104 του ν.4387/2016 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:

«1. Αχρεωστήτως καταβληθείσες εισφορές στον ΕΦΚΑ συμψηφίζονται με πάσης φύσεως καθυστερούμενες οφειλές, ρυθμισμένες ή μη, των δικαιούχων προς τον ΕΦΚΑ και τους τρίτους φορείς, για τους οποίους ο ΕΦΚΑ συνεισπράττει εισφορές. Αν δεν υπάρχουν οφειλές ή αν ύστερα από τον συμψηφισμό προκύπτει υπόλοιπο ποσό, αυτό επιστρέφεται άτοκα στους δικαιούχους ως εξής:

α. Στις περιπτώσεις μισθωτών, ύστερα από αίτηση των δικαιούχων.

β. Στις περιπτώσεις ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων, η επιστροφή γίνεται μετά την ετήσια εκκαθάριση των οφειλόμενων ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τις 61501/3398/30-12-2016 (Β' 4330) και 61502/3399/30-12- 2016 (Β' 4330) υπουργικές αποφάσεις. Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, με αίτησή τους, να ζητήσουν το υπερβάλλον ποσό να παραμείνει στον ΕΦΚΑ ως πιστωτικό υπόλοιπο, συμψηφιζόμενο με τις επόμενες εισφορές.

2. Οι εισφορές υπέρ τρίτων φορέων που συνεισπράττονται από τον ΕΦΚΑ επιστρέφονται από αυτόν, σύμφωνα με τη διαδικασία της παρ. 1 και βαρύνουν τον αντίστοιχο φορέα, υπέρ του οποίου έγινε η είσπραξη.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία συμψηφισμού και επιστροφής των εισφορών και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής.

4. Κάθε αντίθετη με το παρόν διάταξη καταργείται.»

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις.


Άρθρο 17 Τροποποίηση του άρθρου 42 ν. 4052/2012 (Α' 41)

1. Η υποπερ. βα' της περ. β' της παρ. 5 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012 (Α' 41), αντικαθίσταται από 12.5.2016, ως εξής:

«βα. Το τμήμα της σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης που έχει πραγματοποιηθεί έως και 31.12.2014 υπολογίζεται με βάση ποσοστό αναπλήρωσης, το οποίο για κάθε έτος ασφάλισης αντιστοιχεί σε ποσοστό 0,45% επί των συνταξίμων αποδοχών κάθε ασφαλισμένου που υπεβλήθησαν σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης.

Ως συντάξιμες αποδοχές νοούνται:

βαα. Για τους μισθωτούς, ο μέσος όρος μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ο μέσος αυτός όρος υπολογίζεται ως το πηλίκον της διαίρεσης του συνόλου των μηνιαίων αποδοχών του ασφαλισμένου δια του χρόνου ασφάλισής του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Ως σύνολο μηνιαίων αποδοχών που έλαβε ο ασφαλισμένος νοείται το άθροισμα των μηνιαίων αποδοχών που υπόκεινται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενες σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016.

βαβ. Για τους αυτοαπασχολούμενους και τους ελεύθερους επαγγελματίες, το εισόδημα, το οποίο υπόκειται σε εισφορές υπέρ επικουρικής ασφάλισης του ασφαλισμένου από το έτος 2002 έως και το έτος 2014. Ως εισόδημα νοείται το ποσό που θα αποτελούσε το ασφαλιστέο μηνιαίο εισόδημα αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε μήνα ασφάλισης κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Στο ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που πράγματι καταβλήθηκε για κάθε ασφαλισμένο συνυπολογίζεται, όπου υπήρχε, και η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τον εργοδότη. Για τους ασφαλισμένους με ποσό εισφοράς υπέρ επικουρικής ασφάλισης, που προκύπτει ανάλογα με την αξία ή την ποσότητα επί των αγοραζομένων ή πωλουμένων προϊόντων, ο μέσος όρος μηνιαίων τεκμαρτών αποδοχών που προκύπτουν από την αναγωγή των πραγματικά καταβληθεισών μηνιαίων ασφαλιστικών εισφορών, των ετών 2002 έως και 2014, θεωρώντας ως ποσοστό εισφοράς το 6%. Γ ια τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του ασφαλισμένου για κάθε ημερολογιακό έτος, αναπροσαρμοζόμενο σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν. 4387/2016.

βαγ. Αν για τον προσδιορισμό των συντάξιμων αποδοχών δεν προκύπτουν ασφαλιστικά στοιχεία από πραγματικό ή πλασματικό χρόνο ασφάλισης ή από προαιρετική ασφάλιση, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ετών από το έτος 2002 έως το έτος 2014, τότε για τον υπολογισμό των συντάξιμων αποδοχών του τμήματος της επικουρικής σύνταξης που αντιστοιχεί στο χρόνο ασφάλισης έως και το έτος 2014 αναζητούνται τα ασφαλιστικά στοιχεία και κατά το πριν το έτος 2002 χρονικό διάστημα μέχρι τη συμπλήρωση συνολικά πέντε (5) ετών.

βαδ. Για το χρόνο ασφάλισης που αναγνωρίζεται πλασματικά, ύστερα από την καταβολή του προβλεπόμενου ποσού εξαγοράς, ως συντάξιμες αποδοχές ορίζεται το ποσό που θα αποτελούσε τον ασφαλιστέο μηνιαίο μισθό-εισόδημα, αν εκλαμβανόταν ως μηνιαία εισφορά το ποσό που καταβλήθηκε για την εξαγορά κάθε μήνα ασφάλισης.

Οι πλασματικοί χρόνοι που αναγνωρίστηκαν χωρίς εξαγορά δεν συνυπολογίζονται για τον υπολογισμό του ποσού του ανωτέρω τμήματος της σύνταξης.»


Άρθρο 18 Τροποποίηση του άρθρου 46 του ν.4052/2012

Στο τέλος της παρ. 12 του άρθρου 46 του ν. 4052/2012, όπως συμπληρώθηκε με το Άρθρο 83 του ν. 4387/2016, προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Στο ως άνω Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΕΤΕΑΕΠ, μέχρι την εκλογή των αιρετών εκπροσώπων των υπαλλήλων του φορέα, ορίζονται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΤΕΑΕΠ, δύο (2) εκπρόσωποι των υπαλλήλων του ΕΤΕΑΕΠ, από εκείνους που αναδείχθηκαν στις εκλογές για τα Υπηρεσιακά Συμβούλια του πρ. ΕΤΕΑ και των εντασσόμενων στο ΕΤΕΑΕΠ φορέων, για τη διετία 2017-2018, οι οποίοι προτείνονται από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Προσωπικού Οργανισμών Κοινωνικής Πολιτικής».


Άρθρο 19 Τροποποίηση του άρθρου 62 του ν.4170/2013 (Α'163)

Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 62 του ν.4170/2013 (Α' 163), όπως ισχύει, μετά τις λέξεις «την Οικονομική Αστυνομία,» προστίθενται οι λέξεις «το σύνολο των υπηρεσιών του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών του ΕΦΚΑ,».


Άρθρο 20 Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 4174/2013 (Α'170)

Στο Άρθρο 15 του ν. 4174/2013 (Α' 170) προστίθεται παρ. 6, ως εξής:

«6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται ανάλογα και για τις πληροφορίες που ζητούνται από τις υπηρεσίες του Κέντρου Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ) στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, για τον έλεγχο της εισπραξιμότητας των οφειλών και τον εντοπισμό πηγών αποπληρωμής των απαιτήσεων των ασφαλιστικών οργανισμών».


Άρθρο 21 Τροποποίηση του άρθρου 26 του π.δ. 422/1981 (Α' 114)

Η παρ. 1 του άρθρου 26 του π.δ. 422/1981 (Α' 114) και ο τίτλος αυτού αντικαθίστανται,από 1.1.2017, ως εξής:

«Αρθρο 26  Κρατήσεις επί των συντάξιμων αποδοχών

«1. Η πάγια μηνιαία κράτηση των μετόχων του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (ΜΤΠΥ) ορίζεται σε ποσοστό 4,5% επί των συντάξιμων αποδοχών, όπως αυτές προσδιορίζονται για την κύρια σύνταξη στο Άρθρο 5 του ν. 4387/2016


Άρθρο 22 Αποσύνδεση ασφάλισης από ιδιότητα

1. Οι αυτοαπασχολούμενοι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ) υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην Τομέα Σύνταξης Μηχανικών και Εργοληπτών Δημοσίων Έργων (ΤΣΜΕΔΕ) του ΕΤΑΑ, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγγέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

2. Οι δικηγόροι που είναι εγγεγραμμένοι ή θα εγγραφούν στους οικείους δικηγορικούς συλλόγους και ασκούν ελεύθερο επάγγελμα υπάγονται στην ασφάλιση του ΕφΚΑ, σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις του πρώην Τομέα Ασφάλισης Νομικών (TAN) tou ETAA, από την ημερομηνία έναρξης άσκησης του επαγνέλματος στην αρμόδια ΔΟΥ και μέχρι τη διακοπή της επαγγελματικής δραστηριότητας και τη διαγραφή από τη ΔΟΥ.

3. Η ισχύς των παρ. 1 και 2 του παρόντος άρθρου αρχίζει την 1.1.2017. Ασφαλιστικές εισφορές που έχουν καταβληθεί και αφορούν σε περίοδο ασφάλισης από 1.1.2017 έως την ισχύ της ρύθμισης συμψηφίζονται ή επιστρέφονται, πλην των ασφαλιστικών εισφορών για υγειονομική περίθαλψη.

4. Τα πρόσωπα των παρ. 1 και 2 που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ μέχρι την ισχύ του παρόντος νόμου και για τα οποία προκύπτει, κατ' εφαρμογή της παρούσας ρύθμισης, διακοπή της ασφάλισής τους στον ΕΦΚΑ, μπορούν προαιρετικά να συνεχίσουν την ασφάλισή τους για το σύνολο των κλάδων ασφάλισης στους οποίους υπάγονταν μέχρι τη διακοπή της υποχρεωτικής τους ασφάλισης. Στην περίπτωση αυτή η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται με βάση το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος για τους ασφαλισμένους άνω 5ετίας του άρθρου 39 του ν. 4387/2016. Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης, σύμφωνα με τα ανωτέρω υποβάλλεται δήλωση του ασφαλισμένου εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης διακόπτεται, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης. Νέα αίτηση για προαιρετική ασφάλιση δεν μπορεί να υποβληθεί.


Άρθρο 23 Ατέλεια ΕΤΕΑΕΠ

1. Η αυτοδίκαιη περιέλευση της ακίνητης περιουσίας των ενταχθέντων στο ΕΤΕΑ και ήδη ΕΤΕΑΕΠ Ταμείων, Τομέων, Κλάδων και Λογαριασμών που προβλέπεται στις παρ. 2, 7 και 8 του άρθρου 45 καθώς και στις παρ. 5 και 6 του άρθρου 45Α του ν. 4052/2012, όπως προστέθηκε με το Άρθρο 82 του ν. 4387/2016:

α) σημειώνεται στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία χωρίς τη καταβολή τέλους ή δικαιώματος υπέρ Δημοσίου, ΤΑΧΔΙΚ, αμίσθου υποθηκοφυλακείου η οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου και

β) δηλώνεται, κατ’ εξαίρεση των οριζόμενων στο ν. 2308/1995 (Α' 114), στα γραφεία κτηματογράφησης και τα κτηματολογικά γραφεία, απρόθεσμα, χωρίς την καταβολή ανταποδοτικού, παγίου ή αναλογικού, τέλους ή οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ της ΕΚΧΑ ΑΕ, του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου.

2. Η διαπιστωτική πράξη, που προβλέπεται στην περ. στ' της παρ. 1 του άρθρου 29 του ν. 4325/2015 (Α' 47) για την περιέλευση ακίνητης περιουσίας στο ΕΤΕΑ, καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαπιστωτική πράξη προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου για την περιέλευση ακίνητης περιουσίας στο ΕΤΕΑΕΠ ή στα ενταχθέντα σε αυτό Ταμεία, Τομείς και Κλάδους, μεταγράφεται στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία χωρίς την καταβολή τέλους ή δικαιώματος υπέρ Δημοσίου, ΤΑΧΔΙΚ, αμίσθου υποθηκοφυλακείου ή οποιουδήποτε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. Τα σχετικά δικαιώματα δηλώνονται, κατ' εξαίρεση των οριζομένων στον ν. 2308/1995, στα γραφεία κτηματογράφησης και τα κτηματολογικά γραφεία, απρόθεσμα, χωρίς την καταβολή ανταποδοτικού, παγίου ή αναλογικού τέλους ή οποιουδήποτε άλλου φόρου, τέλους ή δικαιώματος υπέρ της ΕΚΧΑ ΑΕ, του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου.


Άρθρο 24 Ασφάλιση αιρετών

1. Για τα πρόσωπα της παρούσας παραγράφου καταβάλλονται υπέρ του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ ασφαλιστικές εισφορές για κύρια ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη, επικουρική ασφάλιση και εφάπαξ παροχή, εφόσον προκύπτει υποχρέωση ασφάλισής τους στους σχετικούς κλάδους ασφάλισης, στις εξής περιπτώσεις:

α. Δημάρχων που είχαν αποκτήσει την ιδιότητα πριν από την ισχύ του ν. 4093/2012 (Α' 222) και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Δημοσίου ή του ΕΤΕΑΕΠ (πρώην τομείς ΤΑΔΚΥ για επικουρική ασφάλιση και ΤΠΔΚΥ για εφάπαξ παροχή).  Για όσους από τους δημάρχους αυτούς εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α' 87), ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης δύναται να θεωρηθεί ως χρόνος ασφάλισης στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς ασφάλισης. Αν ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 . Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, οι δήμαρχοι της παρούσας περίπτωσης που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010 (Α' 87) ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελματική δραστηριότητα διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης. Αν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται για υγειονομική περίθαλψη στον τομέα του πρώην ΤΥΔΚΥ του ΕΦΚΑ.

β. Δημάρχων που αποκτούν για πρώτη φορά την ιδιότητα μετά την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούμενη επαγγελματική τους δραστηριότητα έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν.4387/2016 ή οι ρυθμίσεις της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν.4387/2016 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής). Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούμενης επαγγελματική δραστηριότητα έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν.4387/2016. Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, οι δήμαρχοι της παρούσας περίπτωσης, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 του ν. 3852/2010  (A' 87) ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης. Αν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται για υγειονομική περίθαλψη στον Τομέα του πρώην ΤΎΔΚΥτου ΕΦΚΑ.

γ. Αιρετών οργάνων α' και β' βαθμού, πλην δημάρχων και περιφερειαρχών, καθώς και του Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης και του Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή στις ρυθμίσεις του άρθρου 51 του ν. 4144/2013 (Α' 88). Ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των ρυθμίσεων της παρ. 2 του άρθρου 51 του ν. 4144/2013. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 και ως αιρετά όργανα υποχρεούνται να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, τα αιρετά όργανα της παρούσας περίπτωσης που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 93 και της παρ. 1 του άρθρου 182 του ν. 3852/2010 ή συνεχίζουν να ασκούν παράλληλα και επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης ή του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 51 παρ. 2 του ν. 4144/2013.

δ. Περιφερειαρχών που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις των άρθρων 119 και 182 του ν. 3852/2010 και θεωρείται ότι συνεχίζουν να υπάγονται στην ασφάλιση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονομικής περίθαλψης, και εφάπαξ παροχής).

ε. Βουλευτών που είχαν αποκτήσει την ιδιότητα πριν από την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του Δημοσίου. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 . Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, αν ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση υπάγονται στον ΕΦΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ).

στ. Βουλευτών που έχουν αποκτήσει για πρώτη φορά την ιδιότητα μετά από την ισχύ του ν. 4093/2012 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, εφάπαξ παροχής) ή σε εκείνο που προκύπτει κατ' εφαρμογή της παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του ν. 3865/2010. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούμενη επαγγελματική τους δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 ή οι ρυθμίσεις της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 και ο ανωτέρω χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ παροχής). Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούμενης επαγγελματική δραστηριότητα έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016. Αναφορικά με την υγειονομική τους περίθαλψη, αν ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, διατηρούν το προγενέστερο καθεστώς υγειονομικής περίθαλψης και, εάν δεν είχαν προγενέστερη ασφάλιση, υπάγονται στον ΕφΚΑ (πρώην ΟΠΑΔ του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ).

ζ. Προσώπων που διορίζονται σε θέσεις διοίκησης φορέων του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, τα οποία διατηρούν το προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς, σύμφωνα με το  Άρθρο 6 του ν.2703/1999 (Α' 72) ή με άλλες διατάξεις που παραπέμπουν σε αυτό. Τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν να υπάγονται στην ασφάλιση του προγενέστερου ασφαλιστικού - συνταξιοδοτικού καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονομικής περίθαλψης και εφάπαξ παροχής). Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στα πρόσωπα που εμπίπτουν στην παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 2227/1994 (Α' 129) και στην περ. α' της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 2703/1999 (Α' 72). Η περ. β' και γ' της παρ. 11 του άρθρου 5 του ν. 2703/1999 καταργούνται. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης συνεχίζουν παράλληλα να ασκούν την προηγούμενη επαγγελματική τους δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016 ή οι ρυθμίσεις της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 5 και της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016 και θεωρείται ότι ο χρόνος ασφάλισης έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό τους καθεστώς (για κύρια και επικουρική ασφάλιση, υγειονομική περίθαλψη και εφάπαξ παροχή). Εάν παράλληλα ασκούν διαφορετική της προηγούμενης επαγγελματική δραστηριότητα έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.

2. Για τα πρόσωπα της παρ. 1 καταβάλλονται:

α. Για κύρια ασφάλιση, μηνιαία εισφορά στον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του ν.4387/2016, εφαρμοζόμενης της 111482/0092/30-11-2016 ΚΥΑ (Β' 4005) για όσα από τα πρόσωπα της παρ. 1 έχουν διοριστεί μέχρι 31/12/2016.

β. Για υγειονομική περίθαλψη, μηνιαία εισφορά στον ΕΦΚΑ, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 41 του ν.4387/2016.

γ. Για επικουρική ασφάλιση καταβάλλεται στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του ΕΤΕΑΕΠ η μηνιαία εισφορά εμμίσθων ασφαλισμένων του άρθρου 97 του ν. 4387/2016, υπολογιζόμενη επί της βάσης, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παρ. 3 για την κύρια ασφάλιση. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα έχει εφαρμογή η παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016.

δ. Για εφάπαξ παροχή καταβάλλεται στον Κλάδο Εφάπαξ Παροχών του ΕΤΕΑΕΠ η μηνιαία εισφορά εμμίσθων ασφαλισμένων του άρθρου 35 του ν. 4387/2016, υπολογιζόμενη επί της βάσης, όπως αυτή προσδιορίζεται στην παρ.3 του παρόντος για την κύρια ασφάλιση. Αν τα πρόσωπα της παρούσας περίπτωσης ασκούν παράλληλα επαγγελματική δραστηριότητα, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016.

3. Η μηνιαία εισφορά για κύρια ασφάλιση, ασφαλισμένου και εργοδότη, υπολογίζεται επί της αντιμισθίας για τα αιρετά όργανα ή της βουλευτικής αποζημίωσης για τους βουλευτές ή επί των μηνιαίων αποδοχών ή αποζημίωσης που λαμβάνουν τα λοιπά πρόσωπα της παρ. 1. Αν τα πρόσωπα της παρ. 1 έχουν επιλέξει να λαμβάνουν τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης και όχι τις προβλεπόμενες για τη θέση που κατέχουν αποδοχές, η ως άνω ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται επί των συνταξίμων αποδοχών της οργανικής τους θέσης και για υγειονομική περίθαλψη επί των πάσης φύσεως αποδοχών της οργανικής τους θέσης. Ως προς το ανώτατο όριο αποδοχών επί του οποίου υπολογίζεται η ασφαλιστική εισφορά, έχουν εφαρμογή οι ρυθμίσεις της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν.4387/2016. Η εισφορά ασφαλισμένου βαρύνει το πρόσωπο που έχει διοριστεί στις θέσεις της παρ. 1 του παρόντος. Η εργοδοτική εισφορά βαρύνει το Δήμο ή την Περιφέρεια ή την Βουλή των Ελλήνων ή τους φορείς του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, στους οποίους έχουν διοριστεί τα πρόσωπα της παρ. 1 του παρόντος.

4. Αν δεν υφίσταται προγενέστερο ασφαλιστικό καθεστώς για τα πρόσωπα των περ. δ' και ζ' της παρ. 1, καταβάλλονται εισφορές για κύρια ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη, σύμφωνα με τις παρ. 2 και 3 και ο χρόνος αυτός θεωρείται ότι έχει διανυθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ (πρώην ΙΚΑ - ΕΤΑΜ).

5. Στις περιπτώσεις που εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 17 και της παρ. 1 και 2 του άρθρου 36 του ν. 4387/2016, η ασφαλιστική εισφορά που έχει καταβληθεί από τα ανωτέρω πρόσωπα για τη θέση που κατέχουν θεωρείται εισφορά μισθωτού. Για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας καταβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές σύμφωνα με τα άρθρα 36, 38, 39 και 40 και 41 του ν.4387/2016.

6. Αν στις θέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 διορίζονται συνταξιούχοι του ΕΦΚΑ ή του Δημοσίου, εφαρμόζεται η παρ. 4. Εξαιρούνται τα ανωτέρω πρόσωπα που έχουν παραιτηθεί της αμοιβής που προβλέπεται για τη θέση που κατέχουν.

7. Για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του άρθρου 25 του ν. 4255/2014 (Α' 89) εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου και ο χρόνος ασφάλισης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο προγενέστερο ασφαλιστικό - συνταξιοδοτικό καθεστώς (κύριας και επικουρικής ασφάλισης, υγειονομικής περίθαλψης και εφάπαξ παροχής). Για την ασφάλισή τους εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στις παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου.


8. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 01.01.2017. Αν από την εφαρμονή του παρόντος άρθρου προκόψουν διαφορές στα ποσά των ασφαλιστικών εισφορών που πρέπει να καταβληθούν από την ανωτέρω ημερομηνία, εφαρμόζονται τα εξής:

α. Εάν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι υψηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, το επιπλέον ποσό συμψηφίζεται, μέχρι εξάλειψής του, με μελλοντικές καταβολές ασφαλιστικών εισφορών.

β. Εάν το ποσό της ασφαλιστικής εισφοράς που έχει καταβληθεί είναι χαμηλότερο από εκείνο που προκύπτει από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, το επιπλέον ποσό που πρέπει να καταβληθεί για την τακτοποίηση των εισφορών των προηγούμενων μηνών καταβάλλεται σε δόσεις, ο αριθμός των οποίων είναι ίσος με τον αριθμό των μηνών για τους οποίους προκύπτει διαφορά στο ύψος των εισφορών, χωρίς την επιβολή προστίμων καθυστέρησης εξόφλησης.

9. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4144/2013 εφαρμόζονται από 01.01.2017 και στους ασφαλισμένους του ΕΦΚΑ βάσει των γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων του πρώην ΟΓΑ, εφαρμοζομένων των ρυθμίσεων της περ. γ' της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 25 Απασχόληση λόγω ψυχικών παθήσεων

1. α. Γενικές και ειδικές διατάξεις που προβλέπουν διακοπή ή περικοπή της σύνταξης αναπηρίας ή της σύνταξης λόγω θανάτου και των προνοιακών ή άλλων επιδομάτων όταν ο δικαιούχος αναλαμβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται, δεν έχουν εφαρμογή στους δικαιούχους που πάσχουν αναπηρίας, η οποία οφείλεται σε ψυχική πάθηση ή νοητική υστέρηση ή συμπαθολογία ψυχικής πάθησης και νοητικής υστέρησης, με ποσοστό 50% και άνω, εφόσον η ανάληψη μισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση ενδείκνυται για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης και η κρίση αυτή πιστοποιείται με ννωμάτευση μονάδας ψυχικής υγείας, η οποία θα ισχύει για τρία (3) έτη, του αντίστοιχου Τομέα Ψυχικής Υγείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο ν. 2716/1999 (Α' 96).

β. Η ανάληψη μισθωτής απασχόλησης ή η αυτοαπασχόληση των ανωτέρω προσώπων για λόγους ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και κοινωνικής επανένταξης, δεν επηρεάζει την σχετική κρίση αξιολόγησης αναπηρίας περί ανικανότητας για κάθε βιοποριστική εργασία, κατά τη διαδικασία πιστοποίησης αναπηρίας από τα ΚΕΠΑ.

2. Η περ. α' της παρ. 1 δεν εφαρμόζεται σε συνταξιούχους που αναλαμβάνουν μόνιμη ή με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εργασία σε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.

3. Οι συνταξιούχοι της παρ. 1 υποχρεούνται πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν να το δηλώσουν στον ΕΦΚΑ, στο ΕΤΕΑΕΠ και στις αρμόδιες υπηρεσίες πρόνοιας.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 26 Ρυθμίσεις για προσωπικό φορέων εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης επιτρέπεται μέχρι 31.12.2017 και κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, η μεταφορά υπαλλήλων μεταξύ των ΕΦΚΑ, ΕΤΕΑΕΠ, ΟΓΑ και ΝΑΤ, με μεταφορά της οργανικής τους θέσης, την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο ή ειδικότητα, βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο, με συνεκτίμηση της αίτησής τους. Ομοίως επιτρέπεται για αιτήσεις που υποβάλλονται μέχρι 31.12.2017 και κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων, η μεταφορά υπαλλήλων των ΕΦΚΑ, ΕΤΕΑΕΠ, ΟΓΑ και NAT σε κενές οργανικές θέσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο ή ειδικότητα, βαθμό και μισθολογικό κλιμάκιο. Αν δεν υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις οι υπάλληλοι μεταφέρονται με την οργανική τους θέση και υποχρεούνται να υπηρετήσουν για μία τουλάχιστον πενταετία στη Γενική Διεύθυνση Κοινωνικής Ασφάλισης.


Άρθρο 27

Επιτρέπεται η μετάταξη του προσωπικού ασφαλείας που υπηρετεί στον ΕΦΚΑ σε θέση άλλου κλάδου ή ειδικότητας της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας ή εκπαιδευτικής βαθμίδας, με την ίδια σχέση εργασίας και ανεξαρτήτως ορίου ηλικίας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, η μετάταξη γίνεται με μεταφορά της θέσης που κατέχει ο μετατασσόμενος σε κλάδο ή ειδικότητα της υπηρεσίας του, αντίστοιχης εκπαιδευτικής βαθμίδας του τίτλου σπουδών που κατέχει, ύστερα από γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλογικά η κείμενη περί μετατάξεων νομοθεσία.


Άρθρο 28 Όργανα ΕΦΚΑ κατά το ν. 1418/1984 (Α' 23)

1. Ορίζονται στον ΕΦΚΑ ως «Προϊστάμενη Αρχή» η Διεύθυνση Στέγασης και Τεχνικών Υπηρεσιών του ΕΦΚΑ, ως «Διευθύνουσα Υπηρεσία» το Τμήμα Κατασκευών του ΕΦΚΑ και ως «Τεχνικό Συμβούλιο» το Τεχνικό Συμβούλιο του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, σύμφωνα με το ν. 1418/1984 (Α' 23). Κατά τα λοιπά, εφαρμόζεται αναλογικά το π.δ. 170/1987 (Α' 84). Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα για την εφαρμογή του παρόντος, ιδίως ο ορισμός των αποφαινόμενων οργάνων σε περίπτωση τροποποίησης της οργανωτικής διάρθρωσης του ΕΦΚΑ.

2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 01.01.2017.


Άρθρο 29 Ενιαιοποίηση προϋποθέσεων καταβολής σύνταξης σε περιπτώσεις ποινικής καταδίκης του δικαιούχου

Προκειμένου για τα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ, η καταβαλλόμενη σύνταξη αναστέλλεται για όσο διάστημα ο συνταξιούχος εκτίει περιοριστική της ελευθερίας ποινή μεγαλύτερη του ενός (1) έτους και εφόσον το αδίκημα για το οποίο καταδικάσθηκε στρέφεται κατά ασφαλιστικού φορέα. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη μεταβιβάζεται στους τυχόν δικαιοδόχους αυτής, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τη συνταξιοδότηση λόγω θανάτου. Τα οικονομικά αποτελέσματα της παρούσας διάταξης αρχίζουν από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Κάθε αντίθετη διάταξη καταργείται.


Άρθρο 30 Παράταση χορήγησης αναπηρικής σύνταξης

Το Άρθρο 66 του ν. 4144/2013 (Α' 88) αντικαθίσταται ως εξής : «Άρθρο 66 Στις περιπτώσεις λήξης του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αναπηρίας και εφόσον εκκρεμεί στις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές ΚΕΠΑ ιατρική κρίση, χωρίς υπαιτιότητα των ασφαλισμένων, το δικαίωμα συνταξιοδότησής τους λόγω αναπηρίας παρατείνεται για έξι (6) μήνες, με το ίδιο ποσό που ελάμβαναν οι συνταξιούχοι πριν από τη λήξη του δικαιώματος, εφόσον κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα είχαν κριθεί από την υγειονομική επιτροπή με ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον 67%. Εάν κριθεί από τις υγειονομικές επιτροπές των ΚΕΠΑ ότι αυτοί δεν φέρουν συντάξιμο ποσοστό αναπηρίας ή φέρουν μικρότερο ποσοστό αναπηρίας από το προγενεστέρως κριθέν, οι αχρεωστήτως καταβληθείσες παροχές αναζητούνται άτοκα, δια συμψηφισμού, με μηνιαία παρακράτηση 20% από τις τυχόν χορηγούμενες συνταξιοδοτικές παροχές, ενώ στην περίπτωση που δεν χορηγούνται παροχές, αναζητούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Η ανωτέρω ρύθμιση εφαρμόζεται και για όλα τα επιδόματα που χορηγούνται λόγω αναπηρίας, καθώς και για τις συντάξεις με αιτία την αναπηρία, ενώ παράλληλα παρατείνεται και η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη όσων εμπίπτουν στο παρόν άρθρο. Η ισχύς του άρθρου αυτού αρχίζει την 01.07.2017».


Άρθρο 31 Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 1469/1984 (ΑΊ11)

Το Άρθρο 30 του ν. 1469/1984 (A' 111) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Ο/η ανασφάλιστος/η διαζευγμένος/η σύζυγος δικαιούται να διατηρήσει, ως άμεσα ασφαλισμένος, το δικαίωμα παροχών ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης ή το Δημόσιο, που είχε κατά το χρόνο λύσης του γάμου ο έτερος σύζυγος, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις :

α) Ο γάμος λύθηκε μετά τη συμπλήρωση του 25ου έτους της ηλικίας του, και

β) δεν καλύπτεται άμεσα ή έμμεσα για παροχές ασθένειας σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ ή άλλο ασφαλιστικό φορέα ή το Δημόσιο.

2. Για τη διατήρηση του δικαιώματος των παροχών ασθένειας σε είδος, σύμφωνα με την παρ. 1, ο ενδιαφερόμενος καταβάλλει μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπέρ υγειονομικής περίθαλψης ως εξής:

α) Στον ΕφΚΑ, για παροχές σε είδος από τον ΕΟΠΥΥ, σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών,


β) στο Δημόσιο σε ποσοστό 6,45% επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών,

γ) στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς, την προβλεπόμενη από τους οικείους κανονισμούς εισφορά ασφαλισμένου και εργοδότη υπέρ υγειονομικής περίθαλψης που υπολογίζεται επί του ποσού που αντιστοιχεί στον εκάστοτε βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών.

3. Το ασφαλιστικό δικαίωμα ασκείται από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής απόφασης διαζυγίου».


Άρθρο 32 Απαλλαγή από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη σε σεισμόπληκτους

Οι κάτοικοι του οικισμού Βρίσατης Δημοτικής Ενότητας Πολιχνίτου του Δήμου Λέσβου του νομού Λέσβου, όπως προκύπτουν από την τελευταία απογραφή, απαλλάσσονται πλήρως από τη συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη από 1.6.2017 έως 31.5.2019, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζει κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Εσωτερικών και Υγείας.

ΜΕΡΟΣ Β' ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ


Άρθρο 33 Τροποποιήσεις του άρθρου 2 του ν. 3996/2011

1. Στο τέλος της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α' 170) προστίθενται εδάφια ως εξής: «Ειδικά κατά τη διενέργεια ελέγχου, σύμφωνα με τις υποπερ. αα, ββ, γγ και δδ, οι ευρισκόμενοι στο χώρο εργασίας υποχρεούνται να επιδεικνύουν την αστυνομική τους ταυτότητα ή άλλο αποδεικτικό της ταυτοπροσωπίας έγγραφο, εφόσον τους ζητηθεί από τους διενεργούντες τον έλεγχο Επιθεωρητές Εργασίας. Στον εργοδότη που αρνείται την κατά τα προηγούμενα εδάφια είσοδο και πρόσβαση ή την παροχή των ως άνω στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις της υποπαρ. ΙΑ του άρθρου 24.»

2. Το τελευταίο εδάφιο της περ. δ' της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Στον εργοδότη ή οποιοδήποτε τρίτο αρνείται την κατά τα προηγούμενα εδάφια είσοδο και πρόσβαση ή την παροχή στοιχείων ή πληροφοριών ή παρέχει ανακριβείς πληροφορίες ή στοιχεία επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις της υποπαρ. ΙΑ του άρθρου 24.»

Άρθρο 34 Τροποποίηση του άρθρου 23 του ν. 3996/2011

Η περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 23 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «3. α. Αν κρίνει ότι υπάρχουν παραβάσεις που εγκυμονούν άμεσο ή σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, διακόπτει προσωρινά τη λειτουργία της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος της ή στοιχείου του εξοπλισμού της, για χρονικό διάστημα μέχρι της πλήρους συμμόρφωσης του εργοδότη και της άρσης των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν. Αν η επιχείρηση, μετά την προσωρινή διακοπή ή την επιβολή άλλων διοικητικών κυρώσεων, εξακολουθεί να παραβαίνει συστηματικά τις διατάξεις της νομοθεσίας με άμεσο ή σοβαρό κίνδυνο για τους εργαζόμενους εισηγείται στον Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης την οριστική διακοπή της λειτουργίας της.»

Άρθρο 35 Τροποποίηση του άρθρου 24 του ν. 3996/2011

Η υποπαρ. IB του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 αντικαθίσταται ως εξής:

«Β. α. Προσωρινή διακοπή της λειτουρνίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα μέχρι τριών (3) ημερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη τρεις (3) πράξεις επιβολής προστίμου για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με την ΥΑ 2063/Δ1632/2011 (Β' 266), ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών.

β. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) μέχρι πέντε (5) ημερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη τέσσερις (4) ή περισσότερες πράξεις επιβολής προστίμου για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με την ΥΑ 2063/Δ1632/2011, ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών.

γ. Προσωρινή διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης για χρονικό διάστημα μέχρι τριών (3) ημερών, εφόσον επιβληθούν σε βάρος του εργοδότη δύο (2) ή περισσότερες πράξεις επιβολής προστίμου για αδήλωτη εργασία, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών. Οι κυρώσεις των περ. α' έως γ' επιβάλλονται με αιτιολογημένη πράξη του Ειδικού Επιθεωρητή ή με αιτιολογημένη πράξη του Διευθυντή της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του ΣΕΠΕ, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του αρμόδιου Επιθεωρητή Εργασίας. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Διευθυντή της αρμόδιας Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης του ΣΕΠΕ, μπορεί να επιβληθεί στον εργοδότη προσωρινή διακοπή για διάστημα μεγαλύτερο από πέντε (5) ημέρες ή και οριστική διακοπή της λειτουργίας συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 23, δεν απαιτείται πρόσκληση για παροχή εξηγήσεων. Η διακοπή επιβάλλεται από τον Ειδικό Επιθεωρητή ή τον αρμόδιο Επιθεωρητή Εργασίας που διενεργεί τον έλεγχο, ύστερα από αιτιολογημένη καταγραφή στο δελτίο ελέγχου των παραβάσεων, που κατά την κρίση τους συνιστούν άμεσο ή σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια και υγεία των εργαζομένων. Η εκτέλεση της διοικητικής κύρωσης της προσωρινής ή οριστικής διακοπής γίνεται από την αρμόδια αστυνομική αρχή. Ο χρόνος προσωρινής ή οριστικής διακοπής λογίζεται ως κανονικός χρόνος εργασίας ως προς όλα τα δικαιώματα των εργαζομένων.»

Άρθρο 36 Τροποποίηση του άρθρου 28 του ν. 3996/2011

Στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Με τις ίδιες ποινές τιμωρείται και ο εργοδότης που παραβιάζει την πράξη ή την απόφαση περί προσωρινής ή οριστικής διακοπής λειτουργίας της συγκεκριμένης παραγωγικής διαδικασίας ή τμήματος ή τμημάτων ή του συνόλου της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή στοιχείου του εξοπλισμού της, που του έχει επιβληθεί ως διοικητική κύρωση για παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας.»

Άρθρο 37 Τροποποίηση του άρθρου 15 του ν. 4144/2013

Στην παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4144/2013 προστίθεται τρίτο εδάφιο ως εξής: «Αν από τη σχετική έκθεση διαπιστώνεται η μη αναγραφή εργαζομένου στον ισχύοντα πίνακα προσωπικού, σύμφωνα με το άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (Α' 286), επιβάλλονται άνευ ετέρου από τον Προϊστάμενο του κατά τόπο αρμόδιου Τμήματος Επιθεώρησης Ερνασιακών Σχέσεων του Σώματος Επιθεώρησης Ερνασίας οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 1 της ΥΑ 27397/122/2013 (Β' 2062).»

Άρθρο 38 Καταχώριση αλλαγής ή τροποποίησης ωραρίου στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ»

Η παρ. 1 του άρθρου 80 του ν. 4144/2013 αντικαθίσταται ως εξής :

«1. α. Ο εργοδότης υποχρεούται να καταχωρεί στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ» κάθε αλλαγή ή τροποποίηση του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας των εργαζομένων, το αργότερο έως και την ημέρα αλλαγής ή τροποποίησης του ωραρίου ή της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και σε κάθε περίπτωση πριν την ανάληψη υπηρεσίας από τους εργαζομένους, καθώς και την υπερεργασία και τη νόμιμη κατά την ισχύουσα νομοθεσία υπερωριακή απασχόληση πριν την έναρξη πραγματοποίησης της.

β. Αν διαπιστωθεί από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα τροποποίηση ωραρίου εργασίας εργαζομένου ή υπερωριακή του απασχόληση χωρίς αυτή να έχει γνωστοποιηθεί κατά τα ανωτέρω πριν την έναρξη πραγματοποίησής της, επιβάλλονται με πράξη του αρμόδιου οργάνου σε βάρος του εργοδότη κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 24 και 28 του ν. 3996/2011.

γ. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία καταχώρισης, τα στοιχεία που γνωστοποιούνται και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

δ. Η παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4310/2014 (Α' 258) καταργείται και οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου αναριθμούνται αντίστοιχα.

ε. Η ισχύς της παρούσας παραγράφου αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της περ. γ'».

Άρθρο 39 Ηλεκτρονική αναγγελία του απασχολούμενου προσωπικού επί εκτέλεσης οικοδομικής εργασίας ή τεχνικού έργου

Το άρθρο 33 του ν. 1836/1989 (Α' 79) αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Εργοδότης που εκτελεί οικοδομική εργασία ή τεχνικό έργο, υποχρεούται να αναγγέλλει ηλεκτρονικά στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα του ΣΕΠΕ (ΟΠΣ- ΣΕΠΕ) το απασχολούμενο προσωπικό, πριν από την έναρξη κάθε ημερήσιας απασχόλησης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα ανωτέρω επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 1 της ΥΑ 27397/122/2013 (Β' 2062).

2. Αντίγραφο του εντύπου της ως άνω αναγγελίας για κάθε ημέρα απασχόλησης τηρείται στον τόπο εκτέλεσης του έργου με ευθύνη του εργοδότη και τίθεται στη διάθεση των ελεγκτικών οργάνων, προς έλεγχο, οσάκις ζητείται. Σε περίπτωση μη τήρησης της ως άνω υποχρέωσης επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 (Α' 170).

3. Για τους σκοπούς του παρόντος, ως εργοδότης θεωρείται ο εργολάβος και ο υπεργολάβος που έχουν αναλάβει την εκτέλεση της οικοδομικής εργασίας ή του τεχνικού έργου.

4. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η διαδικασία της αναγγελίας, τα στοιχεία που περιλαμβάνει, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

5. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει από την έκδοση της απόφασης της παρ. 4.»

Άρθρο 40 Ηλεκτρονική αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού

1. Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή των σχετικών εντύπων που προβλέπονται στην ΥΑ 295/2014 (Β' 2390) στο πληροφοριακό σύστημα του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης «ΕΡΓΑΝΗ», κάθε περίπτωση οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού ή καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου το αργότερο δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την ημέρα αποχώρησης του μισθωτού ή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ή λήξης της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντίστοιχα.

2. Η αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του μισθωτού θα πρέπει να συνοδεύεται υποχρεωτικά είτε από ηλεκτρονικά σαρωμένο έντυπο υπογεγραμμένο από τον εργοδότη και τον εργαζόμενο είτε από εξώδικη δήλωση του εργοδότη προς τον εργαζόμενο, με την οποία τον ενημερώνει ότι έχει χωρήσει οικειοθελής αποχώρησή του και ότι αυτή θα αναγγελθεί στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ». Στην τελευταία περίπτωση, η εξώδικη δήλωση του εργοδότη επιδίδεται στον εργαζόμενο το αργότερο δύο (2) εργάσιμες ημέρες από την οικειοθελή του αποχώρηση και η αναγγελία γίνεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την επίδοση της εξώδικης δήλωσης. Αν ο εργοδότης δεν τηρήσει εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις αναγγελίας οικειοθελούς αποχώρησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής των συνοδευτικών εγγράφων της παρούσας, η σύμβαση εργασίας θεωρείται ότι λύθηκε με άτακτη καταγγελία του εργοδότη.

Άρθρο 41 Αποκλεισμός από δημόσιες συμβάσεις και χρηματοδοτήσεις λόγω παραβάσεων της εργατικής νομοθεσίας

1. Οι αναθέτουσες αρχές αποκλείουν έναν οικονομικό φορέα από τη συμμετοχή σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, υπηρεσιών και προμηθειών, εφόσον ο φορέας έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα. Την ίδια υποχρέωση υπέχουν και οι φορείς διαχείρισης προγραμμάτων χρηματοδότησης, ενισχύσεων ή επιδοτήσεων σε περίπτωση αίτησης συμμετοχής ενός οικονομικού φορέα στο πρόγραμμα.


2. Ως σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα νοείται η επιβολή σε βάρος του οικονομικού φορέα, μέσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών πριν από την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας υποβολής δήλωσης συμμετοχής στην εκάστοτε διαδικασία, τριών (3) πράξεων επιβολής προστίμου από τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας για παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας που χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με την ΥΑ 2063/Δ1632/2011 (Β' 266), ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας ή δύο (2) πράξεων επιβολής προστίμου που αφορούν την αδήλωτη εργασία.

3. Κατά την υποβολή αιτήσεων συμμετοχής σε προγράμματα ή κατά την υποβολή προσφορών στις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν στις αναθέτουσες αρχές ή τους φορείς διαχείρισης, κατά περίπτωση, είτε το Ευρωπαϊκό Ενιαίο Έγγραφο Σύμβασης είτε υπεύθυνη δήλωση, στην οποία δηλώνουν ότι δεν έχουν διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 2.

4. Στη σύμβαση που συνάπτει η εκάστοτε δημόσια αρχή με κάθε αντισυμβαλλόμενο περιλαμβάνεται ειδικός όρος για την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας περί υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων και πρόληψης του επαγγελματικού κινδύνου. Όταν δεν αναγράφονται τα ανωτέρω στοιχεία και όροι, η σύμβαση είναι άκυρη και απορρίπτεται η δαπάνη πληρωμής.

5. Η αναθέτουσα αρχή ή ο φορέας διαχείρισης υποχρεούται, αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των προσφορών ή αιτήσεων συμμετοχής, αντιστοίχως, να υποβάλει γραπτό αίτημα προς τη Διεύθυνση Προγραμματισμού και Συντονισμού της Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων για τη χορήγηση πιστοποιητικού, από το οποίο να προκύπτουν όλες οι πράξεις επιβολής προστίμου που έχουν εκδοθεί σε βάρος του οικονομικού φορέα. Το πιστοποιητικό αποστέλλεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή του αιτήματος. Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας, τεκμαίρεται ότι ο οικονομικός φορέας δεν έχει διαπράξει σοβαρό επαγγελματικό παράπτωμα, όπως αυτό ορίζεται στην παρ. 2.

6. Αν ο συμβαλλόμενος με την αναθέτουσα αρχή αναθέσει την εκτέλεση της σύμβασης ή μέρους αυτής σε τρίτο, ο τελευταίος πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για το συμβαλλόμενο με την αναθέτουσα αρχή και να υποβάλλει τα ίδια έγγραφα με αυτόν.

7. Κατά την εκτέλεση της σύμβασης, όταν το ΣΕΠΕ διαπιστώνει παραβάσεις που χαρακτηρίζονται ως «υψηλής» ή «πολύ υψηλής» σοβαρότητας, ενημερώνει εγγράφως την αναθέτουσα αρχή ή το φορέα διαχείρισης. Η επιβολή για δεύτερη φορά κύρωσης από το ΣΕΠΕ για τις ως άνω παραβάσεις οδηγεί υποχρεωτικά σε έκπτωση του οικονομικού φορέα από τη σύμβαση ή το πρόγραμμα.

8. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 3996/2011 καταργείται και οι υπόλοιπες παράγραφοι του άρθρου αναριθμούνται αντίστοιχα.


Άρθρο 42 Τροποποίηση του άρθρου 16 του ν. 2874/2000

Στο Άρθρο 16 του ν. 2874/2000 (Α' 286) προστίθεται παρ. 8 ως εξής: «8. Ο εργοδότης υποχρεούται να εφοδιάζει τους εργαζόμενους με αντίγραφο της κατάστασης προσωπικού ή απόσπασμα αυτής όταν απασχολούνται εκτός της έδρας ή του παραρτήματος της επιχείρησης.»

Άρθρο 43 Τροποποίηση του άρθρου 4 του π.δ. 240/2006

Στο άρθρο 4 του π.δ. 240/2006 (Α' 252) προστίθεται παρ. 5 ως εξής: «5. Η ενημέρωση που παρέχει ο εργοδότης και τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων καταγράφονται σε πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από τον εργοδότη και τους εκπροσώπους των εργαζομένων.»

Άρθρο 44 Τροποποίηση του άρθρου 5 του π.δ. 240/2006

Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 5 του π.δ. 240/2006 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω γραπτής συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων.»


Άρθρο 45 Τροποποίηση του άρθρου 8 του π.δ. 240/2006

Στο Άρθρο 8 του π.δ. 240/2006 προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή επέλθει στη σύμβαση εργασίας από απόφαση του εργοδότη, η οποία ελήφθη κατά παράβαση των υποχρεώσεων του άρθρου 4, είναι άκυρη, διατηρούμενων των δικαιωμάτων του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 (Α' 67).»


Άρθρο 46 Παρένθετη μητρότητα

1. Στο τέλος της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4097/2012 (Α' 235) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Το ως άνω επίδομα μπορεί να χορηγείται και στις κυοφόρους αυτοαπασχολούμενες γυναίκες, τις τεκμαιρόμενες αυτοαπασχολούμενες μητέρες του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα και στις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως δύο ετών.»

2. Η τεκμαιρόμενη μητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας δικαιούται το μεταγενέθλιο τμήμα της ASH- άδειας μητρότητας που ορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 1993 και του άρθρου 7 της ΕΓΣΣΕ 2000-2001, το οποίο κυρώθηκε με το Άρθρο 11 του ν. 2874/2000, καθώς και τις πάσης φύσεως αποδοχές και επιδόματα που συνδέονται με αυτήν, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις επιμέρους καταστατικές διατάξεις του φορέα ασφάλισής της.

3. Στο Άρθρο 142 του ν. 3655/2008 (Α' 58) προστίθεται ένατο εδάφιο ως εξής: «Την ειδική παροχή προστασίας μητρότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δικαιούται και η τεκμαιρόμενη μητέρα του άρθρου 1464 του Αστικού Κώδικα που αποκτά τέκνο με τη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας.»


Άρθρο 47 Ειδική γονική άδεια σοβαρών νοσημάτων των παιδιών

Στην παρ. 1 του άρθρου 51 του ν. 4075/2012 (Α' 89) προστίθεται δεύτερο εδάφιο ως εξής: «Η ανωτέρω άδεια χορηγείται, κατά την ως άνω διαδικασία, και στο φυσικό, θετό ή ανάδοχο γονέα παιδιού ηλικίας έως δεκαοκτώ (18) ετών συμπληρωμένων, το οποίο πάσχει από βαριά νοητική στέρηση ή σύνδρομο Down ή αυτισμό.»


Άρθρο 48 Ειδική προστασία μητέρας λόγω υιοθεσίας και παρένθετης μητρότητας

Στο Άρθρο 15 του ν. 1483/1984 (Α' 153) προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Η προστασία έναντι της καταγγελίας της σχέσης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ισχύει και για τις εργαζόμενες που υιοθετούν τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών, με χρονική αφετηρία την τοποθέτηση του τέκνου στην οικογένεια, καθώς και για τις εργαζόμενες που εμπλέκονται στη διαδικασία της παρένθετης μητρότητας, είτε ως τεκμαιρόμενες μητέρες, με χρονική αφετηρία τη γέννηση του παιδιού, είτε ως κυοφόροι γυναίκες.»


Άρθρο 49 Ταχεία εκδίκαση διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς

Στο Άρθρο 621 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται παρ. 3 ως εξής: «3. Η συζήτηση των αγωγών και των τακτικών ένδικων μέσων επί των διαφορών για άκυρη απόλυση, μισθούς υπερημερίας και καθυστερούμενους μισθούς προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεσή τους. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες. Η απόφαση του δικαστηρίου δημοσιεύεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση της αγωγής ή του τακτικού ένδικου μέσου.»


Άρθρο 50 Τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Μετά το Άρθρο 636 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο  Άρθρο 636Α ως εξής:

«1. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 623 έως 636 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού, εφόσον η σύναψη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και το ύψος του μισθού αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία εκδόθηκε μετά από ομολογία ή αποδοχή της αίτησης από τον οφειλέτη. Η εργασία που αντιστοιχεί στον μισθό για τον οποίο ζητείται η έκδοση διαταγής πληρωμής τεκμαίρεται ότι έχει παρασχεθεί.

2. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής υποβάλλεται και στον κατά τόπο αρμόδιο δικαστή της παραγράφου 1 του άρθρου 621.

3. Η συζήτηση της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε για απαιτήσεις της παραγράφου 1, προσδιορίζεται κατά προτεραιότητα στην συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο και πάντως όχι πέραν των τριών (3) μηνών από την κατάθεσή της. Αν αναβληθεί η συζήτηση, αυτή προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε τριάντα (30) ημέρες.

4. Τυχόν ειδικότερες διατάξεις που ισχύουν για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3 σχετικά με την καταβολή δικαστικού ενσήμου, τέλους απογράφου, παράβολου και κάθε άλλου τέλους ή φόρου ισχύουν ανάλογα και για τη διαταγή πληρωμής του παρόντος άρθρου, την ανακοπή που ασκείται κατ' αυτής, καθώς και για τα ένδικα μέσα και βοηθήματα που ασκούνται κατά της απόφασης επί της ανακοπής.»


Άρθρο 51 Τροποποίηση του άρθρου 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας

Το Άρθρο 71 του Εισαγωγικού Νόμου του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής: «Στις εργατικές διαφορές καθώς και στη διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού δεν καταβάλλεται το κατά το νόμο ΓΠΟΗ'/1912 (Α* 3) δικαστικό ένσημο, για το μέχρι του ποσού της εκάστοτε καθ' ύλην αρμοδιότητας του ειρηνοδικείου αίτημα της αγωγής ή της αίτησης αντίστοιχα. Στις περιπτώσεις εργατικών διαφορών, καθώς και αιτήσεων για την έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενου μισθού, για τις οποίες καταβάλλεται δικαστικό ένσημο, αυτό καθορίζεται σε ποσοστό τέσσερα τοις χιλίοις (4%ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής, της αίτησης ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις.»

ΜΕΡΟΣ Γ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ


Άρθρο 52 Χορήγηση βοηθήματος και ενίσχυση της απασχόλησης των αυτοτελώς και ανεξαρτήτως απασχολούμενων

1. Στο δεύτερο εδάφιο της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α* 152) η φράση «ασφαλισμένους στον ΟΑΕΕ και το ΕΤΑΠ-ΜΜΕ» αντικαθίσταται με τη φράση «ασφαλισμένους που υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον τέως Ο.Α.Ε.Ε. και στο τέως Ε.Τ.Α.Π.-Μ.Μ.Ε» και η φράση «ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ» αντικαθίσταται με τη φράση «ασφαλισμένους που υπάγονται στον Ε.Φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στο τέως Ε.Τ.Α.Α.».

2. Το τρίτο εδάφιο της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Σκοπός του λογαριασμού είναι η χορήγηση βοηθήματος σε περιπτώσεις αποδεδειγμένης διακοπής του επαγγέλματος και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών, καθώς και η ενίσχυση της απασχόλησης των προσώπων που καλύπτονται από τους ανωτέρω κλάδους.».

3. Στο τέταρτο εδάφιο της περ. α' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ» αντικαθίσταται με τη φράση «ασφαλισμένους του Ε.Φ.Κ.Α., για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στο τέως Ε.Τ.Α.Α.», η φράση «το 'Λ της 1ης ασφαλιστικής κατηγορίας» αντικαθίσταται με τη φράση «το 60% του ποσού που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, αναγόμενο σε ετήσια βάση» και η φράση «το τελευταίο 8μηνο» αντικαθίσταται με τη φράση «το τελευταίο 6μηνο».

4. Στο πρώτο εδάφιο της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «των Ασφαλιστικών Οργανισμών ΟΑΕΕ, ΕΤΑΑ, ΕΤΑΠ-ΜΜΕ» αντικαθίσταται με τη φράση «που υπάγονται στον Ε.φ.Κ.Α. και για τους οποίους, βάσει γενικών, ειδικών ή καταστατικών διατάξεων που ίσχυαν κατά την 31.12.2016, προέκυπτε υποχρέωση υπαγωγής στον τέως Ο.Α.Ε.Ε., στο τέως Ε.Τ.Α.Π.-Μ.Μ.Ε. και στο τέως Ε.Τ.Α.Α.».

5. Στο δεύτερο εδάφιο της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «από τα οικεία ταμεία» αντικαθίσταται με τη φράση «από τον Ε.Φ.Κ.Α.».

6. Στο τέταρτο εδάφιο της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 η φράση «του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας μετά γνώμη των Διοικητικών Συμβουλίων των αρμόδιων οργανισμών και γνώμη του ΣΚΑ» αντικαθίσταται με τη φράση «του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης».

7. Το πέμπτο εδάφιο της περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152) αντικαθίσταται ως εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Α.Ε.Δ., καταρτίζονται προγράμματα για την ενίσχυση της απασχόλησης των προσώπων που καλύπτονται από τους κλάδους της περ. α', καθορίζονται και εξειδικεύονται οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την ενίσχυση, η διαδικασία, ο χρόνος, ο τόπος και ο τρόπος της ενίσχυσης, το ύφος αυτής, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την απόδειξη των όρων και προϋποθέσεων χορήγησής της, καθώς και τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για την καταβολή της, οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναστολή ή τη διακοπή της και κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος, εφαρμοζόμενων αναλόγως των διατάξεων των παρ. 2 και 4 έως 8 του άρθρου 29 του ν. 1262/1982 (Α' 70). Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι διαδικασίες μεταφοράς των διαθέσιμων πόρων των δύο κλάδων της περ. α', καθώς και το ποσοστό συμμετοχής τους στο πρόγραμμα.».


Άρθρο 53 Προϋποθέσεις επιδότησης ανεργίας λόγω καταγγελίας κατόπιν μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας

Στο Άρθρο 7 του ν. 1545/1985 (Α' 91) προστίθεται παρ. 6 ως εξής:

«6. α) Ο άνεργος, ο οποίος έχει ασκήσει το δικαίωμα που του παρέχει το  Άρθρο 7 του ν.2112/1920 (Α' 67) και έχει θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ως καταγγελία της σχέσης εργασίας από τον εργοδότη, επιδοτείται εάν, μαζί με την αίτηση για επιδότηση, προσκομίσει στον ΟΑΕΔ την εξώδικη δήλωση με την οποία άσκησε το εν λόγω δικαίωμα, καθώς και αποδεικτικό της κοινοποίησής της στον εργοδότη έγγραφο. Στην περίπτωση αυτή, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης για επιδότηση ξεκινά από την κοινοποίηση της εξώδικης δήλωσης στον εργοδότη.

β) Εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της αίτησης για επιδότηση, ο άνεργος οφείλει να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ είτε έγγραφα που αποδεικνύουν την εξόφληση της αποζημίωσης απόλυσης από τον εργοδότη είτε την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη με βάση το ασκηθέν δικαίωμα που του παρέχει το  Άρθρο 7 του ν.2112/1920. Σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης του προηγούμενου εδαφίου, καθώς και εάν η ασκηθείσα αγωγή δεν γίνει τελεσίδικα δεκτή, η επιδότηση ανεργίας διακόπτεται και τα ήδη καταβληθέντα ποσά επιστρέφονται αναδρομικά. Εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την τελεσιδικία της απόφασης που θα εκδοθεί επί της αγωγής, τόσο ο άνεργος όσο και ο εναγόμενος εργοδότης, εφόσον έχει ενημερωθεί από τον ΟΑΕΔ για την επιδότηση του ανέργου, υποχρεούνται να προσκομίσουν στον ΟΑΕΔ την εκδοθείσα απόφαση, ειδάλλως επιβάλλεται πρόστιμο ύφους τριακοσίων (300) ευρώ σε βάρος καθενός από τους υπόχρεους.

γ) Αντί να λάβει το επίδομα ανεργίας, κατά τα ανωτέρω, ο άνεργος, με σχετική αίτησή του προς τον ΟΑΕΔ, η οποία κατατίθεται ταυτόχρονα με την προσκόμιση της εξώδικης δήλωσης της περ. α', μπορεί να επιλέξει να λάβει αναδρομικά το σύνολο της επιδότησης ανεργίας που δικαιούται, εφόσον προσκομίσει στον ΟΑΕΔ δικαστική απόφαση που κάνει τελεσίδικα δεκτή την αγωγή που άσκησε κατά του εργοδότη με βάση το ασκηθέν δικαίωμα που του παρέχει το Άρθρο 7 του ν. 2112/1920


Άρθρο 54 Τροποποίηση του άρθρου 35 του ν. 4144/2013

Η παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4144/2013 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Για τη σύσταση, αλλοίωση, μετάθεση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων επί των πάσης φύσεως ακινήτων του καταργηθέντος ΟΕΚ που περιέρχονται σε αυτόν, ο ΟΑΕΔ απαλλάσσεται από κάθε δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο (άμεσο ή έμμεσο), από κάθε εισφορά και τέλος υπέρ Δημοσίου ή τρίτων και απολαύει εν γένει όλων ανεξαιρέτως των δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών ατελειών και προνομίων του Δημοσίου. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που εισάγουν ειδικότερες ρυθμίσεις, ατέλειες ή απαλλαγές υπέρ του καταργηθέντος ΟΕΚ για τη διαχείριση των ακινήτων του ισχύουν και υπέρ του ΟΑΕΔ. Ο ΟΑΕΔ απαλλάσσεται από την καταβολή κάθε είδους τελών για την εγγραφή στο Εθνικό Κτηματολόγιο εμπραγμάτων δικαιωμάτων του καταργηθέντος ΟΕΚ που περιέρχονται σε αυτόν».


Άρθρο 55 Έγκριση προϋπολογισμών όλων των εποπτευόμενων από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης φορέων

Η παρ. 1 του άρθρου 44 του ν. 3863/2010 (Α' 115) εφαρμόζεται για την έγκριση των προϋπολογισμών όλων των φορέων που εποπτεύονται από το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.



Άρθρο 56 Τροποποίηση του άρθρου 30 του ν. 3918/2011 (Α' 31)

Η περ. α' της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 3918/2011 (Α' 31) αντικαθίσταται ως εξής: «α. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, ύστερα από πρόταση των Διοικητών των Υγειονομικών Περιφερειών, συνιστώνται πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές, για την παραπομπή σε αυτές θεμάτων υγειονομικής περίθαλψης, πιστοποίησης νόσου που επιφέρει ανικανότητα για εργασία, χαρακτηρισμού ανικανότητας προς εργασία οφειλόμενη σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια για αλλαγή θέσης εργασίας, καθώς και κρίσης ικανότητας προς εργασία για την υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση, με την οποία ορίζονται η συγκρότηση, οι αρμοδιότητές τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια».


Άρθρο 57 Διάταξη για το ΝΑΤ

1. Η κυριότητα του επί της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 1 στον Πειραιά ακινήτου παραμένει στο ΝΑΤ, για τη στέγαση των υπηρεσιών του και την άσκηση των μη ασφαλιστικών αρμοδιοτήτων του. Ομοίως στην κυριότητα του ΝΑΤ παραμένουν δύο αυτοκίνητα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μετακίνησης στο ΝΑΤ μέχρι 31.12.2016.

2. Η ισχύς του παρόντος άρθρου αρχίζει την 01.01.2017.


Άρθρο 58 Σύσταση οργανικών θέσεων ΠΕ Πληροφορικής στον ΟΑΕΔ

Στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) συνιστώνται δέκα (10) οργανικές θέσεις μόνιμου προσωπικού, κλάδου ΠΕ Πληροφορικής. Προσόντα διορισμού είναι τα προβλεπόμενα στο π.δ. 50/2001 (Α' 39), και επιπλέον απαιτείται κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών ως εξής:

α) Για τις τέσσερις (4) θέσεις, σε ένα από τα επιστημονικά πεδία, Πληροφορικής ή Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών ή Εφαρμοσμένης Πληροφορικής ή Επιστήμης Υπολογιστών ή Επιστήμης και Τεχνολογίας Υπολογιστών και

β) για τις έξι (6) θέσεις, σε ένα από τα επιστημονικά πεδία, Ηλεκτρολόγου Μηχανικού & Μηχανικού Υπολογιστών ή Ηλεκτρολόγου Μηχανικού & Τεχνολογίας Υπολογιστών ή Μηχανικού Η/Υ και Πληροφορικής ή Ηλεκτρονικού και Μηχανικού Υπολογιστών ή Μηχανικών Πληροφοριακών & Επικοινωνιακών Συστημάτων ή Μηχανικών Η/Υ Τηλεπικοινωνιών και Δικτύων. Πρόσθετα προσόντα μπορεί κάθε φορά να καθορίζονται με την προκήρυξη πλήρωσης των θέσεων, ύστερα από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του ΟΑΕΔ.


Άρθρο 59 Παράταση συμβάσεων επικουρικού προσωπικού

Η ισχύς των συμβάσεων του επικουρικού προσωπικού των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας του αρ. 9 του ν. 4109/2013 (Α'16) και του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών του π.δ. 265/1979 (Α'74) μπορεί να παρατείνεται μέχρι την κατάρτιση προσωρινών πινάκων διοριστέων της εκκρεμούσης, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, διαδικασίας επιλογής προσωπικού, σύμφωνα με το Άρθρο 10 του ν. 3329/2005 (Α' 81) και σε κάθε περίπτωση όχι πέραν της 31.01.2018. Οι συμβάσεις του προηγούμενου εδαφίου παρατείνονται μόνο εφόσον η δαπάνη καλύπτεται από τους οικείους προϋπολογισμούς των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας και του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών, αντίστοιχα.


Άρθρο 60 Περιεχόμενο προστασίας

Στο ν.δ. 162/1973 (Α' 227) προστίθεται Άρθρο 2 ως εξής:

Άρθρο 2 Περιεχόμενο προστασίας

1. Η προστασία των υπερηλίκων και χρονίως πασχόντων ατόμων εξασφαλίζεται με την ανάπτυξη προγραμμάτων ανοικτής κοινωνικής φροντίδας καθώς και κλειστής περίθαλψης που καταρτίζει και εφαρμόζει το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης με σκοπό την βελτίωση της ποιότητας ζωής, την εξασφάλισης αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης και περίθαλψης αυτών.

2. Τα ανωτέρω προγράμματα δύνανται να υλοποιούνται είτε από τους φορείς του άρθρου 3 του ν. 2646/1998 (Α'236) είτε από τις επιχειρήσεις των OTA Α' βαθμού είτε από ιδιωτικούς φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα που, σύμφωνα με τις καταστατικές τους διατάξεις έχουν σκοπό την κοινωνική ανάπτυξη και πρόνοια ή συναφή προς τα ανωτέρω σκοπό.

3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται η μορφή και το περιεχόμενο των καταρτιζόμενων προγραμμάτων, οι φορείς υλοποίησης αυτών, οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια, η διαδικασία υπαγωγής των ωφελούμενων στα προβλεπόμενα προγράμματα της προηγούμενης παραγράφου καθώς και κάθε άλλο αναγκαίο σχετικό θέμα.»

ΜΕΡΟΣ Δ' ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ - ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A' ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 61 Σκοπός

Αντικείμενο του παρόντος μέρους αποτελεί η θέσπιση ενός γενικού πλαισίου ρυθμίσεων κατ' εφαρμογή διατάξεων της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες, που κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012 (Α' 88). Σκοπός του παρόντος μέρους είναι η άρση των εμποδίων που δυσχεραίνουν την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των Ατόμων με Αναπηρίες (ΑμεΑ) στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας.


Άρθρο 62 Ορισμοί

1. Ως «Ατομα με Αναπηρίες (ΑμεΑ)» νοούνται τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, διανοητικές ή αισθητηριακές δυσχέρειες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορα εμπόδια, ιδίως θεσμικά, περιβαλλοντικά ή εμπόδια κοινωνικής συμπεριφοράς, δύναται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία σε ίση βάση με τους άλλους.

2. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου:

α) ως «Σύμβαση» ορίζεται η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ΑμεΑ που υπογράφθηκε στη Νέα Υόρκη στις 30 Μαρτίου 2007 και κυρώθηκε με το Άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012 (Α' 88),

β) ως «Πρωτόκολλο» ορίζεται to Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ΑμεΑ που υπογράφθηκε στη Νέα Υόρκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2010 και κυρώθηκε με το  Άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012,

γ) ως «Επιτροπή» ορίζεται η Επιτροπή για τα δικαιώματα των ΑμεΑ που συστάθηκε σύμφωνα με το  Άρθρο 34 της Σύμβασης.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 της Σύμβασης διέπουν και το παρόν μέρος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β' ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΛΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΕΘΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ


Άρθρο 63 Γενικές υποχρεώσεις

1. Κάθε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται να διευκολύνει την ισότιμη άσκηση των δικαιωμάτων των ΑμεΑ στο πεδίο των αρμοδιοτήτων ή δραστηριοτήτων του, λαμβάνοντας κάθε πρόσφορο μέτρο και απέχοντας από οποιαδήποτε ενέργεια ή πρακτική που ενδέχεται να θίγει την άσκηση των δικαιωμάτων των ΑμεΑ.

Ιδίως υποχρεούται:

α) να αφαιρεί υφιστάμενα εμπόδια κάθε είδους,

β) να τηρεί τις αρχές καθολικού σχεδιασμού σε κάθε τομέα της αρμοδιότητάς του ή της δραστηριοποίησής του, προκειμένου να διασφαλίζει για τα ΑμεΑ την προσβασιμότητα των υποδομών, των υπηρεσιών ή των αγαθών που προσφέρει,

γ) να παρέχει, όπου απαιτείται σε συγκεκριμένη περίπτωση, εύλογες προσαρμογές υπό τη μορφή εξατομικευμένων και κατάλληλων τροποποιήσεων, ρυθμίσεων και ενδεδειγμένων μέτρων, χωρίς την επιβολή δυσανάλογου ή αδικαιολόγητου βάρους,


δ) να απέχει από πρακτικές, συνήθειες και συμπεριφορές που συνεπάγονται διακρίσεις σε βάρος των ΑμεΑ,

ε) να προάγει με θετικά μέτρα την ισότιμη συμμετοχή και άσκηση των δικαιωμάτων των ΑμεΑ στον τομέα της αρμοδιότητας ή δραστηριότητάς του.

2. Οι κατά την παράγραφο 1 υπόχρεοι οφείλουν κατά τις συναλλαγές τους με ΑμεΑ να διασφαλίζουν βασική πληροφόρηση μέσω τρόπων, μορφών και μέσων επικοινωνίας, όπως ορίζονται στη Σύμβαση. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Οικονομικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης έπειτα από συνεργασία με τον Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και κατόπιν διαβούλευσης με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ εξειδικεύονται οι υπόχρεοι φορείς, οι τρόποι, οι μορφές και τα μέσα προσβάσιμης επικοινωνίας, καθώς και κάθε άλλο θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.


Άρθρο 64 Ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στις δημόσιες πολιτικές

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές ενσωματώνουν τη διάσταση της αναπηρίας σε κάθε δημόσια πολιτική, διοικητική διαδικασία, δράση, μέτρο και πρόγραμμα της αρμοδιότητάς τους με στόχο την εξάλειψη, αποκατάσταση και αποτροπή ανισοτήτων μεταξύ ατόμων με και χωρίς αναπηρίες. Για το σκοπό αυτό:

α) Υποβάλλουν εκθέσεις στα οικεία Επιμέρους Σημεία Αναφοράς του άρθρου 73 σχετικά με τις δράσεις, τα μέτρα και τα προγράμματα που υιοθετούν για την επίτευξη της ισότητας των ΑμεΑ,

β) υιοθετούν ποσοτικούς και ποιοτικούς δείκτες για τα θέματα αναπηρίας, όπως αυτοί καθορίζονται από αρμόδια διεθνή και ευρωπαϊκά όργανα, ώστε να καθίσταται δυνατή η μέτρηση και η αξιολόγηση της ενσωμάτωσης της διάστασης της αναπηρίας,

γ) συλλέγουν και τηρούν επιμέρους στατιστικά στοιχεία για την αναπηρία ως προς τους τομείς ευθύνης τους.

2. Με κοινή απόφαση των καθ' ύλην αρμόδιων Υπουργών κατόπιν συνεργασίας με τον Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης εξειδικεύονται οι υπόχρεοι φορείς, οι διαδικασίες υλοποίησης καθώς και κάθε άλλο θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 65 Καθολικός σχεδιασμός διοικητικών προϊόντων, περιβαλλόντων και υπηρεσιών, εύλογες προσαρμογές

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές, σε συνεργασία με τα Επιμέρους Σημεία Αναφοράς του άρθρου 73, υποχρεούνται να τηρούν την αρχή του καθολικού σχεδιασμού του άρθρου 2 της Σύμβασης, όπως εξειδικεύεται και επικαιροποιείται κάθε φορά, κατά το σχεδίασμά δημοσίων πολιτικών, διοικητικών υπηρεσιών και προϊόντων, διαδικασιών, περιβαλλόντων και οργανωτικών δομών, που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται από όλους στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, χωρίς να απαιτούνται ειδικές προσαρμογές ή εξειδικευμένος σχεδιασμός. Για την επικαιροποίηση προδιαγραφών και οδηγιών εφαρμογής του καθολικού σχεδιασμού οι υπόχρεοι τελούν σε διαβούλευση με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ.

2. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές υποχρεούνται να λαμβάνουν ενδεδειγμένα μέτρα προσαρμοσμένα στις ιδιαίτερες ανάγκες ενός ή περισσότερων ΑμεΑ προκειμένου να διασφαλιστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης. Στις ως άνω εύλογες προσαρμογές, οι οποίες παρέχονται υπό την προϋπόθεση της μη επιβολής δυσανάλογου ή αδικαιολόγητου βάρους, περιλαμβάνονται ενδεικτικά, μέτρα παροχής υποστηρικτικής τεχνολογίας, προσωπικής βοήθειας και ενδιαμέσων, εξατομικευμένη προσαρμογή διαδικασιών ή πρακτικών, εξειδικευμένες υπηρεσίες και βοηθητικές υπηρεσίες για την επικοινωνία.


Άρθρο 66 Πρόσβαση στο φυσικό, δομημένο και ηλεκτρονικό περιβάλλον

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους μεριμνούν για τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης των ΑμεΑ στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, τόσο σε συνήθεις συνθήκες όσο και σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

2. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους, διασφαλίζουν την ισότιμη πρόσβαση των ΑμεΑ στο ηλεκτρονικό περιβάλλον, ιδίως στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, πληροφορίες και υπηρεσίες, περιλαμβανομένων των μέσων ενημέρωσης και των υπηρεσιών διαδικτύου.


Άρθρο 67 Επικοινωνία ΑμεΑ με διοικητικές αρχές, γλώσσες και μορφές επικοινωνίας

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές όταν συναλλάσσονται με ΑμεΑ υποχρεούνται να παρέχουν πρόσφορα μέσα επικοινωνίας και πρόσβαση στην πληροφόρηση. Στην ως άνω υποχρέωση περιλαμβάνονται ενδεικτικά, η πρόσβαση στα δημόσια έγγραφα και η κοινοποίηση διοικητικών πράξεων σε ΑμεΑ σε προσβάσιμες μορφές, καθώς και η διασφάλιση της προηγούμενης ακρόασης με πρόσφορους τρόπους, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α' 45). Με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Ανασυγκρότησης, σε συνεργασία με το Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και με το Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 72 και κατόπιν δημόσιας διαβούλευσης με τα ενδιαφερόμενο μέρη, προσδιορίζονται τα είδη των πρόσφορων μέσων, των προσβάσιμων μορφών και των τρόπων επικοινωνίας που υιοθετούνται από τις υπηρεσίες της Δημόσιας Διοίκησης, καθώς και κάθε άλλο θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.

2. Η ελληνική νοηματική γλώσσα αναγνωρίζεται ως ισότιμη με την ελληνική γλώσσα. Το κράτος λαμβάνει μέτρα για την προώθησή της, καθώς και για την κάλυψη όλων των αναγκών επικοινωνίας των κωφών και βαρήκοων πολιτών.

3. Η ελληνική γραφή Μπράιγ (Braille) αναγνωρίζεται ως μορφή επικοινωνίας των τυφλών Ελλήνων πολιτών. Το κράτος υποχρεούται να λάβει μέτρα για την προώθησή της, καθώς και για την κάλυψη των αναγκών επικοινωνίας των ως άνω πολιτών.


Άρθρο 68 Ενημέρωση, ευαισθητοποίηση, εκπαίδευση και κατάρτιση σε θέματα δικαιωμάτων ΑμεΑ

1. Τα διοικητικά όργανα και οι αρχές ενημερώνουν και ευαισθητοποιούν το προσωπικό, τους συναλλασσόμενους και τους αποδέκτες των υπηρεσιών τους σχετικά με τα δικαιώματα των ΑμεΑ και τον καθολικό σχεδίασμά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, ύστερα από δημόσια διαβούλευση με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ, εξειδικεύονται οι τρόποι ενημέρωσης, τα εργαλεία και τα μέσα ευαισθητοποίησης, καθώς και το περιεχόμενο των παρεμβάσεων για την υλοποίηση του περιεχομένου της παρούσας παραγράφου.

2. Προς το σκοπό της εκπαίδευσης φοιτητών, σπουδαστών αλλά και της κατάρτισης δικαστικών λειτουργών και στελεχών του δημόσιου τομέα σε θέματα δικαιωμάτων και ίσης μεταχείρισης των ΑμεΑ, τα Πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ, το Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας μεριμνούν για τη συμπερίληψη στα προγράμματα σπουδών και στα επιμορφωτικά τους σεμινάρια εκπαιδευτικών ενοτήτων που αφορούν στα δικαιώματα των ΑμεΑ, όπως αυτά απορρέουν από τη Σύμβαση. Με αποφάσεις των οικείων Υπουργών, σε συνεργασία με το Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και το Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 72, ρυθμίζονται οι επιμέρους θεματικές ενότητες, το περιεχόμενο των εκπαιδευτικών ενοτήτων, καθώς και κάθε άλλο θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα.


Άρθρο 69 Μη διάκριση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και στις οπτικοακουστικές δραστηριότητες

1. Τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά, προωθούν την εμπέδωση και τον σεβασμό της αρχής της μη διάκρισης. Για τον σκοπό αυτό, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) στους Κώδικες Δεοντολογίας Ειδησεογραφικών Εκπομπών, Διαφημίσεων και Ψυχαγωγικών Προγραμμάτων που καταρτίζει οφείλει να συμπεριλαμβάνει ρυθμίσεις που αποβλέπουν στην πραγμάτωση της αρχής της μη διάκρισης λόγω αναπηρίας, στην ανάπτυξη ενός πλουραλιστικού διαλόγου για τα προβλήματα των ΑμεΑ και την προαγωγή της ουσιαστικής ισότητας μεταξύ ατόμων με και χωρίς αναπηρία.

2. Οι πάροχοι υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης και επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένου και του διαδικτύου, υποχρεούνται να αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες, όπως ομιλούσες ιστοσελίδες, υποτιτλισμό, ακουστική περιγραφή, διερμηνεία νοηματικής, προκειμένου να διασφαλίσουν την πρόσβαση των ΑμεΑ σε αυτά. Με απόφαση του Υπουργού Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης καθορίζονται τα μέσα, η διαδικασία καθώς και κάθε άλλο θέμα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.



Άρθρο 70 Νομοπαραγωνική διαδικασία, ανάλυση συνεπειών ρυθμίσεων και παραγωγή επίσημων στατιστικών για τα Αμε A

1. Κατά το στάδιο της νομοπαραγωγικής διαδικασίας τα αρμόδια όργανα συνεκτιμούν τα δικαιώματα των ΑμεΑ, όπως αυτά περιγράφονται στη Σύμβαση και κατά τη διάρκεια της κατάρτισης σχεδίων νόμου συνεργάζονται με το Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και με το Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 72 και τελούν σε διαβούλευση με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ.

2. Στην ανάλυση συνεπειών ρυθμίσεων που συνοδεύει κάθε σχέδιο νόμου, προσθήκη ή τροπολογία, καθώς και κανονιστικές αποφάσεις μείζονος οικονομικής ή κοινωνικής σημασίας συμπεριλαμβάνεται ειδική ενότητα τεκμηρίωσης της συμβατότητας των προτεινόμενων ρυθμίσεων με τη Σύμβαση, καθώς και των ειδικών συνεπειών των προτεινόμενων ρυθμίσεων στα ΑμεΑ.

3. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή και οι υπηρεσίες και φορείς που περιλαμβάνονται στο Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα αναπτύσσουν, παράγουν και διαδίδουν σύμφωνα με τις αρχές του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος και την κείμενη νομοθεσία επίσημες στατιστικές σχετικά με τα ΑμεΑ καθώς και με τα εμπόδια που αυτά αντιμετωπίζουν κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ



Άρθρο 71 Αρμοδιότητα για τα Δικαιώματα των ΑμεΑ - Συντονιστικός Μηχανισμός στην Κυβέρνηση

1. Ο Υπουργός Επικράτειας, αρμόδιος για τη συνοχή του κυβερνητικού έργου, ορίζεται ως Συντονιστικός Μηχανισμός σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 33 της Σύμβασης. Στην αρμοδιότητά του ανήκουν ειδικότερα:

α) Η παρακολούθηση θεμάτων που αφορούν στα δικαιώματα των ΑμεΑ,

β) ο συντονισμός των αρμόδιων Υπουργείων για τη χάραξη και την εφαρμογή δημόσιων πολιτικών που προάγουν τα δικαιώματα των ΑμεΑ,

γ) η συνεργασία με το Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 72,

δ) ο συντονισμός και η παρακολούθηση του έργου των συναρμόδιων Υπουργείων για την εφαρμογή της Σύμβασης στον ιδιωτικό τομέα,

ε) οι αρμοδιότητες που καθορίζονται από τη Σύμβαση και το Πρωτόκολλο σε σχέση με την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης.

2. Με απόφαση του Πρωθυπουργού και εφόσον δεν υπάρχει Υπουργός Επικράτειας με αρμοδιότητα τη συνοχή του κυβερνητικού έργου, μπορεί η αρμοδιότητα του παρόντος άρθρου να ανατίθεται σε άλλον Υπουργό.

3. Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Επικράτειας της παραγράφου 1, μπορεί να συνιστώνται στο γραφείο του ως άνω Υπουργού μέχρι δύο (2) θέσεις μετακλητών διοικητικών υπαλλήλων ή ειδικών συνεργατών εξειδικευμένων σε θέματα αναπηρίας.


Άρθρο 72 Ορισμός Κεντρικού Σημείου Αναφοράς για την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης

1. Η Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ορίζεται ως Κεντρικό Σημείο Αναφοράς για θέματα σχετιζόμενα με την εφαρμογή της Σύμβασης.

2. Στην αρμοδιότητα του Κεντρικού Σημείου Αναφοράς ανήκει:

α) Η υποδοχή και ο χειρισμός ζητημάτων που άπτονται της εφαρμογής της Σύμβασης σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο,

β) η συνεργασία με τα Επιμέρους Σημεία Αναφοράς του άρθρου 73,

γ) η διασύνδεση με το Πλαίσιο Προαγωγής της Σύμβασης του άρθρου 74,

δ) η διαβούλευση με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων, οργανωμένες ή μη που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ,

ε) η παροχή ενημέρωσης και κατευθύνσεων για θέματα σχετικά με τα δικαιώματα των ΑμεΑ,

στ) η εκπόνηση και υποβολή στη Βουλή Εθνικού Σχεδίου Δράσης για τα ΑμεΑ, καθώς και η σύνταξη και υποβολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή των εκθέσεων του άρθρου 35 της Σύμβασης.

Άρθρα 73 Ορισμός Επιμέρους Σημείων Αναφοράς για την παρακολούθηση εφαρμογής της Σύμβασης ανά τομέα κυβερνητικής αρμοδιότητας

1. Με απόφαση των οικείων Υπουργών ορίζεται σε κάθε Υπουργείο ο Γενικός ή Διοικητικός Γραμματέας ως Σημείο Αναφοράς για την παρακολούθηση υλοποίησης των υιοθετούμενων κατ' εφαρμογή της Σύμβασης δημόσιων πολιτικών στα οικεία Υπουργεία και στους εποπτευόμενους από αυτά φορείς, την προώθηση στο Κεντρικό Σημείο Αναφοράς του άρθρου 72 προτάσεων και νομοθετικών ρυθμίσεων βέλτιστης εφαρμογής της Σύμβασης, τη σύνταξη ετήσιων εκθέσεων προόδου και την προώθηση δημόσιας διαβούλευσης για τα ως άνω θέματα.

2. Με απόφαση του Γενικού ή Διοικητικού Γραμματέα οι αρμοδιότητες του Σημείου Αναφοράς μπορεί να μεταβιβασθούν σε οργανική μονάδα επιπέδου Γενικής Διεύθυνσης, Διεύθυνσης ή Τμήματος.


Άρθρο 74 Πλαίσιο για την προαγωγή εφαρμογής της Σύμβασης

1. Για την προώθηση της εφαρμογής της Σύμβασης, κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 33 αυτής, ορίζεται ο Συνήγορος του Πολίτη ως η συνταγματικά κατοχυρωμένη Ανεξάρτητη Αρχή που αποτελεί το Πλαίσιο για την Προαγωγή της εφαρμογής της Σύμβασης (εφεξής Πλαίσιο Προαγωγής).

2. Αποστολή του Πλαισίου Προαγωγής είναι η παρακολούθηση, προαγωγή και προστασία της εφαρμογής της Σύμβασης και των δημόσιων πολιτικών για την προώθηση των δικαιωμάτων των ΑμεΑ. Το Πλαίσιο Προαγωγής μεταξύ άλλων:

α) Εκφράζει γνώμη για τη συμβατότητα των δημοσίων πολιτικών που προωθούνται σε κεντρικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, καθώς και για τη συμβατότητα της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας με το κανονιστικό περιεχόμενο της Σύμβασης,

β) χειρίζεται και διερευνά αναφορές που υποβάλλονται ενώπιον του σε σχέση με την παραβίαση δικαιωμάτων των ΑμεΑ,

γ) αναλαμβάνει δράσεις ευαισθητοποίησης σε θέματα σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση,

δ) εκπονεί μελέτες και έρευνες σχετικά με την υλοποίηση άρθρων της Σύμβασης σε επιμέρους τομείς,

ε) υποβάλλει ετήσια έκθεση με την αξιολόνηση των δημόσιων πολιτικών, της εφαρμογής της κείμενης νομοθεσίας και προτεινόμενα μέτρα αντιμετώπισης ελλείψεων και αναγκών που διαπιστώθηκαν, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων ή τροποποιήσεων,

στ) λαμβάνει κάθε άλλο πρόσφορο για την εξυπηρέτηση της αποστολής του μέτρο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


Άρθρο 75

Όπου προβλέπεται κατ' εξουσιοδότηση του παρόντος μέρους η έκδοση κανονιστικών ή κοινών κανονιστικών πράξεων, αυτή λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη θέση αυτού σε ισχύ.


Άρθρο 76

1. Οι διατάξεις του παρόντος μέρους δεν θίγουν ευνοϊκότερες διατάξεις του εθνικού, κοινοτικού ή διεθνούς δικαίου σχετικές με την υλοποίηση δικαιωμάτων των ΑμεΑ και δεν αποτελούν λόγο περιορισμού του υφιστάμενου επιπέδου παρεχόμενης προστασίας.

2. Το Άρθρο δεύτερο του ν. 4074/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 27 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ΑμεΑ δεν εφαρμόζονται ως προς την εργασία και την απασχόληση στις ένοπλες δυνάμεις καθόσον αφορά σε διαφορετική μεταχείριση λόγω αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης σχετικής με την Υπηρεσία, όπως προβλέπεται στη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 4443/2016 (Α'232)».

3. Το Άρθρο τρίτο του ν. 4074/2012 καταργείται.

4. Η έκδοση του προβλεπόμενου στο Άρθρο 24 του ν. 4443/2016 (Α' 232) Προεδρικού Διατάγματος για την επέκταση της προστασίας που παρέχεται για διακρίσεις μεταξύ άλλων λόγω αναπηρίας ή χρόνιας πάθησης και στους τομείς της κοινωνικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και της υγειονομικής περίθαλψης, των κοινωνικών παροχών και φορολογικών διευκολύνσεων, της εκπαίδευσης και της πρόσβασης στη διάθεση και παροχή αγαθών και υπηρεσιών που διατίθενται συναλλακτικά στο κοινό, συμπεριλαμβανομένης και της στέγης, λαμβάνει χώρα σε συνεργασία με το Συντονιστικό Μηχανισμό του άρθρου 71 και ύστερα από διαβούλευση με αναγνωρισμένες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του αναπηρικού κινήματος, με άτομα και με ομάδες ατόμων, οργανωμένες ή μη που έχουν εύλογο ενδιαφέρον για τα δικαιώματα των ΑμεΑ, το αργότερο εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

5. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη ή ρυθμίζει διαφορετικά τα προβλεπόμενα με τις διατάξεις του παρόντος θέματα.

ΜΕΡΟΣ Ε' ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ» ( ΣΚΛΕ)


Άρθρο 77 Έδρα - Περιφερειακά Τμήματα

1. Το ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος» (ΣΚΛΕ) εδρεύει στην Αθήνα και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.

2. Περιφερειακά Τμήματα (ΠΤ) του ΣΚΛΕ δύνανται να ιδρύονται σε κάθε Περιφέρεια του άρθρου 3 του ν. 3852/2010 (Α'87). Ως έδρα των ΠΤ ορίζεται η πρωτεύουσα του Νομού που ανήκει στην οικεία Περιφέρεια και έχει τα περισσότερα μέλη. Ειδικώς το ΠΤ Νοτίου Αιγαίου θα έχει έδρα την Ρόδο.


Άρθρο 78 Ίδρυση Περιφερειακών Τμημάτων

1. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος τα Περιφερειακά Τμήματα (ΠΤ) ιδρύονται με απόφαση της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής. Μετά την ανάδειξη του πρώτου Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) η ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των ΠΤ ενεργείται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (ΓΣ). Με την απόφαση ίδρυσης, κατάργησης και συγχώνευσης των ΠΤ προσδιορίζεται η έδρα και η τοπική αρμοδιότητα εκάστου ΠΤ με γνώμονα τον Νομό όπου ασκεί κάθε μέλος του ΣΚΛΕ το επάγγελμα.

2. Με την απόφαση ίδρυσης νέου ΠΤ ορίζεται η αντίστοιχη Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή (ΠΔΕ). Η ΠΔΕ είναι τριμελής και υποχρεούται εντός τριών (3) μηνών από τον ορισμό της να εγγράφει στο μητρώο του οικείου ΠΤ τους κοινωνικούς λειτουργούς που υπάγονται στην τοπική του αρμοδιότητα. Εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επομένη της εκπνοής της τρίμηνης προθεσμίας για την εγγραφή των μελών, υποχρεούται να συγκαλέσει ΓΣ για την εκλογή της αιρετής διοίκησης του Περιφερειακού Τμήματος. Η θητεία ειδικώς της πρώτης αιρετής διοίκησης νεοϊδρυθέντος ΠΤ λήγει με την πάροδο της τριετούς θητείας του τρέχοντος ΔΣ.

3. Για τη λειτουργία τους τα ΠΤ επιχορηγούνται από το ΣΚΛΕ ετησίως. Για την καταβολή της ετήσιας επιχορήγησης τους τα ΠΤ αποστέλλουν στο ΣΚΛΕ κατά τους πρώτους δύο (2) μήνες κάθε έτος: α) προτεινόμενο Προϋπολογισμό και β) Ετήσιο Σχέδιο Δράσης. Το ύφος της επιχορήγησης καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ.

4. Για τη αντιμετώπιση εκτάκτων γεγονότων ή την υλοποίηση ειδικών δράσεων με απόφαση του ΔΣ είναι δυνατή και η έκτακτη επιχορήγηση τους.



Άρθρο 79 Μέλη

1. Τα μέλη του Συνδέσμου διακρίνονται σε τακτικά και επίτιμα, πάρεδρα και έκτακτα.

2. Τακτικά μέλη του ΣΚΛΕ είναι υποχρεωτικά όλοι οι κοινωνικοί λειτουρνοί που είναι απόφοιτοι: α) Τμημάτων Κοινωνικής Εργασίας πανεπιστημιακής και τεχνολογικής εκπαίδευσης της ημεδαπής ή του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου της Θράκης με κατεύθυνση Κοινωνικής Εργασίας και β) Σχολών ή τμημάτων της αλλοδαπής, των οποίων τα διπλώματα έχουν αναγνωριστεί ως ισότιμα με τα διπλώματα των ημεδαπών σχολών και τμημάτων.

3. Κοινωνικοί λειτουργοί που δικαιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της Ε.Ε. να ασκούν το επάγγελμα στην Ελλάδα, υποχρεούνται να γίνουν μέλη του ΣΚΛΕ με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις.

4. Επίτιμα μέλη του ΣΚΛΕ είναι πρόσωπα που έχουν συμβάλει στην προαγωγή και την ανάπτυξη του επαγγέλματος του κοινωνικού λειτουργού. Τα επίτιμα μέλη ορίζονται μετά από απόφαση του ΔΣ που λαμβάνεται με πλειοφηφία των δύο τρίτων (2/3) των μελών.

5. Τα τακτικά μέλη, μετά την συνταξιοδότησή τους, μεταπίπτουν σε πάρεδρα μέλη χωρίς δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι και χωρίς υποχρέωση καταβολής εισφοράς. Τα πάρεδρα μέλη δύνανται να μετέχουν σε κάθε μορφής επιστημονικές, κοινωνικές και πάσης άλλης φύσεως δράσεις του Συνδέσμου.

6. Έκτακτα μέλη, χωρίς δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι και χωρίς υποχρέωση καταβολής εισφοράς, δύνανται να γίνονται οι σπουδαστές των αναγνωρισμένων σχολών Κοινωνικής Εργασίας με το πέρας του δεύτερου έτους σπουδών τους. Τα έκτακτα μέλη δύνανται να παρευρίσκονται στις ΓΣ και να μετέχουν σε επιστημονικές ή κοινωνικές δράσεις του Συνδέσμου.

7. Παύουν να είναι μέλη του ΣΚΛΕ όσοι τους ανακλήθηκε, ακυρώθηκε, καταρνήθηκε η άδεια άσκησης επαγγέλματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 23/1992 (Α1 6), καθώς και όσοι τους επιβάλλεται η πειθαρχική ποινή της προσωρινής διαγραφής, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί αυτή, και της οριστικής διαγραφής.


Άρθρο 80 Εγγραφή - Συνδρομή

1. Κάθε κοινωνικός λειτουργός υποχρεούται να υποβάλλει αίτηση εγγραφής -δήλωση στον ΣΚΛΕ με τα εξής στοιχεία: ονοματεπώνυμο, αριθμό αστυνομικής ταυτότητας, όνομα πατέρα, όνομα μητέρας, ΑΦΜ, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας, εργασιακή κατάσταση, φορέα απασχόλησης, στοιχεία απασχόλησης, στοιχεία εκπαίδευσης εγγραφής στο ΣΚΛΕ. Η αίτηση εγγραφής συνοδεύεται από δύο (2) φωτογραφίες του αιτούντος και επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του τίτλου σπουδών του. Για την εγγραφή απαιτείται η εφάπαξ καταβολή ποσού είκοσι πέντε (25,00) ευρώ. Για κάθε εγγραφή τηρείται στο ΣΚΛΕ ατομικός ηλεκτρονικός φάκελος.

2. Κάθε κοινωνικός λειτουργός υποχρεούται, έως το τέλος Φεβρουάριου κάθε χρόνου, να υποβάλει στο ΣΚΛΕ, δήλωση με τα εξής στοιχεία: όνομα, επώνυμο, όνομα πατέρα, όνομα μητέρας, τόπο γέννησης, ιθαγένεια, διεύθυνση κατοικίας και εργασίας. Μαζί με τη δήλωση υποχρεούται να υποβάλει αντίγραφο της Αδειας Ασκησης Επαγγέλματος Κοινωνικού Λειτουργού και δήλωση πραγματικής άσκησης του επαγγέλματος. Το έντυπο της δήλωσης αναρτάται στην ιστοσελίδα του Συνδέσμου. Το ΔΣ του Συνδέσμου μπορεί με απόφαση του να τροποποιήσει τη μορφή της δήλωσης. Η δήλωση καταχωρείται στο ηλεκτρονικό μητρώο του ΣΚΛΕ και τον ατομικό φάκελο του κοινωνικού λειτουργού. Η ετήσια εισφορά κάθε κοινωνικού λειτουργού στον ΣΚΛΕ ορίζεται στα είκοσι πέντε (25) ευρώ και καταβάλλεται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ μέχρι το τέλος Φεβρουάριου εκάστου έτους. Τα επίτιμα μέλη δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν τα ποσά της ετήσιας εισφοράς και της εγγραφής. Άνεργοι κοινωνικοί λειτουργοί θεωρείται ότι είναι οικονομικά τακτοποιημένοι με την προσκόμιση Βεβαίωσης Ανεργίας του ΟΑΕΔ.

3. Τα ποσά της ετήσιας εισφοράς και της εγγραφής μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της ΓΣ του ΣΚΛΕ, που λαμβάνεται με πλειοφηφία των δυο τρίτων (2/3) των μελών του. Εντός μηνός από την εγγραφή μελών στα ΠΤ, τα Περιφερειακά Συμβούλια των ΠΤ υποχρεούνται να αποστείλουν τις αιτήσεις εγγραφής, ετήσιες δηλώσεις και τα ποσά που έχουν καταβληθεί για την εγγραφή και την ετήσια εισφορά, με σκοπό την τήρηση Ενιαίου Μητρώου Κοινωνικών Λειτουργών. Σε κάθε κοινωνικό λειτουργό που υποβάλλει εμπρόθεσμα τη δήλωση και καταβάλλει την ετήσια συνδρομή, χορηγείται δελτίο ταυτότητας, που ισχύει μέχρι το τέλος Φεβρουάριου του επόμενου έτους. Το δελτίο υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του ΣΚΛΕ. Η υποβολή εκπρόθεσμης ή ανειλικρινούς δήλωσης αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

4. Κάθε κοινωνικός λειτουργός που απασχολείται ως ελεύθερος επαγγελματίας αναρτά στην είσοδο του καταστήματος βεβαίωση με την ένδειξη «Νόμιμος Χώρος Παροχής Κοινωνικής Εργασίας», που χορηγείται από το ΣΚΛΕ και αναφέρει τον αριθμό μητρώου του μέλους. Η βεβαίωση ισχύει μέχρι το τέλος του μηνός Φεβρουάριου του επόμενου έτους, οπότε και ανανεώνεται με την καταβολή της ετήσιας εισφοράς.


Άρθρο 81 Πόροι

1. Πόροι του Συνδέσμου είναι:

α) Τα έσοδα από την εγγραφή νέων μελών.

β) Η ετήσια εισφορά των τακτικών μελών.

γ) Τα δικαιώματα από την έκδοση πιστοποιητικών και βεβαιώσεων.

δ) Τυχόν έκτακτες εισφορές των τακτικών μελών, μετά από απόφαση του ΔΣ, που λαμβάνεται με πλειοφηφία δύο τρίτων (2/3) των μελών του και επικυρώνεται από την Συνέλευση των Αντιπροσώπων.

ε) Επιχορηγήσεις, από φυσικά ή νομικά πρόσωπα,

στ) Δωρεές ή κληροδοτήματα.

ζ) Έσοδα από την υλοποίηση προγραμμάτων, με εθνική ή κοινοτική χρηματοδότηση,

η) Έσοδα από την πραγματοποίηση εκδηλώσεων.

θ) Έσοδα από τις διαφημιστικές καταχωρήσεις στο περιοδικό, τα ενημερωτικά έντυπα και την ιστοσελίδα του Συνδέσμου.

ι) Κάθε ποσό που εισπράττεται από το Σύνδεσμο για νόμιμη αιτία και προκειμένου να προαχθούν οι καταστατικοί σκοποί του.

2. Η οικονομική διαχείριση του Συνδέσμου διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (Α' 204).

Άρθρο 82 Όργανα Διοίκησης

1. Ο ΣΚΛΕ διαρθρώνεται σε Κεντρική Διοίκηση και Περιφερειακά Τμήματα (ΠΤ).

2. Τα όργανα διοίκησης του ΣΚΛΕ είναι η Γενική Συνέλευση (ΓΣ) και το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ). Στο Σύνδεσμο λειτουργεί Πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή και Συνέλευση Προέδρων.

3. Όργανα διοίκησης κάθε ΠΤ είναι η Περιφερειακή Συνέλευση και το Περιφερειακό Συμβούλιο.

4. Η θητεία των μελών του ΔΣ, και των Περιφερειακών Συμβουλίων, είναι τριετής.


Άρθρο 83 Γενική Συνέλευση

1. Η ΓΣ αποτελείται από το σύνολο των οικονομικώς τακτοποιημένων μελών του ΣΚΛΕ.

2. Η ΓΣ είναι το ανώτατο όργανο και εξασφαλίζει την συμμετοχή όλων των μελών στη λήψη αποφάσεων. Η ΓΣ αποφασίζει για κάθε θέμα που ανάγεται στους σκοπούς της, ιδίως, δε, ελέγχει τις πράξεις του ΔΣ, εγκρίνει τον ετήσιο προϋπολογισμό και απολογισμό του ΣΚΛΕ, εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του ΣΚΛΕ. Οι αποφάσεις της ΓΣ υπερισχύουν πάντοτε των αποφάσεων του ΔΣ, των Περιφερειακών Συμβουλίων και των Περιφερειακών Γενικών Συνελεύσεων.

3. Η ΓΣ βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται τουλάχιστον τα μισά εκ των οικονομικώς τακτοποιημένων μελών της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ημέρα της επόμενης εβδομάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν παρίσταται το ήμισυ του οριζόμενου στο προηγούμενο εδάφιο αριθμού μελών.

4. Η ΓΣ συνέρχεται τακτικά μία (1) φορά κάθε έτος, εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους και εκτάκτως, εφόσον κρίνεται αυτό αναγκαίο από το ΔΣ ή εάν αυτό ζητείται από το ένα τρίτο (1/3) των μελών της, με έγγραφη αίτηση που υποβάλλεται στο ΔΣ και στην οποία αναγράφονται τα θέματα που πρέπει να συζητηθούν.

5. Τη σύγκληση της ΓΣ αποφασίζει το ΔΣ. Τα μέλη της ΓΣ προσκαλούνται από τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του ΣΚΛΕ, με ατομικές προσκλήσεις που αποστέλλονται ταχυδρομικώς ή ηλεκτρονικώς ή με τηλεομοιοτυπία ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, όπως ανάρτηση στην ιστοσελίδα του ΣΚΛΕ, το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Στις προσκλήσεις ορίζεται ο τόπος, ο χρόνος και η ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης. Εκτός από τα θέματα που αναγράφονται στην πρόσκληση, μπορεί να συζητηθεί και άλλο θέμα, εφόσον προταθεί και γίνει δεκτό από την πλειοψηφία των παρόντων κατά τη συνεδρίαση μελών.

6. Οι αποφάσεις της ΓΣ λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας, δεν λαμβάνεται απόφαση.

7. Η ψηφοφορία για κάθε προσωπικό θέμα ή για την εκλογή προσώπου είναι μυστική.

8. Στην έναρξη κάθε συνεδρίασης η ΓΣ εκλέγει Πρόεδρο και δύο (2) Γραμματείς.

9. Στις συνεδριάσεις της ΓΣ τηρούνται Πρακτικά από του δύο Γραμματείς, τα οποία υπογράφονται και σφραγίζονται από τον Πρόεδρο της ΓΣ, καθώς και από τον Πρόεδρο και τον Γενικό Γραμματέα του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 84 Ημερήσια Διάταξη Γενικής Συνέλευσης

1. Η ημερήσια διάταξη της ΓΣ περιέχει υποχρεωτικά τα εξής θέματα: α) απολογισμό των πεπραγμένων του έτους, β) έγκριση προϋπολογισμού και απολογισμού ύστερα από ανακοίνωση της Έκθεσης της Εξελεγκτικής Επιτροπής, γ) προτάσεις για τον προϋπολογισμό και το πρόγραμμα δράσης. Στην ημερήσια διάταξη συμπεριλαμβάνεται και κάθε άλλο ζήτημα που ορίζεται από το ΔΣ στην πρόσκληση. Ειδικά στη ΓΣ του έτους των αρχαιρεσιών εκλέγεται η Εφορευτική Επιτροπή που θα τις διενεργήσει.

2. Το ΔΣ διατηρεί τη δυνατότητα να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο κρίνει αναγκαίο προκειμένου να εκφέρει γνώμη επί θεμάτων της ημερήσιας διάταξης.


Άρθρο 85 Διοικητικό Συμβούλιο ΣΚΛΕ

1. Το ΔΣ του ΣΚΛΕ αποτελείται από δέκα τρία (13) μέλη, που εκλέγονται από τα οικονομικά τακτοποιημένα μέλη με τριετή θητεία. Μέσα σε επτά (7) ημέρες από τη διεξαγωγή των εκλογών, ο πλειοψηφήσας σύμβουλος του πλειοψηφήσαντος συνδυασμού και σε περίπτωση ισοφηφίας το αρχαιότερο μέλος βάσει του χρόνου εγγραφής στο Μητρώο του Περιφερειακού Τμήματος που ανήκει, καλεί τους συμβούλους που έχουν εκλεγεί προς εκλογή Προέδρου, Αντιπροέδρου Α' και Β’, Γενικού Γραμματέα, Οργανωτικού Γραμματέα, Ταμία, Υπευθύνου Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων και Υπευθύνου Δημοσίων Σχέσεων. Η εκλογή γίνεται με μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία των παριστάμενων μελών. Αν δεν  επιτευχθεί απόλυτη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται μεταξύ των δύο (2) πρώτων και εκλέγεται αυτός που έλαβε τις περισσότερες ψήφους.

2. Το ΔΣ συγκαλείται από τον Πρόεδρο του και σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του Προέδρου από τον Αντιπρόεδρο Α' ή οποιοδήποτε άλλο μέλος. Ο Πρόεδρος υποχρεούται να συγκαλέσει το ΔΣ μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, εφόσον αυτό ζητηθεί από έξι (6) τουλάχιστον μέλη.

3. Το ΔΣ συνεδριάζει τακτικώς τουλάχιστον δύο (2) φορές το μήνα και εκτάκτως όποτε κρίνεται αναγκαίο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος.

4. Το ΔΣ βρίσκεται σε απαρτία εάν παρίστανται επτά (7) τουλάχιστον από τα μέλη του και λαμβάνει αποφάσεις με πλειοψηφία των παρόντων. Προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων οι αποφάσεις λαμβάνονται με μυστική ψηφοφορία. Σε περίπτωση ισοψηφίας, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται και σε περίπτωση δεύτερης ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Για τη συνεδρίαση του ΔΣ τηρούνται πρακτικά που υπογράφονται από όλους όσοι παρίστανται.


Άρθρο 86 Αρμοδιότητες Διοικητικού Συμβουλίου

1. Το ΔΣ έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες:

α) Διοικεί τον ΣΚΛΕ, συγκαλεί την ΓΣ και εκτελεί τις αποφάσεις της.

β) Αποφασίζει για κάθε θέμα που ανατίθεται σε αυτό από την ΓΣ.

γ) Εποπτεύει και συντονίζει τις ενέργειες των ΠΤ.

δ) Καταρτίζει τον προϋπολογισμό κι απολογισμό.

ε) Αποφασίζει για την ίδρυση, κατάργηση και συγχώνευση των ΠΤ.

στ) Διοργανώνει κάθε χρόνο συνέδρια.

ζ) Συστήνει επιτροπές με συγκεκριμένο έργο.

η) Εκδίδει περιοδικό, το οποίο αποστέλλεται έντυπα ή/και ηλεκτρονικά σε όλα τα μέλη του ΣΚΛΕ.

θ) Συνεργάζεται με φορείς στην Ελλάδα ή/και το εξωτερικό για θέματα που αφορούν τα μέλη του ΣΚΛΕ.

ι) Αποφασίζει για την προσχώρηση ή αποχώρηση του ΣΚΛΕ από άλλους συλλογικούς φορείς, όπως Συνδέσμους, Ενώσεις, Οργανώσεις με συναφείς σκοπούς και δράσεις.

ια) Δύναται να συγκαλεί σε κοινή σύσκεψη τους Προέδρους των ΠΤ, οι οποίοι υποχρεούνται να παραστούν. Τα πορίσματα των συσκέψεων αυτών αξιολογούνται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ.

ιβ) Δύναται να συστήνει επιτροπές εργασίας για την προώθηση των σκοπών του. Οι επιτροπές έχουν ως αντικείμενο την έρευνα και μελέτη των προβλημάτων της αρμοδιότητάς τους και συνεπικουρούν το έργο του ΔΣ με την διατύπωση εισηγήσεων.

2. Μέλος του ΔΣ που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τέσσερεις (4) συνεχείς τακτικές συνεδριάσεις εκπίπτει αυτοδίκαια από τη θέση του και αντικαθίσταται από τον πρώτο αναπληρωματικό. Μετά από τρεις (3) συνεχείς απουσίες ο Γενικός Γραμματέας του ΔΣ οφείλει να ειδοποιήσει εγγράφως το μέλος του ΔΣ που απούσιαζε για τις συνέπειες της τέταρτης συνεχόμενης απουσίας του.

3. Αν κενωθεί κάποια θέση στο ΔΣ καταλαμβάνεται από τον πρώτο επιλαχόντα του αντίστοιχου συνδυασμού και σε περίπτωση κένωσης θέσεως μεμονωμένου υποψηφίου, από άλλον μεμονωμένο υποψήφιο με τους περισσότερους σταυρούς, ελλείψει, δε, άλλου μεμονωμένου υποψηφίου από τον πρώτο επιλαχόντα του πλειοψηφήσαντος συνδυασμού. Σε περίπτωσης κένωσης τριών (3) θέσεων του ΔΣ, συγκαλείται έκτακτη ΓΣ για την εκλογή των μελών που λείπουν και για τον υπολειπόμενο χρόνο θητείας του τρέχοντος ΔΣ.

5. Ο Πρόεδρος, οι Αντιπρόεδροι, ο Γενικός Γραμματέας, ο Οργανωτικός Γραμματέας, ο Ταμίας, ο Υπεύθυνος Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων και ο Υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα  δικαιούνται άδεια απουσίας από τον αρμόδιο Υπουργό, κατ' ανώτατο όριο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες μηνιαίως, όσο διαρκεί η θητεία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα. Τα άλλα μέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ δικαιούνται άδεια απουσίας εννέα (9) ημερών το μήνα.

6. Οι θέσεις στο ΔΣ είναι τιμητικές και άμισθες. Τα μέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον διαμένουν εκτός Αττικής, δικαιούνται να αποζημιώνονται για τις δαπάνες μετακίνησης και διαμονής τους προκειμένου να παραστούν στις συνεδριάσεις του ΔΣ ή για να εκπροσωπήσουν τον ΣΚΛΕ σε πάσης φύσεως εκδηλώσεις, εφόσον έχουν ειδικώς εξουσιοδοτηθεί προς τούτο από το ΔΣ. Το ύψος της αποζημίωσης καθορίζεται με απόφαση του ΔΣ και η καταβολή της γίνεται από αυτό. Τα μέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, δεν μετατίθενται κατά τη διάρκεια της θητείας τους χωρίς τη συγκατάθεση τους.


Άρθρο 87 Αρμοδιότητες Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου

1. Ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ εκπροσωπεί το φορέα ενώπιον κάθε διοικητικής και δικαστικής αρχής. Συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του ΔΣ, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη μαζί με τον Γενικό Γραμματέα, υπογράφει μαζί με τον Γενικό Γραμματέα την αλληλογραφία, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ή πιστοποιητικό, υπογράφει μαζί με τον Ταμία τα εντάλματα πληρωμών και κάθε έγγραφο που αφορά την κίνηση των κεφαλαίων του ΣΚΛΕ.

2. Ο Πρόεδρος, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο Α', τον οποίο αναπληρώνει σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας ο Αντιπρόεδρος Β'.

3. Ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ δεν μπορεί να είναι συγχρόνως και Πρόεδρος Περιφερειακού Συμβουλίου.

4. Εφόσον ο Πρόεδρος του ΔΣ του ΣΚΛΕ είναι και Πρόεδρος Περιφερειακού Συμβουλίου, επιλέγει μέσα σε τρεις (3) ημέρες το αξίωμα το οποίο επιθυμεί να διατηρήσει. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται ότι παραιτήθηκε από το αξίωμα του Προέδρου του Περιφερειακού Συμβουλίου.


Άρθρο 88 Αρμοδιότητες Αντιπροέδρου Α'

1. Ο Αντιπρόεδρος Α' έχει την ευθύνη για τον συντονισμό και την αποτελεσματική λειτουργία των Επιτροπών Εργασίας, εισηγείται τη συγκρότησή τους και παρουσιάζει τα αποτελέσματα των εργασιών τους στο ΔΣ, έχει την ευθύνη για τη διασύνδεση του ΣΚΛΕ με άλλους φορείς, συλλόγους, οργανώνεις, καθώς και για τη συμμετοχή του ΣΚΛΕ σε Εθνικά δίκτυα.


Άρθρο 89 Αρμοδιότητες Αντιπροέδρου Β'

1. Ο Αντιπρόεδρος Β' έχει την ευθύνη επικοινωνίας με άλλους διεθνείς οργανισμούς ή ομοειδή νομικά πρόσωπα άλλων χωρών και συμμετοχής σε ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα. Στα καθήκοντά του αυτά δύναται να συνεπικουρείται από Επιτροπή μελών. Επιπλέον, έχει την ευθύνη παρακολούθησης του οικονομικού αντικειμένου συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων στη υλοποίηση των οποίων συμμετέχει ο ΣΚΛΕ.


Άρθρο 90 Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα

1. Ο Γενικός Γραμματέας έχει την εποπτεία και την ευθύνη της ομαλής λειτουργίας των υπηρεσιών του ΣΚΛΕ. Τηρεί την αλληλογραφία, είναι υπεύθυνος για το αρχείο, το μητρώο και τη σφραγίδα του, συντάσσει σε συνεργασία με τον Πρόεδρο την ημερήσια διάταξη του ΔΣ και κάθε άλλο έγγραφο. Τηρεί τα πρακτικά του ΔΣ, τα οποία και συνυπογράφει με τον Πρόεδρο, καθώς και πρωτόκολλο εισερχόμενων και εξερχόμενων εγγράφων.

2. Ο Γενικός Γραμματέας, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Γραμματέα.


Άρθρο 91 Αρμοδιότητες Ταμία

1. Ο Ταμίας είναι υπεύθυνος για τη διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ΣΚΛΕ. Φροντίζει για την είσπραξη των ποσών εγγραφής και ετήσιας εισφοράς των μελών, καθώς και για κάθε τακτικό ή έκτακτο έσοδο του ΣΚΛΕ. Τηρεί βιβλίο εσόδων - εξόδων και ενημερώνει το ΔΣ για τα οικονομικά θέματα του ΣΚΛΕ. Ο Ταμίας καταρτίζει τον προϋπολογισμό και τον απολογισμό εσόδων και εξόδων κάθε ημερολογιακού έτους και τον υποβάλλει προς έγκριση στο ΔΣ και στη συνέχεια στη ΓΣ. Τηρεί βιβλίο όπου καταχωρούνται οι εκθέσεις της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

2. Κάθε πληρωμή ενεργείται με ένταλμα που υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα και τον Ταμία. Ο Ταμίας μπορεί να κρατά "εις χείρας" για τις επείγουσες δαπάνες του ΣΚΛΕ ποσό καθοριζόμενο κάθε φορά από το ΔΣ και υποχρεώνεται να καταθέτει κάθε επιπλέον ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που ορίζεται από το ΔΣ.

3. Κάθε είσπραξη για λογαριασμό του ΣΚΛΕ διενεργείται από τον Ταμία ή εντεταλμένο υπάλληλο του ΣΚΛΕ.

4. Ο Ταμίας, όταν κωλύεται ή απουσιάζει, αναπληρώνεται από άλλο μέλος του ΔΣ που ορίζεται ως αναπληρωτής του από αυτό.


Άρθρο 92 Αρμοδιότητες Οργανωτικού Γραμματέα

Ο Οργανωτικός Γραμματέας έχει την ευθύνη επικοινωνίας του ΔΣ με τα Περιφερειακά Τμήματα του ΣΚΛΕ, διεκπεραιώνει την αλληλογραφία με αυτά και ενημερώνει τον Γενικό Γραμματέα για τα θέματα της αρμοδιότητας του. Όταν απουσιάζει η κωλύεται αναπληρώνεται από άλλο μέλος του ΔΣ που ορίζεται από αυτό.


Άρθρο 93 Αρμοδιότητες Υπεύθυνου Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων

Ο Υπεύθυνος Διαδικτύου και Ηλεκτρονικών Εκδόσεων έχει την ευθύνη για τη δημιουργία και συνεχή ανανέωση της ιστοσελίδας του ΝΠΔΔ, τη λειτουργία του ηλεκτρονικού περιοδικού και την παρουσία του ΣΚΛΕ στα μέσα ηλεκτρονικής δικτύωσης.


Άρθρο 94 Αρμοδιότητες Υπεύθυνου Δημοσίων Σχέσεων

Ο Υπεύθυνος Δημοσίων Σχέσεων έχει την ευθύνη για την οργάνωση εκδηλώσεων και ειδικών δράσεων του ΝΠΔΔ. Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας αναπληρώνεται από τον Οργανωτικό Γραμματέα.


Άρθρο 95 Αρμοδιότητες μελών ΔΣ

Τα υπόλοιπα μέλη του ΔΣ του ΣΚΛΕ αναλαμβάνουν συγκεκριμένα καθήκοντα που τους ανατίθενται με απόφαση του ΔΣ και μπορούν να αποτελούν τους συνδέσμους του ΔΣ με τις επιτροπές που λειτουργούν στα πλαίσια του ΝΠΔΔ.


Άρθρο 96 Εξελεγκτική Επιτροπή

1. Στο ΔΣ του ΣΚΛΕ ασκείται έλεγχος νομιμότητας και οικονομικός έλεγχος από πενταμελή Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή, τα τακτικά μέλη της οποίας μαζί με δύο (2) αναπληρωματικά εκλέγονται ταυτόχρονα με την εκλογή του ΔΣ και με ισόχρονη τριετή θητεία.

2. Η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή ενημερώνεται για την έκθεση πεπραγμένων που υποβάλλει στη ΓΣ ο Γραμματέας και ο Ταμίας. Στη συνέχεια συντάσσει τη δική της έκθεση σε ειδική συνεδρία και τη θέτει υπόψη της ΓΣ.

3. Η Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή συνέρχεται τακτικά μια (1) φορά τον χρόνο και προ της τακτικής Γενικής Συνέλευσης και έκτακτα όποτε χρειαστεί. Οι αποφάσεις της λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.


Άρθρο 97 Συνέλευση Προέδρων

1. Η Συνέλευση των Προέδρων αποτελείται από τα μέλη του ΔΣ και τους Προέδρους και ένα (1) μέλος των Περιφερειακών Συμβουλίων των ΠΤ. Το μέλος ορίζεται με απόφαση του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου.

2. Η Συνέλευση των Προέδρων συνεδριάζει στις αρχές Νοεμβρίου εκάστου έτους. Πρόεδρος της Συνέλευσης είναι ο Πρόεδρος του ΔΣ, που έχει την ευθύνη για την σύγκλησή της.

3. Αρμοδιότητα της Συνέλευσης των Προέδρων είναι ο καθορισμός της γενικής πολιτικής του ΣΚΛΕ, η επίλυση προβλημάτων που ανακύπτουν από την λειτουργία των ΠΤ και η παροχή οδηγιών και κατευθύνσεων για την αρμονική συνεργασία μεταξύ ΠΤ και ΔΣ.

4. Η Συνέλευση των Προέδρων βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται τουλάχιστον τα μισά εκ των μελών της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ημέρα της επόμενης εβδομάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν καρίσταται το ήμισυ του οριζόμενου στο προηγούμενο εδάφιο αριθμού μελών. Οι αποφάσεις της Συνέλευσης των Προέδρων λαμβάνονται κατά πλειοψηφία.


Άρθρο 98 Γενική Συνέλευση Περιφερειακού Τμήματος (ΠΤ)

1. Η Γενική Συνέλευση των ΠΤ του ΣΚΛΕ αποτελείται από όλα τα μέλη του ΣΚΛΕ στη συγκεκριμένη Περιφέρεια, που είναι γραμμένα στα μητρώα του αντίστοιχου ΠΤ και έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

2. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος για την εκλογή των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ είναι υποχρεωτική για όλα τα μέλη των ΠΤ.

3. Η Γενική Συνέλευση του ΠΤ έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) Εκλέγει τα μέλη του ΔΣ, της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής και των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

β) Εκλέγει τα μέλη του Περιφερειακού Συμβουλίου και ελέγχει τις πράξεις τους.

γ) Αποφασίζει για κάθε ζήτημα που υποβάλλει σε αυτή το Περιφερειακό Συμβούλιο και ανάγεται στους σκοπούς του ΠΤ ή όταν το ζητά εγγράφως το ένα τρίτο των μελών.

4. Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται τακτικά μέσα σε ένα δίμηνο από τη λήξη του οικονομικού έτους και έκτακτα με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου ή ύστερα από έγγραφη αίτηση του ενός τρίτου (1/3) των μελών. Οι αιτούντες πρέπει να έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις και οφείλουν να παρίστανται κατά τη Γενική Συνέλευση. Τυχόν αδικαιολόγητη απουσία τους από αυτήν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

5. Τα μέλη του ΠΤ καλούνται από τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα με γενική πρόσκληση που αναγράφει κατά σειρά τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, τον τόπο και το χρόνο διεξαγωγής της Γενικής Συνέλευσης. Η πρόσκληση αναρτάται στην  ιστοσελίδα του ΣΚΛΕ και τοιχοκολλάται στα γραφεία του ΠΤ τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ημέρα συνεδρίασης της Γενικής Συνέλευσης.

6. Τα μέλη που προσέρχονται στη Γενική Συνέλευση υπογράφουν σε ιδιαίτερο κατάλογο που τηρείται σε κάθε συνεδρίαση και χρησιμεύει για να βεβαιώνει την απαρτία ή σε ειδικό βιβλίο.

7. Η Γ ενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται σε αυτή τουλάχιστον τα μισά από τα μέλη της. Αν δεν επιτευχθεί απαρτία, η συνεδρίαση αναβάλλεται για την ίδια ημέρα της επόμενης εβδομάδας, οπότε θεωρείται ότι υπάρχει απαρτία εάν παρίσταται το ήμισυ του οριζόμενου στο προηγούμενο εδάφιο αριθμού μελών. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, με εξαίρεση τις αρχαιρεσίες, λαμβάνονται με πλειοψηφία των παρόντων και ανακοινώνονται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ.


Άρθρο 99 Περιφερειακό Συμβούλιο

1. Το Περιφερειακό Συμβούλιο, ανάλογα με τον αριθμό των μελών του ΠΤ αποτελείται:

α) Για ΠΤ που αριθμούν έως διακόσια (200) μέλη, από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα, τον Ταμία και δύο (2) μέλη (5μελές).

β) Για ΠΤ που αριθμούν πάνω από διακόσια ένα (201) μέλη, από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα, τον Αναπληρωτή Γραμματέα, τον Ταμία και δύο (2) μέλη (7μελές).

2. Μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την επικύρωση της εκλογής των μελών του Περιφερειακού Συμβουλίου, ο πλειοφηφήσας υποψήφιος του πλειοφηφήσαντος συνδυασμού ή ο πλειοφηφήσας μεμονωμένος υποψήφιος και, σε περίπτωση ισοψηφίας, ο αρχαιότερος, βάσει του χρόνου εγγραφής στο Μητρώο του ΠΤ όπου ανήκει, καλεί τους συμβούλους που έχουν εκλεγεί προς εκλογή Προέδρου, Αντιπροέδρου, Γενικού Γραμματέα, Αναπληρωτή Γραμματέα και Ταμία. Αυτοί εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία και με απόλυτη πλειοψηφία των παριστάμενων μελών. Αν δεν επιτευχθεί απόλυτη πλειοφηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται μεταξύ των δύο πρώτων και αρκεί σχετική πλειοφηφία για την εκλογή.

3. Το Περιφερειακό Συμβούλιο συγκαλείται από τον Πρόεδρό του. Ο Πρόεδρος υποχρεώνεται να συγκαλέσει το Περιφερειακό Συμβούλιο μέσα σε οκτώ (8) ημέρες, εφόσον αυτό ζητηθεί από δύο τρίτα (2/3) των μελών του.

4. Το Περιφερειακό Συμβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον μια (1) φορά το μήνα και εκτάκτως όποτε κρίνεται αναγκαίο.

5. Το Περιφερειακό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία εάν οι παρόντες είναι περισσότεροι από τους απόντες και λαμβάνει αποφάσεις με πλειοφηφία των παρόντων. Προκειμένου περί προσωπικών ζητημάτων ή περί άλλων σοβαρών θεμάτων, οι αποφάσεις λαμβάνονται με μυστική ψηφοφορία. Σε περίπτωση ισοψηφίας δεν λαμβάνεται απόφαση. Για τη συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά που υπογράφονται από όλους όσοι παρίστανται.

6. Το Περιφερειακό Συμβούλιο έχει τις εξής αρμοδιότητες:

α) Διοικεί το ΠΤ.

β) Εκτελεί τις αποφάσεις της ΓΣ του ΠΤ.

γ) Ενημερώνει για τις δραστηριότητες και τις αποφάσεις του το ΔΣ του ΣΚΛΕ.

δ) Καταρτίζει τον προϋπολογισμό - απολογισμό και το ετήσιο Σχέδιο Δράσης του ΠΤ, που υποβάλλονται προς έγκριση στο ΔΣ.

7. Οι αποφάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου υπόκεινται σε έλεγχο νομιμότητας από τη ΓΣ του ΠΤ και το ΔΣ του ΣΚΛΕ.

8. Μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου που απουσιάζει αδικαιολόγητα επί τρεις (3) συνεχείς τακτικές συνεδριάσεις, εκπίπτει αυτοδίκαια από τη θέση του και αναπληρώνεται από το πρώτο στη σειρά αναπληρωματικό μέλος. Μετά από δύο (2) συνεχείς απουσίες ο Γενικός Γραμματέας του Περιφερειακού Συμβουλίου οφείλει να ειδοποιεί εγγράφως το μέλος που απούσιαζε για τις συνέπειες της τρίτης συνεχόμενης απουσίας του.

9. Οι Πρόεδροι και οι Γενικοί Γραμματείς των Περιφερειακών Συμβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δημόσιου τομέα, λαμβάνουν άδεια απουσίας από την υπηρεσία τους εννέα (9) ημερών το μήνα για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η θητεία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα. Τα άλλα μέλη των Περιφερειακών Συμβουλίων του ΣΚΛΕ δικαιούνται άδεια απουσίας τεσσάρων (4) ημερών το μήνα.

10. Τα μέλη των Περιφερειακών Συμβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον διαμένουν έξω από την έδρα του ΠΤ, δικαιούνται να αποζημιώνονται για τις δαπάνες μετακίνησης και διαμονής, προκειμένου να πάρουν μέρος στις συνεδριάσεις των Περιφερειακών Συμβουλίων. Το ύφος της αποζημίωσης καθορίζεται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ το οποίο είναι αρμόδιο και για την καταβολή της.

11. Τα μέλη των Περιφερειακών Συμβουλίων του ΣΚΛΕ, εφόσον είναι υπάλληλοι του δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα, δεν μετατίθενται κατά τη διάρκεια της θητείας τους, χωρίς τη συγκατάθεση τους.


Άρθρο 100 Αρμοδιότητες Προέδρου Περιφερειακού Συμβουλίου

1. Ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου του ΣΚΛΕ εκπροσωπεί το ΠΤ ενώπιον κάθε διοικητικής ή δικαστικής αρχής. Συγκαλεί και διευθύνει τις συνεδριάσεις του Περιφερειακού Συμβουλίου και τη ΓΣ του ΠΤ, εισάγει στο ΔΣ την ετήσια έκθεση πεπραγμένων του Περιφερειακού Συμβουλίου, υπογράφει μαζί με τον Γενικό Γραμματέα την αλληλογραφία, καθώς και κάθε άλλο έγγραφο ή πιστοποιητικό, υπογράφει μαζί με τον Ταμία τα εντάλματα των πληρωμών και κάθε έγγραφο που αφορά την κίνηση των κεφαλαίων του ΠΤ του ΣΚΛΕ.

2. Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας, ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο ή από άλλο μέλος του ΔΣ που ορίζεται με απόφαση του.


Άρθρο 101 Αρμοδιότητες Γενικού Γραμματέα Περιφερειακού Συμβουλίου

1. Ο Γενικός Γραμματέας έχει την εποπτεία και την ευθύνη της ομαλής λειτουργίας των υπηρεσιών του ΠΤ του ΣΚΛΕ. Τηρεί την αλληλογραφία, είναι υπεύθυνος για το αρχείο, το μητρώο και τη σφραγίδα της, συντάσσει την ετήσια έκθεση πεπραγμένων των Περιφερειακών Συμβουλίων του ΣΚΛΕ, την οποία υποβάλλει στον Πρόεδρο μαζί με κάθε άλλο έγγραφο. Τηρεί τα πρακτικά των Περιφερειακών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων των ΠΤ, τα οποία συνυπογράφει με τους Προέδρους και το πρωτόκολλο εισερχομένων και εξερχόμενων εγγράφων.

2. Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας ο Γενικός Γραμματέας αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Γραμματέα και ελλείψει τούτου από άλλο μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου που ορίζεται από αυτό.


Άρθρο 102 Αρμοδιότητες Ταμία Περιφερειακού Συμβουλίου

1. Ο Ταμίας μετά από απόφαση του ΔΣ είναι υπεύθυνος για την εν γένει διαχείριση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ΠΤ. Τηρεί βιβλίο εσόδων - εξόδων και ενημερώνει το Περιφερειακό Συμβούλιο για τα οικονομικά θέματα. Ο Ταμίας συντάσσει τον απολογισμό εσόδων και εξόδων κάθε ημερολογιακού έτους και τον υποβάλλει προς κατάρτιση στο Περιφερειακό Συμβούλιο και στη συνέχεια προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του ΠΤ. Επίσης καταθέτει τον απολογισμό και προϋπολογισμό στο ΔΣ του ΣΚΛΕ. Τηρεί βιβλίο όπου καταχωρούνται οι εκθέσεις της Εξελεγκτικής Επιτροπής.

2. Κάθε πληρωμή γίνεται με ένταλμα που υπογράφεται από τον Πρόεδρο, τον Γενικό Γραμματέα και τον Ταμία. Ο Ταμίας μπορεί να κρατά "εις χείρας" για τις επείγουσες δαπάνες του ΠΤ του ΣΚΛΕ ποσό καθοριζόμενο κάθε φορά από το Περιφερειακό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να καταθέτει κάθε επιπλέον ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό που ορίζεται από το Περιφερειακό Συμβούλιο.

3. Κάθε είσπραξη για λογαριασμό του ΠΤ του ΣΚΛΕ διενεργείται από τον Ταμία ή εντεταλμένο υπάλληλο του ΠΤ.

4. Όταν ο Ταμίας κωλύεται ή απουσιάζει αναπληρώνεται από άλλο μέλος του Περιφερειακού Συμβουλίου που ορίζεται από αυτό.


Άρθρο 103 Επιτροπές - Τομείς κατά ειδικότητα

Το ΔΣ του ΣΚΛΕ και τα Περιφερειακά Συμβούλια έχουν το δικαίωμα να καταρτίζουν επιτροπές αποτελούμενες από ένα (1) μέλος αυτών ως Πρόεδρο και δύο (2) ή περισσότερα μέλη. Οι επιτροπές αυτές καταρτίζονται για συγκεκριμένο έργο ή συγκεκριμένη περίοδο, προκειμένου να συμβάλλουν στη μελέτη και επίλυση ειδικής φύσεως υφιστάμενων ή εκτάκτως εμφανιζόμενων στον ΣΚΛΕ θεμάτων, απαρτίζονται δε από μέλη που έχουν ειδικότητα που σχετίζεται προς τα υπό μελέτη θέματα. Το ΔΣ και τα Περιφερειακά Συμβούλια μπορεί να συνεδριάζουν από κοινού με την επιτροπή για την καλύτερη ενημέρωση τους επί του υπό κρίση θέματος. Με τις αυτές διαδικασίες μπορούν να δημιουργούνται ομάδες εργασίας ή ερευνητικές ομάδες με συγκεκριμένο σκοπό, όπως η εκπόνηση μίας ερευνητικής μελέτης.


Άρθρο 104 Εκλογική Διαδικασία

1. Τα μέλη του ΔΣ, της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής και των Πειθαρχικών Συμβουλίων εκλέγονται ανά τριετία από τη ΓΣ του ΣΚΛΕ με καθολική, μυστική ψηφοφορία. Τα Περιφερειακά Συμβούλια εκλέγονται ανά τριετία από τη Γενική Συνέλευση εκάστου ΠΤ με καθολική, μυστική ψηφοφορία.  Ειδικά κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος, η θητεία των πρώτων αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ λήγει το πρώτο δεκαπενθήμερο του έτους κατά το οποίο συμπληρώνεται η τριετής θητεία τους.

2. Στη Γενική Τακτική Συνέλευση του τρίτου χρόνου θητείας του ΔΣ, μετά τη συζήτηση των θεμάτων της ημερησίας διάταξης, εκλέγεται η Κεντρική Εφορευτική Επιτροπή (ΚΕΕ) με την παρουσία αντιπροσώπου της δικαστικής αρχής, με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, με μυστικότητα, με τη μέριμνα της ψηφολεκτικής τριμελούς επιτροπής, η οποία εκλέγεται από τα μέλη της ΓΣ με «ανάταση της χειρός». Ταυτόχρονα ορίζεται η μέρα των αρχαιρεσιών. Σε πέντε (5) ημέρες από την εκλογή της , η Εφορευτική Επιτροπή συνέρχεται. Πρόεδρος της είναι ο αντιπρόσωπος της δικαστικής αρχής.

3. Η ΚΕΕ είναι το κεντρικό όργανο εποπτείας στη διενέργεια των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ. Αποτελείται από πέντε (5) τακτικά μέλη, εκ των οποίων τα τέσσερα (4) μαζί με τα αναπληρωματικά τους είναι τακτικά μέλη του ΣΚΛΕ, ενώ το πέμπτο και το αναπληρωματικό του μέλος είναι Πρωτόδικης των Πολιτικών Δικαστηρίων, ο οποίος ορίζεται Πρόεδρος, κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης στο οικείο Πρωτοδικείο. Υποψήφιοι για την ΚΕΕ δύνανται να είναι όλα τα οικονομικώς τακτοποιημένα μέλη του ΣΚΛΕ. Τα μέλη της ΚΕΕ δεν μπορεί να είναι και υποψήφιοι στην εκλογική διαδικασία που εποπτεύουν. Για τη διενέργεια των εκλογών στα ΠΤ εκλέγονται ανά ΠΤ Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές με την ίδια διαδικασία από τις οικείες περιφερειακές Γενικές Συνελεύσεις. Οι Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές δύνανται να λειτουργούν ακόμη και μόνον με την παρουσία των Προέδρων τους.

4. Οι εκλογές για την ανάδειξη όλων των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ, κεντρικών και περιφερειακών, διεξάγονται την ίδια ημέρα.

5. Οι υποψηφιότητες για όλα τα αιρετά όργανα του ΣΚΛΕ υποβάλλονται το αργότερο είκοσι (20) ημέρες πριν από τις εκλογές, γραπτώς, στην ΚΕΕ. Οι υποψηφιότητες των συνδυασμών υποβάλλονται από ειδικώς εξουσιοδοτημένο προς τούτο εκπρόσωπο του  συνδυασμού. Οι μεμονωμένοι υποψήφιοι υποβάλλουν υποψηφιότητα είτε αυτοπροσώπως, είτε μέσω ειδικώς εξουσιοδοτημένου προς τούτο εκπροσώπου τους. Η ΚΕΕ μετά τον έλεγχο των νομίμων προϋποθέσεων και της ταμειακής τακτοποίησης των υποψηφίων, ανακηρύσσει τις υποψηφιότητες μέσα στο επόμενο πενθήμερο με σύνταξη σχετικού πρακτικού. Το πρακτικό αυτό αποστέλλεται σε όλα τα ΠΤ, αναρτάται επί πέντε (5) ημέρες στα γραφεία του ΣΚΛΕ και των ΠΤ και προσβάλλεται με ένσταση από κάθε οικονομικώς τακτοποιημένο μέλος. Μετά την πάροδο του πενθημέρου και εφόσον δεν υποβληθεί ένσταση, η ανακήρυξη των υποψηφίων καθίσταται οριστική. Επί των ενστάσεων αποφαίνεται αιτιολογημένα η ΚΕΕ εντός τριών (3) ημερών από την πάροδο της πενθήμερης ανάρτησης, τροποποιώντας ενδεχομένως το πρακτικό ανακήρυξης και καθιστώντας αυτό οριστικό. Με την ίδια ακριβώς διαδικασία η ΚΕΕ συντάσσει εκλογικούς καταλόγους ανά ΠΤ, οι οποίοι αποστέλλονται έγκαιρα στις οικείες Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές. Η ΚΕΕ έχει την ευθύνη εκτύπωσης των ψηφοδελτίων των συνδυασμών υποψηφίων και των μεμονωμένων υποψηφίων, ακολούθως προς το πρακτικό ανακήρυξης, σε χαρτί όμοιας διάστασης και χρώματος για όλους. Για κάθε συνδυασμό ή μεμονωμένο υποψήφιο εκτυπώνεται ένα ψηφοδέλτιο για το ΔΣ, την Κεντρική Εξελεγκτική Επιτροπή, και τα Πειθαρχικά Συμβούλια. Αντίστοιχα, σε κάθε ΠΤ για κάθε συνδυασμό ή μεμονωμένο υποψήφιο εκτυπώνεται ένα ψηφοδέλτιο για το Περιφερειακό Συμβούλιο. Ακολούθως, τα ψηφοδέλτια προωθούνται έγκαιρα στις Περιφερειακές Εφορευτικές Επιτροπές και πάντως τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τις εκλογές. Οι φάκελοι που χρησιμοποιούνται σφραγίζονται και μονογράφονται από τον Πρόεδρο κάθε Περιφερειακής Εφορευτικής Επιτροπής.

6. Εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη των μελών των αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ είναι η απλή αναλογική. Οι υποψήφιοι κατεβαίνουν είτε σε συνδυασμούς, είτε ως μεμονωμένοι σε χωριστά ψηφοδέλτια. Η εκλογή των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ, γίνεται ως εξής:

α) Οι έδρες όλων των αιρετών οργάνων κατανέμονται μεταξύ των συνδυασμών και των μεμονωμένων υποψηφίων ανάλογα με την εκλογική τους δύναμη.

β) Το εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης είναι αναλογικό. Το εκλογικό μέτρο προκύπτει από την διαίρεση του συνόλου των εγκύρων ψηφοδελτίων με τον αριθμό των εδρών του ΔΣ ή της Κεντρικής Εξελεγκτικής Επιτροπής ή του Πειθαρχικού Συμβούλιου ή του Περιφερειακού Συμβουλίου ή της Περιφερειακής Εξελεγκτικής Επιτροπής.

γ) Κάθε συνδυασμός καταλαμβάνει τόσες έδρες στο αιρετό όργανο, όσες φορές χωρεί το εκλογικό μέτρο στον αριθμό των εγκύρων ψηφοδελτίων που έλαβε.

δ) Μεμονωμένος υποψήφιος, που έλαβε τον ίδιο ή μεγαλύτερο αριθμό ψήφων από το εκλογικό μέτρο καταλαμβάνει μια (1) έδρα στο όργανο, για το οποίο έχει θέσει υποψηφιότητα.

ε) Συνδυασμός που περιλαμβάνει υποψήφιους λιγότερους από τις έδρες που του αναλογούν, καταλαμβάνει τόσες έδρες, όσοι είναι οι υποψήφιοί του.

στ) Οι έδρες των αιρετών οργάνων που παραμένουν αδιάθετες μετά την εφαρμογή της περ. γ' του παρόντος άρθρου, κατανέμονται σε δεύτερη κατανομή ανά μία (1) κατά τη σειρά μεγέθους των υπολοίπων, στους συνδυασμούς ή στους μεμονωμένους υποψηφίους.

ζ) Κάθε συνδυασμός υποψηφίων καταρτίζεται με έγγραφη δήλωση, υπογεγραμμένη κατά σειρά επωνύμου, από τους αποτελούντες τον συνδυασμό υποψηφίους συμβούλους.

η) Η εκλογή των υποψηφίων γίνεται με βάση το σύνολο των σταυρών προτίμησης για τον καθένα τους. Ο εκλογέας δηλώνει την προτίμησή του, ανάμεσα στους υποψηφίους του συνδυασμού της επιλογής του, σημειώνοντας ένα σταυρό δίπλα στο ονοματεπώνυμό του.

θ) Η ψηφοφορία είναι μυστική και διεξάγεται σε κατάλληλα διαρρυθμισμένο χώρο από τις 8:00π.μ. έως τις 8:00μ.μ. Η διάρκεια τη ψηφοφορίας μπορεί να παραταθεί με απόφαση της αρμόδιας Εφορευτικής Επιτροπής. Η ψηφοφορία στα ΠΤ εκτός Αττικής διεξάγεται στις έδρες των Τμημάτων και στα γραφεία τους ή σε τόπο που προτείνεται από την κάθε Περιφερειακή Εφορευτική Επιτροπή, με απόφαση της ΚΕΕ. Ειδικά η ψηφοφορία για το ΠΤ Αττικής διεξάγεται στα κεντρικά γραφεία του ΣΚΛΕ. ενώπιον της ΚΕΕ. Σε όλες τις Εφορευτικές Επιτροπές προεδρεύουν εκπρόσωποι της Δικαστικής Αρχής.

ι) Ειδικά οι ψηφοφόροι που διαμένουν σε νήσο ή πόλη όπου δεν λειτουργεί εκλογικό τμήμα έχουν δικαίωμα να ψηφίσουν με επιστολή, η οποία αποστέλλεται συστημένη στην ΚΕΕ επτά (7) τουλάχιστον ημέρες πριν από την ημέρα των εκλογών. Το απόρρητο της επιστολικής ψήφου διασφαλίζεται δια της τοποθετήσεως σφραγισμένου του φακέλου με το ψηφοδέλτιο επιλογής του ψηφοφόρου εντός άλλου φακέλου, επί του οποίου αναγράφονται τα στοιχεία του ψηφοφόρου. Η επιστολική ψήφος διαβιβάζεται αμελλητί στην ΚΕΕ, η οποία την ημέρα των εκλογών, αφού καταγράψει στο βιβλίο ψηφισάντων τον ψηφοφόρο, ρίπτει τον φάκελο με το ψηφοδέλτιο της επιλογής του εντός της κάλπης. Όποιος επιθυμεί να ψηφίσει με επιστολική ψήφο οφείλει να ενημερώσει την ΚΕΕ είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τις εκλογές.

ια) Κάθε ψηφοφόρος ψηφίζει ένα (1) μόνο συνδυασμό ή μεμονωμένο υποψήφιο. Εφόσον ψηφίζει συνδυασμό, έχει δικαίωμα να βάλει μέχρι δεκατρείς (13) σταυρούς για το ΔΣ μέχρι πέντε (5) στην εξελεγκτική επιτροπή και μέχρι τρεις (3) για το πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο.

ιβ) Ενστάσεις των υποψηφίων, των εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους ή των εκλογέων υποβάλλονται γραπτά στην οικεία Εφορευτική Επιτροπή καθ' όλη τη διάρκεια της ψηφοφορίας και της διαλογής. Κάθε Εφορευτική Επιτροπή αποφαίνεται επί των ενστάσεων με απόφαση που λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία των παρόντων. Οι υποψήφιοι ή οι ειδικώς εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους έχουν δικαίωμα να παρευρίσκονται στην ψηφοφορία και τη διαλογή.

ιγ) Τα μέλη ψηφίζουν αυτοπρόσωπα στα εκλογικά κέντρα των ΠΤ όπου ανήκουν. Οι Εφορευτικές Επιτροπές κατά το χρόνο διεξαγωγής των αρχαιρεσιών τηρούν μητρώο ψηφισάντων, ελέγχοντας τα στοιχεία ταυτότητας και την ταμειακή ενημερότητα των εκλογέων.

ιδ) Μετά το πέρας της ψηφοφορίας ανοίγεται η κάλπη, καταμετρούνται οι φάκελοι και διαπιστώνεται αν ο αριθμός τους συμφωνεί με τον αριθμό της κατάστασης ψηφισάντων. Στη συνέχεια αποσφραγίζονται οι φάκελοι και τα ψηφοδέλτια υπογράφονται από τον Πρόεδρο της Εφορευτικής Επιτροπής, αφού αναγραφεί στο επάνω αριστερό σημείο τους ο αύξων αριθμός τους και στο επάνω δεξιά ολογράφως ο αριθμός των σταυρών προτίμησης που έχουν τεθεί δίπλα από τα ονόματα των υποψηφίων. Ακολουθεί η διαλογή των ψήφων και η σύνταξη - υπογραφή του πρακτικού εκλογής. Οι Εφορευτικές Επιτροπές των ΠΤ αμέσως μετά τη διαλογή και αφού έχουν συντάξει το πρακτικό εκλογής, οφείλουν, το συντομότερο δυνατό, εντός της ημέρας διεξαγωγής των εκλογών, να ανακοινώσουν με κάθε πρόσφορο τρόπο τα αποτελέσματα στην ΚΕΕ και σε καμία περίπτωση πριν την προκαθορισμένη για όλα τα ΠΤ ώρα λήξης της ψηφοφορίας.

ιε) Το υλικό της εκλογής (ψηφοδέλτια, καταστάσεις ψηφισάντων, ενδεχόμενες ενστάσεις με τις επ' αυτών αποφάσεις των εφορευτικών επιτροπών, επικυρωμένα πρακτικά της εκλογής) σφραγίζεται μέσα σε δέμα και αποστέλλεται στην έδρα του ΣΚΛΕ.

7. Στο αρχείο του Τμήματος τηρούνται αντίγραφα πρακτικών των αρχαιρεσιών και των καταστάσεων ψηφισάντων.

8. Η ΚΕΕ αμέσως προβαίνει στη κατάρτιση πίνακα συγκεντρωτικών αποτελεσμάτων και στη σύνταξη πρακτικού με το οποίο ανακηρύσσει τα εκλεγμένα μέλη όλων των αιρετών οργάνων, με παράλληλη μνεία της σειράς των αναπληρωματικών μελών.


Άρθρο 105 Πειθαρχικά Συμβούλια

1. Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο: Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών του ΣΚΛΕ σε πρώτο βαθμό. Αποτελείται από τρία (3) μέλη και ισάριθμα αναπληρωματικά, που εκλέγονται με τριετή θητεία ταυτόχρονα με την εκλογή των λοιπών αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ.

2. Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο: Αποτελείται από πέντε (5) μέλη και ισάριθμα αναπληρωματικά, εκ των οποίων ένας Εφέτης Πολιτικών Δικαστηρίων με τον αναπληρωματικό του, ο οποίος και προεδρεύει. Τα μέλη του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, πλην του Προέδρου, εκλέγονται μετά των αναπληρωματικών τους ταυτόχρονα με την εκλογή των λοιπών αιρετών οργάνων του ΣΚΛΕ. Χρέη Γραμματέα εκτελεί ο Γραμματέας του ΔΣ του ΣΚΛΕ, ο οποίος τηρεί τα πρακτικά της συνεδρίασης. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο εκδικάζει σε δεύτερο βαθμό τα πειθαρχικά παραπτώματα των μελών του ΣΚΛΕ, μετά από έφεση. Είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών παραπτωμάτων των μελών του ΔΣ του ΣΚΛΕ και των Περιφερειακών Συμβουλίων. Στην περίπτωση αυτή δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.


Άρθρο 106 Πειθαρχικά Παραπτώματα

Πειθαρχικά παραπτώματα είναι ιδίως:

Α. Η παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που προβλέπονται για τους κοινωνικούς λειτουργούς από τις διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δεοντολογίας, του εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του ΣΚΛΕ, των αποφάσεων του ΔΣ του ΣΚΛΕ και του Περιφερειακού Συμβουλίου του ΠΤ στο οποίο ανήκει ο κοινωνικός λειτουργός. Το παράπτωμα κρίνεται και τιμωρείται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο με πειθαρχική ποινή, ανεξάρτητα από ενδεχόμενη ποινική ευθύνη ή άλλη συνέπεια.

Β. Η αποδεδειγμένη αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του κοινωνικού λειτουργού, ακόμα και όταν δεν αποτελεί βαρύτερη ποινικά κολάσιμη πράξη.


Άρθρο 107 Πειθαρχικές ποινές

Οι ποινές που επιβάλλονται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο για τα πειθαρχικά παραπτώματα του άρθρου 30 είναι οι ακόλουθες:

Α) Επίπληξη.

Β) Πρόστιμο από εξήντα (60) ευρώ έως το ένα τρίτο (1/3) του βασικού μισθού ενός μήνα του κοινωνικού λειτουργού που τιμωρείται. Το πρόστιμο καταβάλλεται στο ΔΣ του ΣΚΛΕ και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.

Γ) Προσωρινή διαγραφή από μέλος, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες.

Δ) Οριστική διαγραφή, εφόσον το μέλος είναι υπότροπο.


Άρθρο 108 Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα παραγράφονται μετά από τριετία από την τέλεση τους. Η κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς και η άσκηση της ποινικής δίωξης διακόπτει την παραγραφή. Σε κάθε περίπτωση ο χρόνος για την οριστική παραγραφή δεν μπορεί να υπερβεί τα πέντε (5) χρόνια από το χρόνο τέλεσης της πράξης. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί με απόφαση του να διατάξει την αναστολή της πειθαρχικής δίωξης, εφόσον εκκρεμεί ποινική δίωξη και μέχρι το τέλος αυτής. Σε αυτήν την περίπτωση ο χρόνος παραγραφής του πειθαρχικού παραπτώματος δεν συμπληρώνεται πριν περάσει ένα (1) έτος από την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

2. Ο Γραμματέας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών ή ο Γραμματέας αρμόδιου δικαστηρίου αποστέλλει στον ΣΚΛΕ αντίγραφα των υποβαλλόμενων κατά των Κοινωνικών Λειτουργών μηνύσεων και των εκδιδόμενων επί αυτών βουλευμάτων και αποφάσεων.


Άρθρο 109 Πειθαρχική διαδικασία

1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται από το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αυτεπάγνελτα ή με έγγραφη ή προφορική αναφορά ή ανακοίνωση δημόσιας αρχής ή μετά από αίτηση - καταγγελία κάθε ενδιαφερομένου.

2. Σε διάστημα τριών (3) μηνών το αργότερο από την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης το Πειθαρχικό Συμβούλιο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση.

3. Εάν για την ίδια πράξη έχει ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του κοινωνικού λειτουργού, το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν εμποδίζεται να εξετάσει την ίδια πράξη και δικαιούται να αναστείλει, κατά την κρίση του, την πειθαρχική δίωξη μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από τα ποινικά δικαστήρια. Η αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασμένο για το Πειθαρχικό Συμβούλιο.

4. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ύστερα από την υποβολή σε αυτό καταγγελίας κατά κοινωνικού λειτουργού ή με τη διαπίστωση οποιουδήποτε παραπτώματος, αποφαίνεται αιτιολογημένα μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες αν θα ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή όχι. Σε καταφατική περίπτωση το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ασκεί πρωτοβάθμια πειθαρχική δικαιοδοσία.

5. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ενεργεί κάθε αναγκαία εξέταση με κάποιο από τα μέλη του, που ορίζεται ως εισηγητής. Ο εισηγητής έχει την εξουσία να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες ενόρκως.

6. Πειθαρχική ποινή δεν επιβάλλεται πριν απολογηθεί ή κληθεί εμπρόθεσμα προς απολογία και δεν εμφανιστεί ο κοινωνικός λειτουργός που διώκεται πειθαρχικά. Στην κλήση σε απολογία, η οποία επιδίδεται με απόδειξη, περιγράφεται σαφώς το αποδιδόμενο παράπτωμα και τάσσεται προθεσμία πέντε (5) ημερών για την υποβολή απολογητικού υπομνήματος, η οποία μπορεί να παραταθεί άπαξ μέχρι και το διπλάσιο κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης του διωκομένου.

7. Μετά την υποβολή έγγραφου απολογητικού υπομνήματος ή την πάροδο της ταχθείσας προθεσμίας, εφόσον έχει ολοκληρωθεί η ανάκριση, ο εισηγητής ενημερώνει τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου, ο οποίος ορίζει την ημέρα και ώρα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

8. Ο διωκόμενος καλείται τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν σε παράσταση ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου. Εάν το Συμβούλιο θεωρεί αναγκαία τη συμπλήρωση των στοιχείων του ανακριτικού υλικού, καλεί μέσα στην ίδια προθεσμία τον διωκόμενο σε συμπληρωματική απολογία.

9. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο, κατά την ημέρα που έχει προσδιορίσει, μπορεί να εξετάζει μάρτυρες κατά την κρίση του και, μετά την απολογία του διωκομένου ή σε περίπτωση που αυτός δεν εμφανίζεται, αφού διαπιστωθεί ότι αυτός έχει νόμιμα κληθεί, εκδίδει απόφαση. Εφόσον κριθεί αναγκαίο, μπορεί να διατάξει τη συμπλήρωση του κατηγορητηρίου και της ανάκρισης. Σε κάθε περίπτωση ο διωκόμενος δικαιούται να παρίσταται με πληρεξούσιο δικηγόρο.

10. Μετά την απολογία ή την ερημοδικία του διωκομένου, το Πειθαρχικό Συμβούλιο εκδίδει οριστική απόφαση το αργότερο μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα συνεδρίασης.

11. Η απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογημένη, συντάσσεται από τον εισηγητή, υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον Γραμματέα και κοινοποιείται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την έκδοση στον κοινωνικό λειτουργό. Ομοίως, κοινοποιείται στο ΔΣ και στο ΠΤ όπου ανήκει ο πειθαρχικώς διωκόμενος κοινωνικός λειτουργός.

12. Η διαδικασία του παρόντος άρθρου ακολουθείται και ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, οσάκις αυτό εκδικάζει πειθαρχική υπόθεση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.


Άρθρο 110 Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο

1. Ο κοινωνικός λειτουργός που καταδικάστηκε και το ΔΣ ή το ΠΤ όπου ανήκει έχουν δικαίωμα μέσα σε τρεις (3) μήνες από την επίδοση της απόφασης να την εκκαλέσουν ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

2. Η έφεση κατατίθεται στον Γραμματέα του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και συντάσσεται πράξη κατάθεσης, η οποία υπογράφεται από τον εκκαλούντα και τον Γραμματέα. Ο Γραμματέας υποχρεούται μέσα σε δέκα (10) ημέρες να τη μεταβιβάσει μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα στη Γραμματεία του ΔΣ. Η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης έχουν ανασταλτική ισχύ.

3. Για το παραδεκτό της έφεσης απαιτείται η καταβολή του ποσού των δέκα (10) ευρώ ως έξοδα έφεσης, εκτός εάν εκκαλών είναι το ΔΣ ή το Περιφερειακό Συμβούλιο. Η απόδειξη καταβολής εκδίδεται από το ΔΣ, ενώ το ποσό των δέκα (10) ευρώ αποδίδεται στον εκκαλούντα σε περίπτωση αποδοχής της έφεσης.

4. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με αιτιολογημένη απόφασή του μπορεί να διατάξει νέα ανάκριση που διενεργείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 33, να καλεί τον τιμωρηθέντα κοινωνικό λειτουργό και να μεταρρυθμίζει ή να εξαφανίζει την εκκαλούμενη απόφαση.

5. Το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο αποφασίζει αμετάκλητα και εκδίδει την απόφαση του εντός τριμήνου από τη διαβίβαση σε αυτό της υπόθεσης. Η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου διαβιβάζεται στον Πρόεδρο του οικείου ΠΤ, ο οποίος οφείλει χωρίς καθυστέρηση να την κοινοποιήσει προς τον τιμωρηθέντα κοινωνικό λειτουργό.

6. Οι τελεσίδικες αποφάσεις εκτελούνται από τον Πρόεδρο του Περιφερειακού Συμβουλίου.


Άρθρο 111 Αίτηση εξαίρεσης μελών Πειθαρχικού Συμβουλίου

1. Οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την εξαίρεση δικαστών ισχύουν αναλογικά και για τα μέλη των Πειθαρχικών Συμβουλίων.

2. Η αίτηση εξαίρεσης επιδίδεται στον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3. Όταν ζητείται η εξαίρεση ολόκληρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου ή τόσων μελών του, ώστε να μην καθίσταται εφικτή η νόμιμη συγκρότηση του, η αίτηση διαβιβάζεται από τον Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου στο ΔΣ του ΣΚΛΕ και η διαδικασία αναστέλλεται μέχρι την έκδοση της απόφασης του ΔΣ επί της αιτήσεως.

4. Σε περίπτωση αποδοχής της αιτήσεως, αν δεν επαρκεί ο αριθμός των μελών για την ανασυγκρότηση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, η υπόθεση παραπέμπεται από το ΔΣ του ΣΚΛΕ στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

5. Κοινωνικός λειτουργός που διώκεται πειθαρχικά μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση των μελών του Πειθαρχικού Συμβουλίου μία (1) φορά μόνο κατά βαθμό δικαιοδοσίας.


Άρθρο 112 Άσκηση του επαγγέλματος του κοινωνικού λειτουργού

1. Για την έκδοση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της βεβαίωσης νομίμου άσκησης του επαγγέλματος, οι κοινωνικοί λειτουργοί οφείλουν να συμπεριλάβουν, μεταξύ των δικαιολογητικών, και βεβαίωση εγγραφής στο οικείο ΠΤ του ΣΚΛΕ. Με την παραλαβή της βεβαίωσης νομίμου άσκησης επαγγέλματος υποχρεούνται να την καταθέσουν άμεσα στο Περιφερειακό Τμήμα όπου ανήκουν.

2. Όποιος ασκεί το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού χωρίς να έχει βεβαίωση νομίμου άσκησης επαγγέλματος διώκεται ποινικά σύμφωνα με το  Άρθρο 458 του Ποινικού Κώδικα. Καταγγελία για παράνομη άσκηση του επαγγέλματος μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε ιδιώτης στα Περιφερειακά Συμβούλια ή στο ΔΣ του ΣΚΛΕ, το οποίο στη συνέχεια υποχρεούται να γνωστοποιήσει το γεγονός στις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

3. Εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος υποχρεούνται όλοι οι κοινωνικοί λειτουργοί να εγγραφούν στα μητρώα του ΣΚΛΕ. Μετά την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος η άσκηση του επανγέλματος χωρίς εγγραφή στον ΣΚΛΕ συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

4. Στις περιπτώσεις που επιβάλλεται πειθαρχική ποινή προσωρινής ή οριστικής διαγραφής από τον ΣΚΛΕ αναστέλλεται αυτοδίκαια η άδεια άσκησης επαγγέλματος.


Άρθρο 113 Σφραγίδα ΣΚΛΕ

Η σφραγίδα του ΣΚΛΕ αποτελείται από δύο επάλληλους και ομόκεντρους κύκλους, ο εξωτερικός των οποίων έχει διάμετρο 0,04 εκατοστά. Στο εσωτερικό τους υπάρχει το έμβλημα της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ γύρω από αυτό αναγράφονται κυκλικά στο επάνω μέρος οι λέξεις "ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ", οι οποίες προκειμένου για ΠΤ συμπληρώνονται με τις λέξεις "ΠΕΡ. ΤΜΗΜΑ ". Στον εξωτερικό κύκλο αναγράφονται οι λέξεις "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ".


Άρθρο 114 Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή

1. Μέχρι την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μετά από πρόταση του σωματείου «Σύνδεσμος Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδος», ορίζεται, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή του ΣΚΛΕ, αποτελούμενη από δέκα τρία (13) μέλη.

2. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή έχει τις εξής αρμοδιότητες έως ότου αναδειχθεί το πρώτο ΔΣτου ΣΚΛΕ:

α) Ενημερώνει τους κοινωνικούς λειτουργούς σε όλες τις Περιφέρειες της χώρας,

β) Καταγράφει και εγγράφει όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς στον ΣΚΛΕ.

γ) Συγκαλεί Γενική Συνέλευση σε όλες τις Περιφέρειες με σκοπό τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη Διοικητικού Συμβουλίου, Περιφερειακών Συμβουλίων, Εξελεγκτικών Επιτροπών, Αντιπροσώπων των Περιφερειών και μελών του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου.

3. Τα μέλη της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής, εφόσον απασχολούνται στον δημόσιο τομέα, δικαιούνται άδεια απουσίας από την υπηρεσία τους. Κατά το χρόνο αυτόν διατηρούν όλα τα δικαιώματα που απορρέουν από την υπαλληλική τους ιδιότητα.

4. Τα έξοδα μετακίνησης του προσωπικού του ΣΚΛΕ και των μελών της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής καταβάλλονται από τον ΣΚΛΕ.

5. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, μετά την ανάδειξη των μελών κάθε Περιφερειακού Συμβουλίου, παραδίδει σε αυτό το μητρώο του Περιφερειακού Τμήματος

6. Έδρα της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής ορίζεται η Αθήνα. Η θητεία της ορίζεται διετής και αρχίζει από την ημερομηνία διορισμού των μελών της. Η Προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή υποχρεούται να κινήσει αμέσως τις διαδικασίες ανάδειξης των οργάνων διοίκησης. Παράταση της χρονικής διάρκειας της θητείας της είναι εφικτή μόνο με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και μόνο για το διάστημα που απαιτείται για την ολοκλήρωση των διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ.

7. Ειδικά για την εκλογή των πρώτων οργάνων διοίκησης του ΣΚΛΕ λειτουργεί τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ της Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής για την έγκυρη διενέργεια όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και την έκδοση των απαιτουμένων αποφάσεων.


Άρθρο 115 Κώδικας Δεοντολογίας των Κοινωνικών Λειτουργών

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ύστερα από πρόταση του ΝΠΔΔ ΣΚΛΕ, θεσπίζεται κώδικας δεοντολογίας των κοινωνικών λειτουργών. Ο κώδικας δεοντολογίας δεσμεύει, ως προς την εφαρμογή των αρχών του, όλους τους κοινωνικούς λειτουργούς που ασκούν το επάγγελμα σε οποιοδήποτε πλαίσιο.


Άρθρο 116 Θέσεις προσωπικού

1. Κεντρική Διοίκηση Στην Κεντρική Διοίκηση συνιστώνται οργανικές θέσεις ως εξής:

α) Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουργών : Μία (1) θέση

β) Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός - Λογιστικός : Μία (1) θέση

γ) Κλάδος ΔΕ Διοικητικός : Δύο (2) θέσεις

δ) Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων : Μία (1) θέση

ε) Νομικός Σύμβουλος : Μία (1) θέση Οι αποδοχές, αποζημιώσεις και λοιπά έξοδα των υπαλλήλων του ΣΚΛΕ καλύπτονται από ίδιους πόρους του ΣΚΛΕ και σε καμία περίπτωση δεν βαρύνεται ο Κρατικός Προϋπολογισμός.

2. Προσόντα θέσεων κατά κλάδο Τα προσόντα που απαιτούνται για τη θέση του κάθε κλάδου είναι τα εξής:

Α. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουργών:

α) Πτυχίο Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας εσωτερικού ή ισότιμου εξωτερικού ή του Τμήματος Κοινωνικής Διοίκησης του ΔΠΘ.

β) Αναγνωρισμένος τίτλος μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα σχετικά με το αντικείμενο της θέσης, της ημεδαπής ή αλλοδαπής.

γ) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής γλώσσας, που θα πιστοποιείται με πτυχίο Advanced ή Proficiency.

δ) Άριστη γνώση χειρισμού Η/Υ.

ε) Τριετής προϋπηρεσία σε θέση κοινωνικού λειτουργού.

Β. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός - Λογιστικός:

α) Πτυχίο Α.Ε.Ι. Τμήματος Νομικής ή Οικονομικών και Νομικών Επιστημών ή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών ή πτυχίο Α.Σ.Ο.Ε.Ε. ή Π.Α.Σ.Π.Ε. ή ισότιμου της αλλοδαπής.

β) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής γλώσσας, που θα πιστοποιείται με πτυχίο Advanced ή Proficiency.

γ) Αριστη γνώση χειρισμού Η/Υ.

δ) Τριετής προϋπηρεσία σε αντικείμενο οικονομικό - λογιστικό.

Γ. Κλάδος ΔΕ Διοικητικού:

α) Απολυτήριο Λυκείου.

β) Πολύ καλή γνώση τουλάχιστον της αγγλικής, που θα πιστοποιείται με πτυχίο Advanced ή Proficiency ή σπουδές στο εξωτερικό.

γ) Αριστη γνώση χειρισμού και εφαρμογής προγραμμάτων Η/Υ.

Δ. Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων:

α) Απολυτήριο Γυμνασίου.

β) Πολύ καλή γνώση της αγγλικής, που θα πιστοποιείται με πτυχίο Lower.

Ε. Νομικός Σύμβουλος:

α) Δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω.

β) Αναγνωρισμένο τίτλο μεταπτυχιακών σπουδών νομικής.

3. Αρμοδιότητες προσωπικού  Οι αρμοδιότητες των υπαλλήλων των πιο κάτω κλάδων ορίζονται ως εξής:

Α. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Κοινωνικών Λειτουρνών:

α) Ευθύνεται για την εκτέλεση των αποφάσεων του ΔΣ.

β) Συντονίζει τις δραστηριότητες μεταξύ ΔΣ και Περιφερειακών Συμβουλίων.

γ) Συμμετέχει χωρίς δικαίωμα ψήφου στις συνεδριάσεις του ΔΣ.

δ) Έχει την ευθύνη των διεθνών σχέσεων. Ο υπάλληλος του κλάδου αυτού, όταν απουσιάζει, αναπληρώνεται από μέλος του Δ.Σ. με απόφαση του.

Β. Κλάδος ΠΕ/ΤΕ Διοικητικός - Λογιστικός:

α) Μελετά τις οικονομικές ανάγκες της Κεντρικής και Περιφερειακής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και τις εισηγείται στα Περιφερειακά Συμβούλια και ΔΣ του ΣΚΛΕ

β) Καταρτίζει τον οικονομικό προϋπολογισμό της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και των ΠΤ.

γ) Πραγματοποιεί πάσης φύσεως δαπάνες, τις αποδοχές του προσωπικού και λοιπές αποζημιώσεις της Κεντρικής Διοίκησης.

δ) Προβαίνει στις απαιτούμενες διατυπώσεις της προμήθειας πάσης φύσεως υλικού της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ, της διαχείρισης και της φύλαξης του υλικού που χρειάζεται για τη λειτουργία της.

ε) Καταρτίζει τον οικονομικό ισολογισμό και απολογισμό του έτους, τηρεί τα λογιστικά βιβλία της Κεντρικής Διοίκησης, τα αποδεικτικά εισαγωγής υλικού και τα λοιπά απαραίτητα δικαιολογητικά.

στ) Παρέχει συμβουλές για πάσης φύσεως οικονομικά θέματα που προκύπτουν στην Περιφερειακή Διοίκηση.

ζ) Εισπράττει τα έσοδα της Κεντρικής Διοίκησης του ΣΚΛΕ και έχει την ευθύνη της διαφύλαξης της περιουσίας της.

η) Τηρεί οικονομικά στατιστικά στοιχεία. Τον υπάλληλο του κλάδου αυτού, όταν απουσιάζει, αναπληρώνει, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ένας από τους υπαλλήλους του κλάδου ΔΕ Διοικητικού.

Γ. Κλάδος ΔΕ Διοικητικός:

α) Επικουρεί τον Οικονομικό Διευθυντή στην εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του, εφόσον παρίσταται ανάγκη.

β) Εκτελεί όλη τη γραφική εργασία.

γ) Τηρείτο αρχείο, μητρώο και πρωτόκολλο.

δ) Φροντίζει για κάθε θέμα που έχει σχέση με την οργάνωση της γραμματειακής στήριξης, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΔΣ.

ε) Συντάσσει κάθε εν γένει έγγραφο, τηρεί τα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΔΣ και του Συνεδρίου του ΣΚΛΕ, διακινεί και επιδίδει υπηρεσιακά έγγραφα, αλληλογραφία κ.ά. αρμοδίως.

στ) Τηρεί βιβλία στατιστικής.

ζ) Συνεπικουρεί στην οργάνωση του Συνεδρίου των Αντιπροσώπων του ΣΚΛΕ.

η) Μεταφράζει κείμενα από την ελληνική σε αγγλική γλώσσα και αντίστροφα.

Δ. Κλάδος ΥΕ Γενικών Καθηκόντων: Πραγματοποιεί όλες τις απαραίτητες εργασίες για την λειτουργία του ΔΣ καθ' υπόδειξη και σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΔΣ.

Ε. Νομικός Σύμβουλος:

α) Παρέχει νομική κάλυψη και υποστήριξη στο ΣΚΛΕ.

β) Συντάσσει γνωμοδοτήσεις επί θεμάτων νομικής φύσεως για κάθε ζήτημα οργάνωσης και λειτουργίας του ΣΚΛΕ και προώθησης των καταστατικών σκοπών του.

γ) Εκπροσωπεί τον ΣΚΛΕ ενώπιον διοικητικών και δικαστικών αρχών.

4. Περιφερειακά Τμήματα:  Σε κάθε Περιφερειακό Τμήμα συνιστάται μία (1) οργανική θέση κλάδου ΔΕ Διοικητικού με ανάλογα προσόντα και αρμοδιότητες.


Άρθρο 117 Καταργούμενες διατάξεις

Με την δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργείται το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 και η παρ. 5 του άρθρου 111 του ν. 4387/2016 (Α' 85).

Άρθρο 118 Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν άλλως ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις.
Πηγή: Taxheaven